Archive for Σεπτεμβρίου 2007

Η ελεύθερη αγορά των αισθημάτων Ι

30 Σεπτεμβρίου 2007

Υπάρχει μια αγορά που ειναι τόσο αρρύθμιστη, τόσο άναρχη, τόσο αδιάφορη στις ανισότητες που προκαλεί και τόσο κωφή στην αναδιανομή των αγαθών της, που δεν θα μπορούσε να την ελπίσῃ ούτε ο πιο ακραία ανάλγητος φιλελελεύθερος οικονομολόγος ούτε να την δῃ στον εφιάλτη του ο πιο ευαίσθητος σοσιαλιστής καλλιτέχνης (ως γνωστόν στην Ελλάδα οι οικονομολόγοι είναι εξ ορισμού ανάλγητοι και φιλελεύθεροι και οι καλλιτέχνες εξ ορισμού ευαίσθητοι και σοσιαλιστές). Σε αυτήν την αγορά συναντάται ο πιο εκτεταμένος τέλειος ανταγωνισμός, όλοι συμμετέχουν στην προσφορά και όλοι συμμετέχουν στην ζήτηση, κάθε παίκτης και παράγει και καταναλώνει, οι αποφάσεις είναι απολύτως αποκεντρωμένες, η πληροφορία διαχέεται μέχρι το κατώτερο δυνατό κλιμάκιο. Σε αυτήν την αγορά δεν υπάρχουν επιδόματα ανεργίας ούτε προστατευτικές διατάξεις∙ κανείς αστυφύλακας δεν διενεργεί υγειονομικούς, φορολογικούς, τελωνειακούς, αγορανομικούς, περιβαλλοντικούς και δεν ξέρω και γω τι άλλους ελέγχους. Οι ανισότητες είναι τεράστιες, το χάσμα των λίγων που έχουν και των πολλών που θα ήθελαν να έχουν αβυσσαλέο. Όποιος πουλάει, κερδίζει∙ όποιος δεν πουλάει, χάνει. Έτσι απλά. Έτσι αδυσώπητα.

Θα αναρωτηθῄ ασφαλώς ο καλόπιστος αριστερίζων αναγνώστης του Συνιστολογίου: είναι δυνατόν να γίνεται ανεκτό κάτι τέτοιο στην κοινωνία μας εν έτει 2007; Επιτρέπεται να αφήνεται παντελώς αχαλίνωτος ο νόμος της ζούγκλας, καθ’ ον η μεγάλη ύαινα τρώει την μικρή; Από πότε η ελευθερία μεταμφιέστηκε σε ασυδοσία; Απο πού κι ως πού ο κοινωνικός δαρβινισμός ρυθμίζει την ζωή μας σε αυτήν την αγορά; Τι απέγινε η κοινωνική αλληλεγγύη, η στοιχειώδης ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη; Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η αγορά που δεν την σκιάζουν οι συνδικαλιστικοί αγώνες και δεν την πλακώνει το δίκιο του εργάτη;

Τι άλλο, ο έρωτας βέβαια.

Το προφανές ερώτημα είναι γιατί θεωρούμε –και δικαίως– φρικτή την ιδέα παρέμβασης, αναδιανομής, αλληλεγγύης, ουσιαστικής ισότητας, πείτε το όπως θέλετε, όταν «αγοράζουμε» σεξ, έρωτα, ερωτοτροπίες, απολύτως φυσιολογική όμως όταν «αγοράζουμε» χρήματα (γιατί αυτό κάνουμε μέσῳ της εργασίας μας, καμιά φορά και μέσῳ της ανεργίας μας). Είναι τάχα τα χρήματα πιο σημαντικά από όλη την κλίμακα αισθητικών και πνευματικών απολαύσεων που κυμαίνεται από το κτηνώδες, ωμό, μπρουταλιάρικο σεξ και φτάνει στον πιο άδολο και παράφορο έρωτα; Δεν είναι τάχα στοιχειώδης σωματική ανάγκη, όσο και το φαγητό ή το ποτό; Γιατί ανεχόμαστε ότι κάποιοι συνάνθρωποί μας θα ζήσουν μια κενή, ανούσια, αδιάφορη ζωή λόγῳ ακριβώς έλλειψης έρωτα, εξεγειρόμαστε όμως αν π.χ. μειωθῄ η φορολογία των πλουσίων ή αυξηθούν οι έμμεσοι φόροι;

Υποθέτω ότι η απάντηση συνδέεται με τα δικαιώματα όχι εκείνου που θίγεται στα συμφέροντα και ενδεχομένως στα δικαιώματά του από την στέρηση, αλλά εκείνου που καλείται να θυσιάσῃ κάτι. Η φορολογία, δικαίως ή αδίκως, θίγει την ιδιοκτησία. Η εξηναγκασμένη συνουσία θα έθιγε πολύ πιο σοβαρά πράγματα.

Η (ανάλαφρη ασφαλώς) συνέχεια στο επόμενο.

Advertisements

Πλαίσιο Computers ή «Οι αναξιόπιστοι»

28 Σεπτεμβρίου 2007

Για πρώτη φορά λέω να χρησιμοποιήσω το Συνιστολόγιο ως όργανο διαμαρτυρίας. Έτσι, για να εκτονωθώ ρε παιδί μου…Και γιατί το δίκιο είναι με το μέρος μου, οπότε δεν έχω να φοβηθώ τίποτε. Άλλωστε, η περιγραφή της εμπειρίας μου μπορεί να αντιστοιχεί στις εμπειρίες άλλων πολλών. Και μπορεί –έστω ξώφαλτσα- να βοηθήσει κάπως στο ταρακούνημα διαδεδομένων ψευδών πεποιθήσεων για την εταιρεία Plaisio Computers

Παρήγγειλα τη Δευτέρα που μας πέρασε έναν εκτυπωτή μέσω Internet. H Plaisio Computers έχει μια εντυπωσιακή σελίδα στο διαδίκτυο, όπου σε πληροφορεί ότι για παραγγελίες άνω των 45 ευρώ, γίνεται δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα. Και δεν μένει εκεί…Σου εξηγεί με ακρίβεια ότι υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί τρόποι πληρωμής στη διάθεση του αγοραστή και ότι το maximum αναμονής του παραγγελθέντος προϊόντος για τους κατοίκους πρωτεύουσας νομού στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι δύο ημέρες. Μάλιστα στη σελίδα δίδεται και το ακόλουθο παράδειγμα:

 «Για παράδειγμα, εαν βρίσκεστε σε Πρωτεύουσα Νομού και παραγγείλετε έως τις 15:00 την Τρίτη θα παραλάβετε την Πέμπτη ενώ στις υπόλοιπες περιοχές θα παραλάβετε την Παρασκευή.»

Εδώ αρχίζει η προσωπική μου εμπειρία: Παρήγγειλα τη Δευτέρα στις 14:15 μέσω διαδικτύου. Το απόγευμα της Τρίτης μου στείλανε email, ενημερώνοντάς με ότι «υπάρχει κάποιο θέμα με την παραγγελία μου και να επικοινωνήσω τηλεφωνικά μαζί τους». Επικοινώνησα άμεσα μαζί τους. Με ανάγκασαν να αλλάξω τον τρόπο πληρωμής (από αντικαταβολή να τον κάνω πιστωτική κάρτα, γιατί –λέει- έπρεπε να γίνει προεξόφληση της μεταφορικής επειδή το αντικείμενο που παρήγγειλα δεν μπορούσε να σταλεί με το ταχυδρομείο). Δυσφόρησα, γιατί πουθενά δεν υπήρχε στη σελίδα τους σχετικός όρος, αλλά συμφώνησα και έδωσα τα στοιχεία της πιστωτικής κάρτας μου. Κατόπιν, με ενημέρωσαν ότι η παραγγελία θα δοθεί στη μεταφορική την Τετάρτη και θα έρθει σε εμένα την Παρασκευή. Ξαναδυσφόρησα, γιατί ενώ η παραγγελία μου είχε γίνει Δευτέρα και έπρεπε να περιμένω να είναι εδώ μέχρι την Τετάρτη –ή βαριά, άντε την Πέμπτη!- ξαφνικά πήγαινε πιο μακριά η βαλίτσα. Δεν είπα όμως και πάλι τίποτε και δέχτηκα να παραλάβω Παρασκευή. Και εκεί τέλειωσε η αρχική επικοινωνία μου με το Πλαίσιο…

Σήμερα, περίμενα απ΄το πρωί τον εκτυπωτή μου. Έχω να τυπώσω αρκετά πράγματα. Αυτός δεν ήρθε ποτέ. Επικοινώνησα πριν από πέντε λεπτά με την Plaisio Computers. Με στήσανε στο τηλέφωνο (χωρίς χρέωση ευτυχώς) για πέντε λεπτά. Ξανατηλεφώνησα και μου απάντησε η ευγενέστατη Ρ.Κ. Της εξήγησα την όλη κατάσταση και ρώτησα πού είναι η παραγγελία μου. Μου απάντησε μετά από σύντομη αναζήτηση, ότι τελικώς ο εκτυπωτής μου θα βρίσκεται στις αποθήκες της μεταφορικής στην πρωτεύουσα νομού όπου βρίσκομαι, αύριο στις 7.30 το πρωί (όχι νωρίτερα). Και ότι επειδή η εν λόγω μεταφορική δεν παραδίδει Σάββατο, θα παραλάβω τον εκτυπωτή μου τη Δευτέρα…Μου πρότεινε όμως, να συνεννοηθώ αν θέλω με τη μεταφορική ο ίδιος, για να πάω αύριο το πρωί να παραλάβω ο ίδιος τον εκτυπωτή από τις αποθήκες της μεταφορικής… Μου πρότεινε δηλαδή ενώ παρήγγειλα εκτυπωτή για να μου έρθει στο σπίτι την Τετάρτη ή Πέμπτη, να πάω τα χαράματα του Σαββάτου ο ίδιος να τον πάρω από κάποιες αποθήκες…Μολών Λαβέ δηλαδή, ένα πράγμα η Plaisio Computers!

