Archive for 22 Σεπτεμβρίου 2007

Ασκήσεις φιλελευθερισμού Ι: η αρχή της βλάβης και μερικές τρικλοποδιές στον Mill.

22 Σεπτεμβρίου 2007

O J. S. MillΜε την παρούσα ανάρτηση εγκαινιάζεται μία σειρά κειμένων με αντικείμενο τον φιλελευθερισμό, τις βασικές αρχές του και τις συνηθέστερες παρεξηγήσεις γύρω από αυτόν. Πριν μπούμε στην ουσία, ας μου επιτραπούν μερικές διευκρινήσεις. Όπως θα παρατήρησαν όσοι είχαν την μνημειώδη υπομονή να ακούσουν την συζήτηση που είχαμε με το Νικόλα του Θεωρείν και τον Σωτήρη στην Αναμόρφωση, είμαι της άποψης ότι η θρησκευτική ευλάβεια με την οποία πολλοί φιλελεύθεροι (άνθρωποι σαν εμάς ,κυρίως, και όχι πολιτικοί φιλόσοφοι) ακολουθούν κάποιες φιλελεύθερες αρχές κάνουν κακό στον ίδιο το φιλελευθερισμό ως πολιτικό ρεύμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταλήγουμε πάντα σε «ερμαφρόδιτες» λύσεις, αλλά έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όσο «απλά» παρουσιάζονται από πολλούς φιλελεύθερους – κάτι σύνηθες και στο ελληνόφωνο διαδίκτυο. Από την άλλη, μένω πιστός στην προσπάθεια μου να συζητούμε χαλαρά χωρίς ταυτόχρονα να προσεγγίζουμε δύσκολες έννοιες εντελώς επιδερμικά. Με αυτά κατά νου, προχωρώ στο κυρίως μέρος.

Η αρχή της βλάβης αποδίδεται κατά απαράβατο κανόνα στον John Stuart Mill. Πρόκειται για την περίφημη φράση από το On Liberty όπου ο Mill υποστηρίζει ότι η ελευθερία των ανθρώπων πρέπει να περιορίζεται μόνο όταν με τις υπό κρίση πράξεις του βλάπτουν άλλους – αντίθετα, το καλό του ίδιου του εαυτού μας ή της κοινωνίας γενικότερα δεν αρκεί. Ο Mill χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη “liberty” (πολιτική ελευθερία) αλλά στην πραγματικότητα, νομίζω, μιλάει για προσωπική αυτονομία. Το πλαίσιο του είναι ωφελιμιστικό: θα είναι καλύτερα για όλους αν εφαρμόζεται η αρχή της βλάβης (οι λόγοι που προβάλλονται στο On Liberty θα συζητηθούν αλλού) καθώς και αν, γενικά, περιορίζεται η εξουσία του κράτους και των μηχανισμών του πάνω στο άτομο. Ο σύγχρονος εκφραστής της θεωρίας του Mill είναι ο Joel Feinberg, ο οποίος στο τετράτομο έργο του “The Moral Limits of the Criminal Law” προσφέρει μία εξαιρετικά εκλεπτυσμένη εκδοχή της αρχής της βλάβης, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απαντήσει και σε πολλές από τις ήδη γνωστές αλλά και σε κάποιες από τις αναμενόμενες ενστάσεις κατά της ανάλυσής του. Είναι το δίδυμο MillFeinberg και η αρχή της βλάβης όπως προέκυψε στο έργο του πρώτου και διαμορφώθηκε στο έργο του δεύτερου που με απασχολούν εδώ.

Εκ πρώτης όψεως, όσα διαβάζει κανείς στο On Liberty ακούγονται απολύτως λογικά: γιατί να περιορίζεται η ελευθερία μας όταν δεν ενοχλούμε κανέναν; Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει την προσωπικότητά του όπως εκείνος επιθυμεί υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις του αφορούν μόνο τον ίδιο. Με το ερώτημα «τι ακριβώς λογίζεται ως βλάβη;» θα ασχοληθώ επίσης στο μέλλον (πως αλλιώς θα υπάρξουν και μελλοντικές ασκήζεις φιλελευθερισμού;). Για τους σκοπούς του κειμένου αρκεί η πιο απλή και στενή ερμηνεία της έννοιας που μπορεί να σκεφθεί κανείς: βλάβη είναι αυτή που ασκείται στο σώμα και στην περιουσία μας – αυτό θα μας παρότρυνε να κάνουμε και ο Mill. Σοβαρές βλάβες στο νευρικό σύστημα (από υπερβολικό φόβο για παράδειγμα) ή το άγχος που προκαλεί η ανασφάλεια για τη ζωή ή την υγεία μας θα λογίζονται ομοίως ως βλάβες στο σώμα. Σε αυτή την πρώτη άσκηση, λοιπόν, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν περιπτώσεις που ανεπιφύλακτα θα θέλαμε να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις εκείνες που επιτρέπουν τον περιορισμό της ελευθερίας μας αλλά δεν καλύπτονται από την αρχή της βλάβης.