Αύριο φεύγω ταξίδι στις 7 το πρωί. Οπότε, ο εκτυπωτής θα μου παραδοθεί τελικώς τη Δευτέρα. Θα έχουν γίνει όλα διαφορετικά απ’ ό,τι μου υποσχέθηκε η Plaisio Computers. Έχει αλλάξει ο τρόπος πληρωμής, που υποτίθεται, ήταν στη διάθεσή μου. Έχει αλλάξει και ο χρόνος παράδοσης και μάλιστα δύο φορές: Από Τετάρτη σε Παρασκευή και από Παρασκευή σε Δευτέρα. Έχει αλλάξει και ο τρόπος παράδοσης ουσιαστικά: «Αν τον θέλεις στην ώρα του ktsynistologe, πήγαινε πάρ’τον μόνος σου!» Εμείς, θα στον φέρουμε όποτε γουστάρουμε!

Υγ. Ο διευθυντής του τμήματος παραγγελιών της Plaisio Computers για την ηπειρωτική Ελλάδα, μπορεί να είναι ένας καλός άνθρωπος. Αλλά με καλούς ανθρώπους (μόνο) δεν πάει μπροστά μια εταιρεία. Πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να είναι και αξιόπιστοι…

Κακλαμάνεια Λογική

27 Σεπτεμβρίου 2007

Υποθέτω ότι οι αναγνώστες του Συνιστολογίου παρακολούθησαν όσα σήμερα συνέβησαν κατά τη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Για όσους έχασαν τις εξελίξεις, προτείνω σύντομη ενημέρωση εδώ.

Στις εξελίξεις αυτές, καίρια στάθηκε η παρέμβαση του κ. Απόστολου Κακλαμάνη. Και τι δεν άκουσα στα κανάλια γι’ αυτή σήμερα: Ότι ήταν απόδειξη της πολύχρονης εμπειρίας και της ακλόνητης ψυχραιμίας του γηραλέου πολιτικού, ότι όταν όλοι τα χάσανε αυτός έδωσε την καλύτερη δυνατή λύση στην κρίση, ότι μόνος του, ολομόναχος, απέτρεψε τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ, και πολλά άλλα…

Κανείς όμως δεν είπε ότι η παρέμβαση του κ.Κακλαμάνη ήταν μια περίπτωση προσβλητικού και –κυρίως- εντελώς ασυνάρτητου και παράλογου πολιτικού λόγου. Θα εξηγήσω με συντομία γιατί, θέτοντας και ένα προκαταρκτικό ερώτημα: Είναι ο κ. Κακλαμάνης, άραγε, υπέρ της παραμονής του Γεωργίου Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠαΣΟΚ, ως ικανού γι’αυτή, μέχρι τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ή μήπως δεν είναι;

Αν είναι (προκείμενη, την οποία συνάγει κανείς αβίαστα από το γεγονός ότι ο κ. Κακλαμάνης πρότεινε ένθερμα να εμπιστευθούν τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ), τότε η ακόλουθη πρόταση που -εκμανείς και στεντόρειος- εξεφώνησε κατά την πυροσβεστική του προσπάθεια υπέρ του Προέδρου, δεν συμβιβάζεται καθόλου με την υπεράσπιση που προσπάθησε να του εξασφαλίσει: «Ποιός άσχετος εγκέφαλος είχε αυτή την ιδέα-να στηθεί κάλπη;» (αργότερα ο κ.Κακλαμάνης εμπλούτισε νομίζω το λεξιλόγιό του, μιλώντας και για «νοσηρό» εγκέφαλο).

Διότι:

Αν την ιδέα αυτή την είχε ο ίδιος ο κ.Παπανδρέου, τότε ο κ.Κακλαμάνης χαρακτήρισε τον προεδρό του «άσχετο» και «νοσηρό» εγκέφαλο…

Αν, πάλι την ιδέα αυτή την είχε κάποιος άλλος από το στενό περιβάλλον του κ.Παπανδρέου, τότε ο κ.Κακλαμάνης χαρακτήρισε τον πρόεδρό του μαριονέτα…

Και την ίδια στιγμή, βεβαίως, ο κ.Κακλαμάνης υποστήριξε ένθερμα τον Πρόεδρο, και ζήτησε να του δοθεί δια βοής εμπιστοσύνη να ηγηθεί του ΠΑΣΟΚ στις προγραμματικές δηλώσεις και μέχρι τις 11 Νοεμβρίου. Πρότεινε δηλαδή το απολύτως «λογικό»: να εμπιστευτούν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ως ικανό, έναν «άσχετο» εγκέφαλο ή μια μαριονέτα…

Υγ1. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει μόνο πρόβλημα πολιτικής και στοιχειώδους τακτ των στελεχών του, τελευταία. Έχει και τεράστιο πρόβλημα κοινής λογικής…

Υγ2. Σύμβολα δεν έχει σ’ αυτή μου την ανάλυση. Μη φοβάστε, λοιπόν, όσοι τα φοβάστε.

Ο θάνατος ενός αγαπημένου δικτάτορα

25 Σεπτεμβρίου 2007

Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να μπαίνω στο youtube και να παρακολουθώ βιντεάκια με αγαπημένα μου τραγούδια. Δεν είχα αμφιβολία για το ότι θα μπορούσε κανείς να βρει όλων των ειδών τα μουσικά βίντεο εκεί, ομολογώ όμως ότι αν μου έλεγε κάποιος ότι το συγκεκριμένο site είναι η χαρά του λάτρη της όπερας θα τον θεωρούσα τρελό. Κι όμως, το υλικό που ανακάλυψα είναι πράγματι εντυπωσιακό. Έχοντας, λοιπόν, περάσει κάποιες ώρες στην παρέα εξαίρετων τραγουδιστών, άρχισα να διερωτώμαι γιατί οι άνθρωποι τείνουν να λατρεύουν τους μεγάλους καλλιτέχνες – πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό υστερίας. Ο θάνατος του Luciano Pavarotti και οι σκηνές οδυρμού που ακολούθησαν με έβαλαν και πάλι σε σκέψεις – και να τι εννοώ.

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, το να λατρεύει κανείς τη Ρούλα Κορομηλά μου φαίνεται απείρως λογικότερο από το να νιωθει κάτι αντίστοιχο για τον Pavarotti. Κι αυτό γιατί η μέση νοικοκυρά βλέπει στη Ρούλα τον εαυτό της: αφού μπόρεσε εκείνη να γίνει διάσημη και πλούσια γιατί να μην μπορεί οποιαδήποτε γυναίκα χαμηλής μόρφωσης, αδιάφορης –επιεικώς- εμφάνισης, μηδαμινής γοητείας κοκ; Και κάπως έτσι ταυτίζεσαι και μία ιστορία πάθους ξεκινά… Ακόμα και όταν βλέπουμε το Nowitzky να πάιζει μπάσκετ, νιώθουμε ότι δικαιούμαστε να αναφωνήσουμε: «ας ήμουν κι εγώ 2.14 και με όλο το χρόνο του κόσμου για προπόνηση και θα τον είχα αυτόν να μου φέρνει τις μπάλες». Κάνουμε, φυσικά, λάθος στο 99,9% των περιπτώσεων, αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να διατηρούμε το δικαίωμα της ταύτισης – η τηλεόραση και ο αθλητισμός είναι επικράτειες δημοκρατικές.

Η τέχνη, όμως, είναι μία στυγνή δικτατορία – και τις δικτατορίες τις αγαπούν μόνο οι δικτάτορες και –καμμιά φορά- και όσοι τους περιστοιχίζουν. Όταν ακούει κανείς τον Pavarotti, τον Corelli, τον Del Monaco, τον Giacomini κοκ θα πρέπει, λογικά, να νιώθει δέος και, ενδεχομένως, ζήλια. Γιατί, σε αντίθεση με τη Ρούλα και τον Ντιρκ, ο Λουτσιάνο και οι συνάδελφοί του είναι από άλλο πλανήτη: κανείς μας δεν μπορεί –ούτε καν καθ’ υπερβολήν ή για πλάκα- να υποστηρίξει ότι αν είχε καλό δάσκαλο θα γινόταν ένας καταπληκτικός δραματικός τενόρος. Ακόμα και όσοι θεωρούνται μέτριοι μπροστά στους κορυφαίους κλασικούς τραγουδιστές, έχουν ταλέντο και δυνατότητες απλησίαστες για τον μέσο άνθρωπο. Κι αν την ώρα που τραγουδούν μας συνεπαίρνει η τέχνη τους, όταν σωπαίνουν τι ακριβώς είναι αυτό που μας κάνει να τους συμπαθούμε τόσο αντί να τους ζηλεύουμε για την τύχη τους;

Κι αν οι κλασικοί τραγουδιστές είναι ένα παράδειγμα μακρινό και για πολλούς ακατανόητο, δικτάτορες μπορούν να βρεθούν σε όλο το φάσμα της τέχνης – ας μείνουμε στο χώρο της μουσικής. Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι ο Jacques Brel. Κάποιοι ίσως πήγαιναν στις παραστάσεις του για να παρακολουθήσουν το εκκεντρικό θέαμα που συχνά προσέφερε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έμεναν καρφωμένοι στις θέσεις τους και τον άκουγαν να τους ειρωνεύεται με τον πλέον σκληρό τρόπο, να αμφισβητεί τον τρόπο ζωής τους, να γελάει με τις ιδεοληψίες τους – και στο τέλος τον χειροκροτούσαν θερμά! Κι αν το ταλέντο του μοναδικού αυτού τραγουδοποιού τους αφόπλιζε την ώρα της παράστασης, γιατί πήγαιναν να τον ξαναδούν και τον εκθείαζαν στους φίλους τους; Είναι δυνατόν να μην τους αντιπαθείς αυτούς τους τύπους – ακόμα κι αν τους θαυμάζεις;

Ο Luciano Pavarotti ήταν ένας άνθρωπος απίστευτα ευνοημένος από όποιον μοιράζει το ταλέντο στους ανθρώπους. Αυτό έχει, νομίζω, μεγαλύτερη αξία όταν προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν θα τον τοποθετούσε καν στην πρώτη πεντάδα των καλύτερων τενόρων όλων των εποχών (χωρίς, φυσικά, να υπονοώ ότι η δική μου κατάταξη είναι η «σωστή» – δηλώνω ξεκάθαρα ότι δεν είμαι «ειδικός») . Κατηγορήθηκε και επιβραβεύθηκε ταυτοχρόνως γιατί έφερε τον πολύ κόσμο πιο κοντά στην όπερα – κάτι μάλλον ανακριβές αφού όποιος ακούει με ευχαρίστηση το nessun dorma δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε φίλο της όπερας! Είναι, όμως, αλήθεια πως προσηλύτισε περισσότερο κόσμο κι από τον Beniamino Gigli, για τον οποίο λέγεται ότι κυκλοφορούσε στο δρόμο και τραγουδούσε όποιο τραγούδι του ζητούσαν οι περαστικοί! Η φήμη που απέκτησε –ας μην ξεχνάμε ότι η φυσιογνωμία του είναι πια ευρέως αναγνωρίσιμη ως η πιο αντιπροσωπευτική φιγούρα κλασικού τραγουδιστή- του έκανε περισσότερο κακό παρά καλό. Λένε πως δεν ήταν καλός ηθοποιός – και είναι αλήθεια μόνο που δεν ήταν χειρότερος από τον Jussi Bjorling που κορδωνόταν στην σκηνή και, παρόλα αυτά, έχει περάσει στο πάνθεον των κορυφαίων τενόρων. Επιπροσθέτως, η γλυκύτητα και η εκφραστικότητα της φωνής του κάλυπτε τα εκφραστικά κενά που άφηναν η σωματική του διάπλαση και η υποκριτική του μετριότητα. Δεν ήταν εντυπωσιακός – χωρίς να έχει, φυσικά, κάποιο εμφανές πρόβλημα- όταν οι κουκίδες άρχισαν να κατεβαίνουν χαμηλά στο πεντάγραμμο, αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα – γι΄αυτό και μαλώνουμε για το ποιος ήταν ο καλύτερος τενόρος όλων των εποχών! Τα ελαττώματά του διογκώθηκαν και η κριτική του που του ασκήθηκε ήταν συχνά παράλογα αυστηρή. Αυτά ως επικήδειος – αλλά γιατί έκλαιγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στη Μόντενα;

Έκλαιγαν, νομίζω, από άγνοια και αμηχανία: επειδή συνηθίζεται να κλαίμε τους νεκρούς και υπάρχει η άποψη ότι όσο πιο σπουδαίος ήταν ο εκλιπών στη ζωή τόσο περισσότερος θρήνος του αρμόζει. Ποιος τους είπε, όμως, ότι ο άνθρωπος που είπε «θέλω να είμαι διάσημος παντού» θα αρκείτο σε μία ήσυχη συνταξιοδότηση; Ποιος τους είπε ότι όποιος έχει αποθεωθεί στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου θα κάνει κέφι να μιλάει με τους γείτονες για περασμένα μεγαλεία; Ποιος τους είπε, ακόμα, ότι κάποιος που έχει τραγουδήσει με την παροιμιώδη άνεση που εξέπεμπε πάντα αυτός ο γελαστός τύπος θα άντεχε να τραγουδάει πια μόνο στο μπάνιο; Δεν υπονοώ ότι η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι ότι αυτά θα τα απέρριπτε κάποιος σαν τον Pavarotti, παρά μόνο ότι εμείς δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Εγώ, λοιπόν, λυπήθηκα, όπως λυπούμαστε όλοι στο άκουσμα του θανάτου ενός ανθρώπου που νιώθουμε ότι, κατά κάποιον τρόπο, ήταν γνωστός μας, αλλά δεν έπαψα στιγμή να τον ζηλεύω για τη ζωή που του προσέφερε το μοναδικό ταλέντο του. Ένα ταλέντο που του επέτρεπε να καταδυναστεύει τους μέτριους, όπως η ευφυία του Μότσαρτ στοίχειωνε τον Σαλιέρι και όπως η σιδηρά πυγμή του δικτάτορα πνίγει τους υπηκόους του. Αντί οδυρμών, λοιπόν, εγώ, παραδεχόμενος την άγνοιά μου για το πως θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ο θάνατος ενός ξεχωριστού ανθρώπου, θα τον τιμήσω ενθυμούμενος μερικές καλές στιγμές του:

La donna e mobile (σπάνιο βίντεο από τα νιάτα του Παβ)

Nessun dorma

Vesti la giubba

Che gelida manina

Una furtiva lagrima

Celeste Aida

Ο ταλαντούχος κύριος Σλινκ

25 Σεπτεμβρίου 2007

Υπάρχουν κάποια πρόσωπα τα οποία θαυμάζουμε ή και ζηλεύουμε. Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ο δικός μου Μιλτιάδης, του οποίου το τρόπαιο «ουκ εα με καθεύδειν» τις νυχτερινές ώρες. Είμαι βέβαιος, ότι δεν θα τον φτάσω ποτέ, καθότι δεν είμαι Θεμιστοκλής. Αφήνομαι λοιπόν να τον θαυμάζω και να τον ζηλεύω, στη φαντασία μου φυσικά, γιατί δεν είχα ποτέ την τύχη να τον γνωρίσω στην πραγματικότητα.

Ο κύριος λέγεται Bernhard Schlink. Σε όσους νομικούς αναγνώστες μου τυχαίνει να μην είναι γνωστός, θα έλεγα «κρίμα!»: Πρόκειται για έναν σοβαρό Γερμανό δημοσιολόγο, του οποίου η διδακτορική διατριβή υπήρξε -κατά τη γνώμη μου- σημαντική: Λεγόταν «Η στάθμιση στο συνταγματικό δίκαιο» και υποστήριζε σε γενικές γραμμές την άποψη ότι οι συνταγματικοί κανόνες αποτελούν κανόνες επιχειρηματολογικού βάρους. Για την εποχή που εκδόθηκε (μέσα δεκαετίας 70), νομίζω ότι αποτελούσε πραγματικά πρωτότυπο σύγγραμμα.

Ο κύριος της φωτογραφίας, ωστόσο, δεν είναι γνωστός κυρίως για τη διατριβή του. Έτσι, τον γνώρισα εγώ και ίσως ελάχιστοι ακόμη (νομικοί). Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν από μιαν άλλη ιδιότητά του, που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό και δεν είναι εκείνη του νομικού. Ο κύριος Schlink είναι ένας σημαντικός λογοτέχνης. Το έργο του Der Vorleser (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Διαβάζοντας στη Χάννα» από τον Ιακ.Κοπερτί, εκδόσεις Κριτική), έσπασε κυριολεκτικά τα ταμεία. Μεταφράστηκε σε 39 γλώσσες και αποτέλεσε best seller, νομίζω κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 90. Όσοι δεν έτυχε να διαβάσουν αυτό το έργο, που πραγματεύεται με πολύ λεπτό τρόπο, μέσω μιας ερωτικής ιστορίας, το αίσθημα ενοχής του γερμανικού έθνους για τις φρικαλεότητες του B’ παγκοσμίου πολέμου, πρέπει να το κάνουν οπωσδήποτε. Στερούνται προς το παρόν μιας σημαντικής αισθητικής απόλαυσης και ενός πνευματικού κέρδους.

Ο ίδιος, δεν έχω διαβάσει παρά ελάχιστα έργα του κυρίου Schlink (λ.χ. Vorleser και Liebesfluchten). Σκοπεύω να διαβάσω, όταν βρω περισσότερο χρόνο και τα αστυνομικά του, που έχουν μάλιστα λάβει αρκετά βραβεία. Ο κύριος Schlink διαβάζεται ευχάριστα στο πρωτότυπο γιατί η γλώσσα του είναι κοφτή και απλή -υπάρχουν όμως ήδη και μεταφράσεις αρκετών έργων του στα ελληνικά. Εκείνο, ωστόσο που αποτέλεσε αφορμή γι’ αυτή μου την ανάρτηση, είναι κάτι διαφορετικό από την αξία των λογοτεχνικών έργων του κυρίου Schlink. Είναι η αϋπνία που μου προκαλεί και σήμερα, λίγες ώρες μετά το εργώδες γράψιμο μιας μικρής παραγράφου στη διατριβή μου, η εγγίζουσα τη βεβαιότητα υποψία μου, ότι δεν θα γίνω ποτέ κύριος Schlink. Ότι δεν είμαι προικισμένος με το ταλέντο του θαυμαστού Μπέρναρντ, ούτε βέβαια στη λογοτεχνία ούτε όμως και στα νομικά.

Προσπαθώ βεβαίως κι εγώ ο ταπεινός, καθημερινά, στο δεύτερο πεδίο αλλά οι ώρες της βαθιάς αυταμφισβήτησής μου είναι πολλές και συχνές: Τί κι αν κάθε νομικός συγγραφέας μπορεί να διεκδικήσει μια ταπεινή ύπαρξη ανάμεσα στην πληθώρα των ομοίων του και να κρυφτεί πίσω από τόνους σκουπίδια που γράφονται, χωρίς να χρειαστεί να ντραπεί για το δικό του σκουπιδάκι; Λίγοι είναι εκείνοι οι συγγραφείς που πράγματι έχουν συνεισφέρει κάτι με τις εργασίες (και κυρίως τις διατριβές τους) σε κάποιον κλάδο της νομικής επιστήμης. Μετρημένοι στα δάχτυλα, τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα… Ε λοιπόν, νομίζω ότι ο Schlink ανήκει σε αυτούς τους λίγους!

Έλα όμως που ο Schlink δεν έχει καμία ανάγκη να ανήκει σε αυτούς! Είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους λογοτέχνες της γενιάς του -το να καταχωρείται και ως ένας καταξιωμένος νομικός επιστήμονας στα διάφορα sites που τον αφορούν και κυριολεκτικά βρίθουν στο διαδίκτυο, είναι καθαρός πλεονασμός. Δεν πρόκειται καν για ένα «κερασάκι στην τούρτα» (που την κάνει πιο γλυκιά). Πρόκειται απλώς για μια ανούσια βιογραφική λεπτομέρεια, που μπορεί να προκαλέσει δύο ειδών αντιδράσεις: Παντελή αδιαφορία σε όσους απλώς εκτιμούν τη λογοτεχνία του κυρίου Schlink και είναι ασφαλώς οι περισσότεροι, και -ίσως- ελαφρά περιέργεια σε όσους εξ αυτών τυχαίνει να είναι και νομικοί…

Υπάρχει όμως και μια κατηγορία αναγνωστών, που από κάποια κακή μοίρα έτυχε να ανακαλύψει πρώτα τον νομικό και μετά τον λογοτέχνη κύριο Schlink, και μάλιστα σε περίοδο συγγραφής διατριβής. Η κατηγορία αυτή, εκτίμησε το νομικό του έργο ως σημαντικό, και περνώντας έπειτα στο λογοτεχνικό του έργο, δεν μπορούσε παρα να μαγευτεί. Η κατηγορία αυτή, περιλαμβάνει τον γράφοντα -και ίσως κάποιους ακόμη νομικούς. Και είναι κυριολεκτικά απαρηγόρητη…

Γιατί όταν κάποιος κύριος Schlink αποδεινύεται, ταυτόχρονα, τόσο σημαντικός νομικός όσο και εξαίρετος λογοτέχνης, ο πήχυς ανεβαίνει σε δυσθεώρητα ύψη για κάθε -ταπεινό πλην φιλόδοξο- εργάτη της νομικής επιστήμης που αγνοεί, φυσικά, το προηγούμενο, προσωπικό του οξύμωρο. Και οι νυχτερινές ώρες περνούν πια πολύ δύσκολα, στη σκέψη ότι η διατριβή του είναι για τα σκουπίδια, η λογοτεχνική παραγωγή του ανύπαρκτη ή μηδαμινή, και ο κόπος που έχει καταβάλει (και που τον έχει ήδη καταβάλει), υπολογίσιμος.

Αυτές τις ώρες, μία μόνο λύση βρίσκω ότι υπάρχει για έναν φρόνιμο νομικό: Να γυρέψει παρηγοριά σε κάποιο από τα αριστουργήματα του κυρίου Schlink, μέχρι να τον πάρει γλυκά ο ύπνος.

Καληνύχτα σας.

Ασκήσεις φιλελευθερισμού Ι: η αρχή της βλάβης και μερικές τρικλοποδιές στον Mill.

22 Σεπτεμβρίου 2007

O J. S. MillΜε την παρούσα ανάρτηση εγκαινιάζεται μία σειρά κειμένων με αντικείμενο τον φιλελευθερισμό, τις βασικές αρχές του και τις συνηθέστερες παρεξηγήσεις γύρω από αυτόν. Πριν μπούμε στην ουσία, ας μου επιτραπούν μερικές διευκρινήσεις. Όπως θα παρατήρησαν όσοι είχαν την μνημειώδη υπομονή να ακούσουν την συζήτηση που είχαμε με το Νικόλα του Θεωρείν και τον Σωτήρη στην Αναμόρφωση, είμαι της άποψης ότι η θρησκευτική ευλάβεια με την οποία πολλοί φιλελεύθεροι (άνθρωποι σαν εμάς ,κυρίως, και όχι πολιτικοί φιλόσοφοι) ακολουθούν κάποιες φιλελεύθερες αρχές κάνουν κακό στον ίδιο το φιλελευθερισμό ως πολιτικό ρεύμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταλήγουμε πάντα σε «ερμαφρόδιτες» λύσεις, αλλά έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όσο «απλά» παρουσιάζονται από πολλούς φιλελεύθερους – κάτι σύνηθες και στο ελληνόφωνο διαδίκτυο. Από την άλλη, μένω πιστός στην προσπάθεια μου να συζητούμε χαλαρά χωρίς ταυτόχρονα να προσεγγίζουμε δύσκολες έννοιες εντελώς επιδερμικά. Με αυτά κατά νου, προχωρώ στο κυρίως μέρος.

Η αρχή της βλάβης αποδίδεται κατά απαράβατο κανόνα στον John Stuart Mill. Πρόκειται για την περίφημη φράση από το On Liberty όπου ο Mill υποστηρίζει ότι η ελευθερία των ανθρώπων πρέπει να περιορίζεται μόνο όταν με τις υπό κρίση πράξεις του βλάπτουν άλλους – αντίθετα, το καλό του ίδιου του εαυτού μας ή της κοινωνίας γενικότερα δεν αρκεί. Ο Mill χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη “liberty” (πολιτική ελευθερία) αλλά στην πραγματικότητα, νομίζω, μιλάει για προσωπική αυτονομία. Το πλαίσιο του είναι ωφελιμιστικό: θα είναι καλύτερα για όλους αν εφαρμόζεται η αρχή της βλάβης (οι λόγοι που προβάλλονται στο On Liberty θα συζητηθούν αλλού) καθώς και αν, γενικά, περιορίζεται η εξουσία του κράτους και των μηχανισμών του πάνω στο άτομο. Ο σύγχρονος εκφραστής της θεωρίας του Mill είναι ο Joel Feinberg, ο οποίος στο τετράτομο έργο του “The Moral Limits of the Criminal Law” προσφέρει μία εξαιρετικά εκλεπτυσμένη εκδοχή της αρχής της βλάβης, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απαντήσει και σε πολλές από τις ήδη γνωστές αλλά και σε κάποιες από τις αναμενόμενες ενστάσεις κατά της ανάλυσής του. Είναι το δίδυμο MillFeinberg και η αρχή της βλάβης όπως προέκυψε στο έργο του πρώτου και διαμορφώθηκε στο έργο του δεύτερου που με απασχολούν εδώ.

Εκ πρώτης όψεως, όσα διαβάζει κανείς στο On Liberty ακούγονται απολύτως λογικά: γιατί να περιορίζεται η ελευθερία μας όταν δεν ενοχλούμε κανέναν; Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει την προσωπικότητά του όπως εκείνος επιθυμεί υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις του αφορούν μόνο τον ίδιο. Με το ερώτημα «τι ακριβώς λογίζεται ως βλάβη;» θα ασχοληθώ επίσης στο μέλλον (πως αλλιώς θα υπάρξουν και μελλοντικές ασκήζεις φιλελευθερισμού;). Για τους σκοπούς του κειμένου αρκεί η πιο απλή και στενή ερμηνεία της έννοιας που μπορεί να σκεφθεί κανείς: βλάβη είναι αυτή που ασκείται στο σώμα και στην περιουσία μας – αυτό θα μας παρότρυνε να κάνουμε και ο Mill. Σοβαρές βλάβες στο νευρικό σύστημα (από υπερβολικό φόβο για παράδειγμα) ή το άγχος που προκαλεί η ανασφάλεια για τη ζωή ή την υγεία μας θα λογίζονται ομοίως ως βλάβες στο σώμα. Σε αυτή την πρώτη άσκηση, λοιπόν, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν περιπτώσεις που ανεπιφύλακτα θα θέλαμε να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις εκείνες που επιτρέπουν τον περιορισμό της ελευθερίας μας αλλά δεν καλύπτονται από την αρχή της βλάβης.

Ήδη με την πρώτη αυτή ψηλάφιση της έννοιας της βλάβης προκύπτουν τα πρώτα ερωτήματα. Αν ο Α πυροβολήσει τον Β και αστοχήσει χωρίς να του προκαλέσει καμμία απολύτως βλάβη δεν εμπίπτει η πράξη στου στις τιμωρητέες κατά την αρχή της βλάβης; Ο Mill κάνει λόγο για την τεράστια σημασία της ασφάλειας σαν κάτι από το οποίο εξαρτάται «η αξία κάθε καλού». Δεν μπορεί λοιπόν παρά να μην είμαστε ασφαλείς όταν κάποιος μας πυροβολεί ελεύθερα, ακόμα κι αν δεν μας πετύχει ποτέ. Ο Feinberg εισάγει τη βαρύτητα και την πιθανότητα μίας πράξης ως κριτήρια υποστηρίζοντας πως όσο μεγαλύτερη είναι η πρώτη τόσο μικρότερη είναι ανάγκη να είναι (για να παρέμβουμε στις αποφάσεις ενός ατόμου) η δεύτερη και αντιστρόφως, παραδεχόμενος πως δεν είναι ανάγκη να επέλθει η βλάβη για να περιορισθεί η ελευθερία του πράττοντος αλλά αρκεί και η απειλή της βλάβης. Η πρώτη αναγκαία προσθήκη, λοιπόν, είναι η διακινδύνευση, χωρίς την οποία η αρχή της βλάβης εν στενή εννοία δε θα κάλυπτε μία σειρά από εγκληματικές απόπειρες που θα έπρεπε ασφαλώς να εμποδίζονται. Είναι, νομίζω, σαφές ότι η διακινδύνευση μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στην αρχή της βλάβης χωρίς την ανάγκη ιδιαίτερων «υποχωρήσεων» και «νοθεύσεων» της θέσης του Mill – οπότε ας περάσουμε στα πιο δύσκολα.

Υπάρχει μία κατηγορία βλαβών που καλούνται συνήθως «σωρευτικές» (accumulative harms). Πρόκειται για συμεπριφορές που δεν επιφέρουν το επιβλαβές αποτέλεσμα παρά μόνο με τη «βοήθεια» άλλων παρόμοιων συμεριφορών. Ένα κλασικό παράδειγμα (με το οποίο έχεις ασχοληθεί και ο ίδιος ο Feinberg εδώ) είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος. Υπάρχει ένα όριο στην εκπομπή ατμοσφαιρικών ρύπων κάτω από το οποίο δεν προκύπτουν επιπτώσεις στο περιβάλλον. Οι εκπομπές της εξάτμισης του αυτοκινήτου του καθενός από εμάς βρίσκονται σίγουρα πολύ κάτω από το όριο αυτό. Είναι, λοιπόν, απαράδεκτο, κατά την αρχή της βλάβης, να περιορίζεται η ελευθερία του οποιουδήποτε να οδηγεί το παλαιάς τεχνολογίας ρυπογόνο αυτοκίνητό του όπου και όσο θέλει από την στιγμή που η δική του ατομική συμπεριφορά δε βλάπτει κανέναν. Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμα παράδοξο με τις σωρευτικές βλάβες. Ας ονομάσουμε το όριο αυτό πάνω από το οποίο βλάπτεται το περιβάλλον Α: ο οδηγός του αυτοκινήτου που θα εκπέμψει το ρύπο που θα «πιάσει» το όριο αυτό θα βλάψει, πράγματι, το περιβάλλον και θα μπορεί, σύμφωνα πάντα με την ίδια αρχή, να αποτραπεί από κάτι τέτοιο. Δεν κάνει, όμως, τίποτα διαφορετικό από όσους μόλυναν το περιβάλλον πριν από εκείνον – αλλά δεν του προκαλούσαν βλάβη!

Κάποιες άλλες συμπεριφορές είναι αβλαβείς μεν αλλά τόσο «ενοχλητικές» ώστε να απαγορεύονται στις περισσότερες έννομες τάξεις. Το πλέον σύνηθες παράδειγμα είναι αυτό του «φρόνιμου καταπατητή»: ο Α φεύγει για διακοπές και ο Β βρίσκει τον τρόπο να μπει στο σπίτι και να ζήσει σε αυτό χωρίς να κάνει την παραμικρή ζημιά. Ο Mill έχει ήδη μιλήσει για ασφάλεια βέβαια, αλλά για να αποφύγουμε την συζήτηση για το τι είναι «ασφάλεια» και τι «αίσθημα ασφάλειας» (αυτό, δηλαδή, που δε θα νιώθει ο Α αν μάθει ότι ο Β μπήκε στο σπίτι του), ας υποθέσουμε ότι ο Α δεν μαθαίνει ποτέ τι έκανε ο Β –για όποιον ενδιαφέρεται την προαναφερθείσα διαφορά εξηγεί ο Ripstein στον Bird στο “Legal Moralism and the Harm Principle: A Rejoinder” στο Philosophy and Public Affairs 35, no2. Δε θα πρέπει να σταματήσει ο γείτονας Γ τον Β από το να μπει στο σπίτι του Α; Δεν πρόκειται εδώ για μία συμπεριφορά εντελώς αβλαβή; Η αρχή της βλάβης μοιάζει να αδυνατεί –και εδώ- να προσφέρει μία ικανοποιητική απάντηση.

Τα παραπάνω παραδείγματα καταδεικνύουν αυτό που υπαινίχθηκα από την αρχή: η αρχή της βλάβης είναι μία καλή βάση, μία καλή αφετηρία για μία ολοκληρωμένη θεώρηση του μείζονος ζητήματος των θεμιτών περιορισμών της προσωπικής αυτονομίας. Είναι, όμως, ταυτόχρονα μία θέση που, ως έχει στο On Liberty, αδυνατεί να προσφέρει τις απαντήσεις που απαιτούν βασικές μας διαισθήσεις για συμπεριφορές που δεν μπορούν να θεωρηθούν εν στενή εννοία βλαπτικές. Αυτή η πρώτη δεσμίδα ερωτημάτων και ενστάσεων είναι, νομίζω, μία καλή αρχή για μία περισσότερο διεισδυτική συζήτηση που θα ακολουθήσει και θα αφορά -μεταξύ άλλων- και τις προσπάθειας ερμηνείας της αρχής που ξεφεύγουν από τη Millian παράδοση.

Υπέρ της απλής αναλογικής

14 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογές πλησιάζουν, ας γράψουμε και κάτι εκλογικώτερον, αναλογικώτερον, αλλά και λογικώτερον…

Το ισχύον εκλογικό δίκαιο (κωδικοποιητικό π.δ. 96/2007) προβλέπει ένα εκλογικό σύστημα, το οποίο χάριν κοσμιότητος αποκαλείται συνήθως «ενισχυμένη αναλογική» στα εγχειρίδια Συνταγματικού Δικαίου. Στην πραγματικότητα βέβαια υπάρχει λίγη αναλογική και πολλή ενίσχυση του πρώτου κόμματος βεβαίως βεβαίως, το οποίο με την περίφημη διάταξη του άρ. 99 παρ. 3 προικίζεται, ούτε λίγο ούτε πολύ με 40 έδρες που αναλογούν σε ψήφους πολιτών που ψήφισαν άλλα κόμματα. 40 επί 300 εδρών λοιπόν σημαίνει κατά 13,3% φαλκίδευση της ισότητας της ψήφου. Ή: Όλων οι ψήφοι είναι ίσες, αλλά των ψηφοφόρων του πρώτου κόμματος κατά 13,3% πιο ίσες…

Αυτή η καταφανής νόθευση, ίνα μή τι χείρον είπω, της συνταγματικής αρχής της ισότητας της ψήφου, επιχειρείται να δικαιολογηθῄ διττώς: είτε συνεπειοκρατικά (η απλή αναλογική θα βάλῃ τον Καρατζαφέρη στην Βουλή, θα κατακερματίσῃ τις πολιτικές δυνάμεις, θα φέρῃ αστάθεια, δίνει υπερβολικά μεγάλη δύναμη στο τρίτο κόμμα, δεν είμαστε αρκετά ώριμοι κ.λπ.) είτε με την επίκληση της περίφημης κυβερνητικής ευστάθειας. Θα ασχοληθώ λίγο, όσο της αξίζει, με την τελευταία.

Η κυβερνητική σταθερότητα ανάγεται από ωρισμένους σχολιαστές σε συνταγματική αρχή, ίσης περίπου περιωπής με την αρχή της ισότητας της ψήφου. Πολλού γε και δει: από τα άρ. 81 επ. Συντ. προκύπτει το πολύ η συνταγματική υποχρέωση ύπαρξης κάποιας κυβέρνησης, όχι όμως η ύπαρξη μιας σταθερής κυβέρνησης. Κυβέρνηση πρέπει να υπάρχῃ ακόμα και όταν η Βουλή έχῃ διαλυθεί, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Στο κάτω κάτω της γραφής τα εκλογικά συστήματα της ενισχυμένης κατ’ επίφασιν αναλογικής παρήγαγαν κυβερνήσεις τόσο ευσταθείς ώστε να οδηγούν την χώρα σε πρόωρες εκλογές επί μονίμου βάσεως. Ίσως θα έπρεπε να ασχολούμαστε πιο πολύ συνεπώς με την σταθερότητα των Βουλών μας και όχι με την σταθερότητα των κυβερνήσεών μας, που, υποτίθεται, εξαρτώνται από τα πρώτα…

Ένα σχόλιο ακόμα για το ισχύον εκλογικό δίκαιο: Ανάμεσα στις προβλέψεις του εν λόγῳ π.δ., περίοπτη θέση καταλαμβάνει το άρ. 99 παρ. 1, το οποίο προβλέπει το περίφημο εκλογικό όριο του 3%. Το όριο αυτό θεωρώ ότι παραβιάζει τοὐλάχιστον δύο συνταγματικές διατάξεις. Πρώτον, είναι οφθαλμοφανής η παραβίαση της αρχής της ισότητας της ψήφου: όλες οι ψήφοι είναι ίσες, εάν και μόνον εάν όμως ο συνδυασμός υπέρ ου ερρίφθη η ψήφος υπερβῄ το 3%. Δεύτερον και ίσως ακόμα πιο σημαντικό, παραβιάζεται το παθητικό εκλογικό δικαίωμα: δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν αναγνωρίζεται συνταγματικώς μόνο στο πλαίσιο συνδυασμών που πανελλαδικά συγκεντρώνουν άνω του 3%, αλλά και αυτοτελώς. Όταν όμως καμιά (ή σχεδόν καμία) εκλογική περιφέρεια δεν συγκεντρώνῃ αυτό το ποσοστό, ο πολίτης υποχρεώνεται εκ του νόμου, όχι όμως εκ του συντάγματος, να ενταχθῄ σε κάποιο συνδυασμό αντί να εκτεθῄ ως ανεξάρτητος. Ένα εκλογικό σύστημα όμως που «επιτρέπει» στον πολίτη να κατέλθῃ ως ανεξάρτητος, του απαγορεύει όμως να εκλεγῄ δεν μπορεί να συνᾴδῃ με το Σύνταγμα.

Για τους λόγους αυτούς, που κάπως συνοπτικά ανέπτυξα εδώ, τάσσομαι όχι απλά υπέρ του αναλογικού εκλογικού συστήματος, αλλά υπέρ αυτού ως μόνου επιβαλλόμενου συνταγματικώς.

Ο Αλαβάνος, ο Hohfeld, o Windscheid και οι μαθητές

12 Σεπτεμβρίου 2007

Σε προηγούμενη ανάρτησή μου είχα ασχοληθεί με ένα λογικο-πολιτικό σφάλμα που καταλόγισα στον Κ.Μητσοτάκη. Σήμερα θα καταπιαστώ με ένα αντίστοιχο σφάλμα που αφορά τον Αλέκο Αλαβάνο. Για τον καταλογισμό αυτού του σφάλματος θα αξιοποιήσω τη βοήθεια δύο σπουδαίων νομικών: του Hohfeld και του Windscheid…Αλλά ας ξεκινήσω με τον Αλέκο Αλαβάνο.

Ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επισκέφθηκε χθες το Γυμνάσιο Νέας Πεντέλης και μίλησε μετά τον αγιασμό, στους μαθητές του. Ανάμεσα στα άλλα που τους είπε, ακούστηκε και το εξής απόσπασμα (που προβλήθηκε από όλα τα κανάλια):

«Παρότι το σύστημα είναι λίγο ανταγωνιστικό, χωρίζει τον έναν απ’τον άλλο, δημιουργεί μοναξιά πολλές φορές, μην ξεχάσετε το ομαδικό πνεύμα και…(παύση) όταν μπορείτε και δεν βλέπει η καθηγήτρια και έχετε διαβάσει καλά, αφήστε το διπλανό σας ή τη διπλανή σας να αντιγράψει από την κόλλα σας».

Όταν οι μαθητές συνειδητοποίησαν το περιεχόμενο της παραίνεσης Αλαβάνου ξέσπασαν σε ένα παρατεταμένο «α» και ένα χειροκρότημα. Ήταν ασφαλώς το επιφώνημα έκπληξης, μπροστά σε κάτι που δεν περίμεναν να ακούσουν από τον πολιτικό. Ίσως να ήταν και επιφώνημα επιδοκιμασίας για την αναφορά του στο «ομαδικό πνεύμα». Ως προς το χειροκρότημα πάλι, και αυτό ακόμη δεν φαίνεται να προήλθε μόνο από τους επίδοξους αντιγραφείς. Ήταν εξίσου ομαδικό και από άποψη ύφους σχεδόν οπαδικό.

Ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μας αιφνιδίασε γενικότερα αυτή τη φορά. Κι αυτό γιατί έθιξε ένα ηθικό ζήτημα με –prima facie- καθαρό τρόπο, πήρε δηλαδή σαφή θέση χωρίς να υποπέσει σε εκείνο που ο συνιστολόγος Κωνσταντίνος χαρακτήρισε σε προηγούμενο post του, «γοητευτική ασυναρτησία». Εν προκειμένω, ο πρόεδρος φαίνεται ότι υπήρξε καθαρός σαν καταγάλανος ουρανός. Είπε στους μαθητές που τον άκουγαν με προσοχή τα εξής: ότι η αντιγραφή πρέπει να γίνεται ανεκτή από εκείνον που έχει διαβάσει καλά και του οποίου η κόλλα αντιγράφεται (έστω για συντομία –από τον «αντιγραφόμενο»). Είπε επίσης, ότι ο «αντιγραφόμενος» είναι καλό να παίρνει τα μέτρα του (να μην τον βλέπει η δασκάλα), με άλλα λόγια να μην αυτοθυσιάζεται απόλυτα για χάρη του αντιγραφέα. Πρότεινε δηλ. να μη διαταράσσεται μέσω της αντιγραφής η φαινομενική τάξη της εξέτασης.

Μετά από αυτά, το ερώτημα που γεννάται είναι αν ο Αλέκος Αλαβάνος υπήρξε πράγματι στο παραπάνω απόσπασμα καθαρός και σαφής, ή αν υπέπεσε και πάλι στη «γοητευτική ασυναρτησία» που του επιρρίπτει ο Κωνσταντίνος (ή, στη δική μου ορολογία, σε λογικά σφάλματα). Το ερώτημα είναι δηλαδή, τι ακριβώς είπε ο Αλέκος Αλαβάνος και τι εννόησε. Αν ο πρόεδρος είπε αυτό που εννόησε και αν εννόησε (και κατενόησε) αυτό που είπε… Εδώ είναι που χρειάζομαι τους Hohfeld και Windscheid για μια ορθή ανάλυση…

Από τον πρώτο εκ των δύο (Hohfeld) θα ήθελα να δανειστώ τη θεμελιώδη τυπικολογική σύλληψη της έννοιας του δικαιώματος. Μια δυνατή εφαρμογή της στην περίπτωση του Αλαβάνου, μας οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: Η υποχρέωση ανοχής της αντιγραφής από τον αντιγραφόμενο ισοδυναμεί με την αναγνώριση ενός δικαιώματος αντιγραφής στον αντιγραφέα. Άρα: Όσοι αντιγράφουν δικαιούνται να το κάνουν. Είναι άραγε αυτή η θέση, τμήμα και λογική συνέπεια της θέσης του Αλέκου Αλαβάνου ή μήπως ο ίδιος δεν θα προσυπέγραφε κάτι τέτοιο; Με απλά λόγια: Είπε ή δεν είπε ο αριστερός Πρόεδρος τέτοιο πράγμα, στο απόσπασμά του που αναφέρθηκε παραπάνω;

Από τον δεύτερο εκ των δύο (τον Πανδεκτιστή Windscheid) θα δανειστώ μια πασίγνωστη στους νομικούς παράδοξη ρήση, που αφορά τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύουν οι δικαστές το νόμο: «Ναι μεν δεν ισχύει ό,τι είπε ο νομοθέτης εφόσον δεν ήθελε να το πει, αλλά δεν ισχύει και ό,τι ήθελε να πει εφόσον δεν το είπε». Ας υποθέσουμε ότι ο Αλαβάνος είναι ο νομοθέτης (κάτι που ούτως ή άλλως θέλει να γίνει) και οι μαθητές του γυμνασίου Πεντέλης, ο υπάκουος σ’αυτόν δικαστής. Το ερώτημα τώρα παίρνει την εξής μορφή: Μπορούν οι μαθητές να αντιγράφουν, δηλαδή ακολουθούν αν αντιγράψουν αυτό που είπε ο πρόεδρος; Ή ο πρόεδρος είπε μεν (λογικώς) ότι μπορούν να αντιγράφουν, αλλά δεν ήθελε και να εννοήσει κάτι τέτοιο; Σε μια τέτοια περίπτωση, ισχύει το λεγόμενο από τον Windscheid: «Ναι μεν δεν ισχύει το δικαίωμα αντιγραφής γιατί ο Αλαβάνος δεν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, αλλά δεν ισχύει και η απαγόρευση αντιγραφής γιατί ο Αλαβάνος δεν την συμπεριέλαβε σε όσα είπε». Τελικά, απο πουθενά δεν φαίνεται ποιά είναι η θέση του προέδρου ως προς την αντιγραφή (και οι εικασίες μας για το τί θέλησε παραμένουν εικασίες): Την αποδέχεται την αντιγραφή ο πρόεδρος ως κάτι φυσικό και επόμενο, ή θα την επέκρινε ως κάτι απαράδεκτο και αντίθετο με την αρχή της ισότητας σε μια εξέταση;

Με τα παραπάνω, έρχομαι να επιβεβαιώσω συμπεράσματα του συνιστολόγου Κωνσταντίνου και μένω με την απορία «τι ακριβώς είπε και τι ακριβώς εννόησε» ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α στο προηγούμενο απόσπασμα, ως προς την αντιγραφή… Συνέστησε άραγε στους επιρρεπείς σε αυτή μαθητές να τη δοκιμάζουν, βασισμένοι στο ότι οι «καλοί μαθητές» θα επιδεικνύουν ομαδικό πνεύμα και θα τους ανέχονται; Μήπως άραγε, θα έπρεπε να έχει πει –ταυτόχρονα- και κάτι σχετικά με το αντι-ομαδικό πνεύμα που χαρακτηρίζει την ίδια την αντιγραφή; Δεν κρύβει κι αυτή απαράδεκτο «εαυτουλισμό» καθώς ο αντιγραφέας ρισκάρει όχι μόνο τη δική του τύχη αλλά και την τύχη του αντιγραφομένου, για να πετύχει το σκοπό του; Και πόσο ρεαλιστικό είναι άραγε, ότι ο αντιγραφέας δεν θα προσπαθήσει να αντιγράψει «όταν τον βλέπει η δασκάλα»; Νομίζω ότι τον αντιγραφέα, κατα κανόνα, τον νοιάζει λιγότερο αν θα τον δει η δασκάλα απ’ όσο ο κίνδυνος να πάρει κουλούρα στο διαγώνισμα…

Και ένα τελευταίο ερώτημα: Ας υποθέσουμε ότι η στάση που προτείνει ο Αλ.Αλαβάνος είναι πράγματι πιο ανθρώπινη και πιο συναδελφική. Κι εγώ ο ίδιος θυμάμαι, άφηνα συμφοιτητές μου να αντιγράφουν από την κόλλα μου στο Πανεπιστήμιο, και έχω σήμερα κρατήσει μεταξύ αυτών δυο-τρεις αξιόλογους φίλους. Το έκανα όμως κρίνοντας την «κατάσταση ανάγκης τους» ή τον χαρακτήρα τους και πάντοτε ad hoc, και όχι πιστεύοντας σε κάποιο απαράδεκτο «δικαίωμα αντιγραφής τους» ούτε θεωρώντας ότι έχω και «υποχρέωση» από πάνω να τους πασάρω την κόλλα μου χάριν ομαδικού πνεύματος… Γιατί λοιπόν δεν αφήνουμε τον καθένα (και τους μαθητές Γυμνασίου) να κρίνει μόνος του αν πρέπει να ανέχεται ή όχι τους αντιγραφείς και υπό ποιες περιστάσεις; Και γιατί δεν καταδικάζουμε ευθέως την αντιγραφή ως κάτι κακό; Γιατί πάμε άκριτα και λαϊκιστικά να καθιερώσουμε έναν γενικό κανόνα με τόσα λογικά και ηθικά σκοτεινά σημεία;

υγ. Αφήνω εκτός ανάλυσης ότι από το «ομαδικό πνεύμα» του αποσπάσματος Αλαβάνου εξαιρείται, χωρίς καμία εξήγηση, ο/η Καθηγητής-τρια. Και μάλιστα δεν εξαιρείται απλώς αλλά και προβάλλεται ουσιαστικά, ως «οιονεί-αντίπαλος» των μαθητών. Προφανώς, πρόκειται για έναν κακό μπαμπούλα που δεν μπορεί να συμμετέχει στην «ομάδα» της τάξης…

υγ2. Και μια λογική παρατήρηση για κατακλείδα: Μια άλλη αξιοποίηση της ανάλυσης Hohfeld, θα μπορούσε να είναι πιο φιλική στον Αλ. Αλαβάνο. Σύμφωνα με αυτή, ο πρόεδρος δεν μίλησε για μια «υποχρέωση ανοχής της αντιγραφής» αλλά για το «επιτρεπτό», την «ελευθερία» του αντιγραφομένου να την ανέχεται (καταργώντας βέβαια και πάλι, την αρχή της ισότητας στην εξέταση). Νομίζω ωστόσο ότι αυτή η προσέγγιση δεν θα ήταν σωστή, καθώς ο Αλαβάνος έκανε λόγο για το ομαδικό πνεύμα (από το οποίο απορρέει υποχρέωση να μην είμαστε αντιομαδικοί, και όχι απλή ελευθερία). Η φράση του πάλι, «όταν μπορείτε» στο απόσπασμα που παρέθεσα, σημαίνει απλώς «impossibilium nulla est obligatio» και όχι «nulla obligatio». Τέλος, αν ο Αλέκος Αλαβάνος μιλούσε για ελευθερία ανοχής της αντιγραφής, θα έπρεπε να μην προεξοφλεί τη μονόδρομη κατεύθυνση άσκησης αυτής της ελευθερίας, κάτι που προφανώς κάνει…

Ετεροδημοτικά

11 Σεπτεμβρίου 2007

Ένα από τα παράξενα, τα ακατανόητα σε μη ιθαγενείς έθιμα της πατρίδας μας είναι και οι ετεροδημότες. Ως ετεροδημότης ο ίδιος, και μάλιστα πεπεισμένος, δεν μπορώ να ερμηνεύσω ορθολογικά τον ανά τριετία εκλογικό νόστο μας· μπορώ όμως να αναλάβω τις ευθύνες που μου αναλογούν.

Να τι εννοώ: το γενναιόδωρο ελληνικό κράτος δαπανᾲ κάθε φορά ουκ ολίγα ευρόπουλα, χρηματοδοτώντας τον κομματικό στρατό να εκδράμῃ/επιδράμῃ στα πάτρια όρη και βουνά. Για μία ακόμη φορά σε αυτήν την έρμη την ζωή οι έτερο ευνοούνται έναντι των όμο: τα χρήματα για τις εκλογικές διακοπές των ετεροδημοτών καταβάλλουν αγογγύστως οι ομοδημότες. Στην εκλογική πανήγυρη μπορούμε να είμαστε λαρτζ, βρε παιδί μου…

Λεπτομέρεια της υποσημείωσης, θα αναφωνήσῃ ο καλόπιστος αναγνώστης του Συνιστολογίου. Σύμφωνοι· αλλά καμιά φορά όταν στάζῃ η ουρά του γαϊδάρου, ξεχειλίζει το ποτήρι.

Η δωρεάν μετακίνηση των πελατών-ψηφοφόρων-καταναλωτών υποψηφίων αποτελεί ένα ακόμη ωραίο και διδακτικό παράδειγμα του πώς εννοείται το κράτος από τον ΜΕΨ (Μέσο Έλληνα Ψηφοφόρο) και πώς αντιλαμβάνεται και ο ίδιος τον εαυτό του. Αν ο ΜΕΨ έχῃ το δικαίωμα της ψήφου, είναι το κράτος που πρέπει να του παράσχῃ τα μέσα να το ασκήσῃ. Αν ο ΜΕΨ μόνος του επιλέγῃ να ψηφίζῃ μακριά από τον τόπο κατοικίας του και αν ο ΜΕΨ μόνος του επιλέγῃ να μην ψηφίσῃ στον τόπο κατοικίας του ως ετεροδημότης, όπως έχει πλέον την ευχέρεια, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Το κράτος έχει πάντα υποχρεώσεις, ο ΜΕΨ (και τα κόμματα ως μεσάζοντες) πάντα δικαιώματα. Η αποθέωση του θετικού χαρακτήρα ενός πολιτικού δικαιώματος: για την επίλυση ενός προβλήματος που εν γνώσει του δημιουργεί ο ετεροΜΕΨ, καλείται το κράτος να πληρώσῃ με τα λεφτά των υπόλοιπων ομοΜΕΨ.

Την Παρασκευή φεύγω με ΚΤΕΛ για Πάτρα. Μαντέψτε ποιος κερνάει…

Is democracy possible here at Alter?

10 Σεπτεμβρίου 2007

Ή �στω στον Ant1...Ο τίτλος αυτής της πρώτης, υπό την στέγη του Λεξιτύπου, δικής μου καταχώρησης είναι επίσης – εξαιρουμένων των δύο τελευταίων λέξεων, ασφαλώς- ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Ronald Dworkin. Είναι, όμως, και ένας τίτλος παραπλανητικός διότι το παρόν γράφεται χωρίς να έχω διαβάσει λέξη από τις τελευταίες ανησυχίες του Ronnie και, φυσικά, χωρίς την παραμικρή διάθεση σχολιασμού του βιβλίου. Πήγα, παρόλα αυτά, στην παρουσίαση του πονήματος στην Οξφόρδη και άκουσα με προσοχή τα όσα είχε να πει ο συγγραφέας για τα χάλια του πολιτικού διαλόγου στις Η.Π.Α. Ακολούθως, έκανα το μεγάλο σφάλμα να παρακολουθήσω το περίφημο youtube debate στο CNN με την συμμετοχή των υποψηφίων για το χρίσμα των δημοκρατικών με φόντο, φυσικά, τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Για τους λίγους που δε γνωρίζουν το πνεύμα του συγκεκριμένου προγράμματος, ζητήθηκε από τους ψηφοφόρους να ανεβάσουν ένα σύντομο βίντεο στο youtube απευθύνοντας ένα ερώτημα σε έναν από τους υποψηφίους. Τα «καλύτερα» από αυτά επελέγησαν από τους δημοσιογράφους του καναλιού και απαντήθηκαν από τους υποψηφίους. Τι είδε ο Dworkin στο debate; Λίγο-πολύ όσα είχε ήδη αναπτύξει στην παρουσίαση του βιβλίου του.

 

Έλεγε, λοιπόν, ο χαρισματικός Ronnie στους εκατοντάδες προπτυχιακούς που κρέμονταν από τα χείλη του και στους λίγους μεταπτυχιακούς που νύσταζαν ότι οι συμπατριώτες του έχουν ανάγκη από εκπαίδευση στο παιχνίδι της πολιτικής επιχειρηματολογίας. Συζητούν, μας είπε, οι πολιτικοί της χώρας του περί ανέμων και υδάτων, αναπαράγουν συνθήματα και δεν μπορούν να αρθρώσουν ένα απλό modus ponens. Μπορούν, όμως, να διασώζονται παρά την τραγική αυτή αδυναμία τους διότι, απλούστατα, ο μέσος Αμερικανός μεγαλώνει με πολιτικά συνθήματα και όχι με πολιτικά επιχειρήματα: στα 18 του χρόνια, λοιπόν, ξέρει μόνο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι είναι καλοί και οι Δημοκρατικοί κακοί ή το αντίστροφο και, συνεπώς, έχει ελάχιστη σημασία το τι λένε οι πολιτικοί – αρκεί να φορούν την κατάλληλη κονκάρδα. Τι είδα εγώ στο debate; Ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Dworkin – και ας δώσω και δύο παραδείγματα. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, μεγάλο μέρος των ερωτήσεων επικεντρώθηκε στην επέμβαση στο Ιράκ. Η μόνιμη επωδός ήταν ότι ο αμερικανικός στρατός πρέπει να φύγει από την περιοχή. Φυσικά, κανείς δεν έκανε τον κόπο να μας εξηγήσει κατά πόσον είναι προβληματικό ηθικά όχι μόνο το να εισβάλεις σε μία χώρα αλλά και το να αποχωρείς από αυτήν εν μέσω ενός χάους που, στο κάτω-κάτω, εσύ δημιούργησες! Ακόμα χειρότερα, όμως, κανείς δεν έκανε τον κόπο να μας εξηγήσει το δίλημμα: γιατί να μείνει κανείς στο Ιράκ και γιατί να φύγει; Τι θα γίνει αν πράξει το πρώτο ή το δεύτερο; Να και το ponens που λέγαμε: αν φύγουμε από την περιοχή θα πετύχουμε αυτό το πολύ θετικό αποτέλεσμα και, άρα, πρέπει να φύγουμε από την περιοχή. None of that όμως, που λένε και στο Ohio. Στο δε ζήτημα της οπλοκατοχής επιστρατεύθηκε η κοινοτοπία: μόνο όσοι δεν είναι εγκληματίες ή παράφρονες θα πρέπει να φέρουν όπλο, μας είπαν οι υποψήφιοι. Πάλι καλά δηλαδή… Και πού ακριβώς είναι το πολιτικό/ηθικό/κοινωνικό διακύβευμα της οπλοκατοχής από νομοταγείς και υγιείς ψυχικά – ή μήπως δεν υπάρχει καν τέτοιο; Το ερώτημα είναι αν θα δίνουμε όπλα σε θεότρελους εγκληματίες; I shot the sheriff που λένε και στο χωριό μου…

 

Σας θυμίζει κάτι από όλα αυτά την ελληνική πραγματικότητα; Όλως περιέργως δεν μας είναι άγνωστα όλα αυτά, νομίζω. Οι δικοί μας πολιτικοί έχουν, φυσικά, μία τεράστια διαφορά σε σχέση με τους συναδέλφους τους από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ναι μεν δεν επιχειρηματολογούν, ναι μεν αναπαράγουν ξύλινα συνθήματα, αλλά μπορούν όσο κανείς άλλος σε τούτη την πλάση να μιλούν ακατάπαυστα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Μπορεί να ορύεται ο συντονιστής, να ουρλιάζουν οι άλλοι καλεσμένοι και να σκάνε βόμβες απ’ έξω – ο έλλην πολιτικός δεν κομπιάζει και προχωρά προς τη δόξα. Όταν κάποτε καταφέρει κανείς να ξεχωρίσει μια-δυο λέξεις εν μέσω κραυγών, απολαμβάνει επιχειρήματα του κάτωθι βεληνεκούς. «Τόσα χρόνια που ήσασταν κυβέρνηση (οι μεν 3,5 οι δε 20) γιατί δεν κάνατε αυτά που υπόσχεστε τώρα;». Αυτό εκτοξεύεται ως ερώτημα ρητορικόν: ο εκτοξευτήρας (και ουχί εκτοξεύων, καθότι όργανο) έχει πεισθεί ότι μόνο τρεις απαντήσεις υπάρχουν εδώ. Πρώτον, επειδή δε θέλατε, δεύτερον, επειδή δεν μπορούσατε και τρίτον, επειδή ούτε θέλατε ούτε μπορούσατε. Μόνο που οι πιθανές απαντήσεις είναι απεριόριστες: δεν προλάβαμε, δεν ήταν κατάλληλες οι συνθήκες, δεν ήταν στις προτεραιότητες μας, δεν υπήρχαν χρήματα, μας έβαλαν εμπόδια ή έστω δεν μας έκοψε βρε αδερφέ! Τώρα που όλα αυτά έχουν διορθωθεί, ήρθε η ώρα να τα κάνουμε κι αυτά που παραλείψαμε – απλό δεν είναι; Μας λένε τα κόμματα της Αριστεράς για το άρθρο 16: «η αναθεώρησή του σημαίνει κατάργηση της δωρεάν παιδείας»! Διότι, προφανώς, όπου υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν μπορούν να υπάρχουν και δημόσια και μάλιστα πολύ καλά – ηλίου φαεινότερον. Ή ακόμα καλύτερα, «αυτά είναι νεοφιλελεύθερες πολιτικές» και αυτό είναι κακό και αίσχιστο – παρά το γεγονός ότι κανείς δεν έχει καταλάβει τι διάολο είναι αυτός ο «νεοφιλελευθερισμός». Αποτέλεσμα των συζητήσεων αυτού του επιπέδου είναι να μην απευθύνονται οι συμμετέχοντες στους πολίτες αλλά στους τηλεοπτικούς δημοσιογράφους. Διότι αν κερδίσεις το δημοσιογράφο-Κριτή, θα κερδίσεις και τις εντυπώσεις στο τέλος. Και αν κερδίσεις τις εντυπώσεις στο τέλος, μπορεί και να κερδίσεις τις ψήφους όσων δεν άκουσαν ακριβώς αυτά που ήθελαν να ακούσουν από το στόμα σου. Σύνθημα και συμπάθεια, λοιπόν, και καλή συγκομιδή.

 

Εδώ ίσως να αναρωτιέται κανείς αν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα. Απέκτησαν δηλαδή οι ραδιοτηλεοπτικοί δημοσιογράφοι τεράστια δύναμη και ανάγκασαν τους πολιτικούς μας να αγωνίζονται για την έυνοιά τους ή δεν είχαν οι πολιτικοί τι να πουν και πήραν τα ηνία οι Χατζηνικολάου αυτού του κόσμου; Νομίζω πως η λογική λέει ότι συνέβη το δεύτερο: όταν ακόμα δεν υπήρχε τηλεόραση -ή και ραδιόφωνο- οι πολιτικοί μας διοργάνωναν συγκεντρώσεις με πλαστικά σημαιάκια και εκτόξευαν συνθήματα που επαναλάμβανε ο –κατά τα λοιπά- κυρίαρχος λαός σε κατάσταση ιερής έκστασης. Έτσι, έγιναν απείρως χρησιμότεροι οι καλοί συνθηματολόγοι και οι βροντόλαλοι των κομματικών νεολαιών και μπήκαν στο περιθώριο όσοι είχαν κάτι να πουν σε μία συζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα: πολιτικά (και ενίοτε και κυριολεκτικά) αγράμματοι που ποζάρουν στα παράθυρα απευθυνόμενοι στον «απλό πολίτη» και υποκλινόμενοι στον παρουσιαστή του δελτίου των 20:00. Και, φυσικά, δύσμοιροι κληρονόμοι των κουβαλητών πλαστικών σημαιών που μάλλον δε θα δουν πριν το τέλος του βίου τους πολιτικές συζητήσεις στην τηλεόραση – είτε θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο είτε όχι. Όσο για τους ίδιους τους κουβαλητές, μάλλον είναι ικανοποιημένοι γιατί δεν βγάζουν κάλους στις διαδηλώσεις και όλη η δουλειά γίνεται στα ΜΜΕ.

 

Και τώρα, με ιδιαίτερη χαρά και ακολουθώντας το παράδειγμα του νεωτέρου των συνιστολόγων θα προχωρήσω σε μία χαριτωμενιά προς τόνωση της εμπορικής δύναμης του συνιστολογίου. Ιδού, λοιπόν, το top ten των ανθρώπων που θα ήθελα να βλέπω όσο το δυνατόν περισσότερο στην τηλεόραση σε αυτή την προεκλογική περίοδο – η σειρά είναι τυχαία.

 

1) Γιώργος Καρατζαφέρης – διότι θριαμβεύει σε ένα δύσκολο για τον Έλληνα είδος: την standup comedy.

2) Αλέκα (χωρίς επώνυμο – το έχει κερδίσει αυτό) – γιατί κάθε φορά που χαρακτηρίζει κάτι «αντιδραστικό» (προς τι αραγε για να είναι τόσο μεγάλο έγκλημα;) μου θυμίζει τα πανέμορφα τοπία μίας περιοχής που θα ήθελα πολύ να επισκεφθώ κάποτε: και το όνομα αυτής Σιβηρία.

3) Έφη Σαρρή – γιατί η διαφορά ανάμεσα στους καλλιτέχνες/αθλητές/κοκ υποψηφίους που δεν ξέρουν τι λέει το άρθρο 24 ή τι είναι το ΑΕΠ και σε αυτούς που ξέρουν είναι ότι οι πρώτοι το παραδέχονται. Από την άλλη, όσοι σοκαρίστηκαν τώρα με την Εφούλα, είχαν απατηλά οδηγηθεί στην εντύπωση ότι ο Βασιλείου, η Κούρκουλα και η Ανουσάκη ήταν μέλη της Ακαδημίας Αθηνών που στον ελεύθερο χρόνο τους έπαιζαν σε σκουπιδοταινίες/σειρές; Άλλωστε, τι είχαμε τι χάσαμε;

4) Γιάννης Ιωαννίδης – γιατί έσπασε τραπέζ(ι)α σε συνεντέυξεις τύπου, κατέστρεψε τον πληρέστερο έλληνα shooting guard, πλάκωσε παίχτη του στον πάγκο και έδωσε καινούργιο νόημα στη φράση «πίνουν νερό στο όνομά του». Και τώρα, φέρνει αυτό το αδαμάντινο ήθος και στο Κοινοβούλιο.

5) Αλέκος Αλαβάνος – γιατί η ανεπανάληπτη ικανότητά του να είναι γοητευτικά ασυνάρτητος δεν είναι τίποτα μπροστά στο κατόρθωμά του να κάνει τον κόσμο να πάρει στα σοβαρά τον Πολύδωρα και τη γελοία δήλωσή του για τους απολογητές των επεισοδίων. Έκτοτε, στο καφενείο να κάθεσαι και να πεις κακή κουβέντα για τους κουκουλοφόρους έναν κίνδυνο να σου την πέσει ο Αλέκος τον διατρέχεις.

6) Φάνη Πάλλη-Πετραλιά – γιατί όποιος έχει γίνει τόσες φορές ρεζίλι δημοσίως και εξακολουθεί όχι μόνο να εκτίθεται (από κάθε άποψη) στο δημόσιο βίο αλλά και να εκλέγεται (!) αξίζει του σεβασμού μας και της τηλεθέασής μας.

7) Γιώργος Παπανδρέου – γιατί μία ματιά του ρίχνεις και σηκώνεις το τηλέφωνο για να ανανεώσεις την συνδρομή στο γυμναστήριο και να κλείσεις δάσκαλο ιστιοσανίδας. Με τόση παχυσαρκία και αγυμνασιά, και μόνο γι’ αυτό του αξίζει να κυβερνήσει τον τόπο.

8 ) Γεράσιμος Γιακουμάτος – όταν τον είδα χωρίς μουστάκι φοβήθηκα ότι θα την πάταγε όπως ο Σαμψών αλλά το «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» ήταν εκτός γνωστικού πεδίου του Μάκη κι έτσι αναγέννηθηκε από τις στάχτες του και χαρίζει ακάθεκτος στιγμές παραδοσιακού ελληνικού γέλιου στο λαό.

9) Nievskii ή Ευάγγελος Πολυμερόπουλος – γιατί ο ποιοτικός και σεμνός πολιτικός λόγος είναι απαραίτητος στην ελληνική τηλεόραση και ο κ. Πολυμερόπουλος αποδεικνύει ότι ο φιλελεύθερος είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, ανεκτικός (tolerant για τους αγγλόφωνους). Άλλωστε, πάντα θαύμαζα τους νταήδες του διαδικτύου.

10) Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος – γιατί έχει τη φινέτσα του DEstaing, το χάρισμα του Churchill και τον σκοτεινό δυναμισμό του Putin και σίγουρα θα έλεγε απείρως πιο ενδιαφέροντα πράγματα από την ξύλινη συνθηματολογία και τους μισαλλόδοξους αφορισμούς του προέδρου του. Και είναι και πρότυπο λαϊκού εραστή από σήριαλ του Ant1.