Ήδη με την πρώτη αυτή ψηλάφιση της έννοιας της βλάβης προκύπτουν τα πρώτα ερωτήματα. Αν ο Α πυροβολήσει τον Β και αστοχήσει χωρίς να του προκαλέσει καμμία απολύτως βλάβη δεν εμπίπτει η πράξη στου στις τιμωρητέες κατά την αρχή της βλάβης; Ο Mill κάνει λόγο για την τεράστια σημασία της ασφάλειας σαν κάτι από το οποίο εξαρτάται «η αξία κάθε καλού». Δεν μπορεί λοιπόν παρά να μην είμαστε ασφαλείς όταν κάποιος μας πυροβολεί ελεύθερα, ακόμα κι αν δεν μας πετύχει ποτέ. Ο Feinberg εισάγει τη βαρύτητα και την πιθανότητα μίας πράξης ως κριτήρια υποστηρίζοντας πως όσο μεγαλύτερη είναι η πρώτη τόσο μικρότερη είναι ανάγκη να είναι (για να παρέμβουμε στις αποφάσεις ενός ατόμου) η δεύτερη και αντιστρόφως, παραδεχόμενος πως δεν είναι ανάγκη να επέλθει η βλάβη για να περιορισθεί η ελευθερία του πράττοντος αλλά αρκεί και η απειλή της βλάβης. Η πρώτη αναγκαία προσθήκη, λοιπόν, είναι η διακινδύνευση, χωρίς την οποία η αρχή της βλάβης εν στενή εννοία δε θα κάλυπτε μία σειρά από εγκληματικές απόπειρες που θα έπρεπε ασφαλώς να εμποδίζονται. Είναι, νομίζω, σαφές ότι η διακινδύνευση μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στην αρχή της βλάβης χωρίς την ανάγκη ιδιαίτερων «υποχωρήσεων» και «νοθεύσεων» της θέσης του Mill – οπότε ας περάσουμε στα πιο δύσκολα.

Υπάρχει μία κατηγορία βλαβών που καλούνται συνήθως «σωρευτικές» (accumulative harms). Πρόκειται για συμεπριφορές που δεν επιφέρουν το επιβλαβές αποτέλεσμα παρά μόνο με τη «βοήθεια» άλλων παρόμοιων συμεριφορών. Ένα κλασικό παράδειγμα (με το οποίο έχεις ασχοληθεί και ο ίδιος ο Feinberg εδώ) είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος. Υπάρχει ένα όριο στην εκπομπή ατμοσφαιρικών ρύπων κάτω από το οποίο δεν προκύπτουν επιπτώσεις στο περιβάλλον. Οι εκπομπές της εξάτμισης του αυτοκινήτου του καθενός από εμάς βρίσκονται σίγουρα πολύ κάτω από το όριο αυτό. Είναι, λοιπόν, απαράδεκτο, κατά την αρχή της βλάβης, να περιορίζεται η ελευθερία του οποιουδήποτε να οδηγεί το παλαιάς τεχνολογίας ρυπογόνο αυτοκίνητό του όπου και όσο θέλει από την στιγμή που η δική του ατομική συμπεριφορά δε βλάπτει κανέναν. Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμα παράδοξο με τις σωρευτικές βλάβες. Ας ονομάσουμε το όριο αυτό πάνω από το οποίο βλάπτεται το περιβάλλον Α: ο οδηγός του αυτοκινήτου που θα εκπέμψει το ρύπο που θα «πιάσει» το όριο αυτό θα βλάψει, πράγματι, το περιβάλλον και θα μπορεί, σύμφωνα πάντα με την ίδια αρχή, να αποτραπεί από κάτι τέτοιο. Δεν κάνει, όμως, τίποτα διαφορετικό από όσους μόλυναν το περιβάλλον πριν από εκείνον – αλλά δεν του προκαλούσαν βλάβη!

Κάποιες άλλες συμπεριφορές είναι αβλαβείς μεν αλλά τόσο «ενοχλητικές» ώστε να απαγορεύονται στις περισσότερες έννομες τάξεις. Το πλέον σύνηθες παράδειγμα είναι αυτό του «φρόνιμου καταπατητή»: ο Α φεύγει για διακοπές και ο Β βρίσκει τον τρόπο να μπει στο σπίτι και να ζήσει σε αυτό χωρίς να κάνει την παραμικρή ζημιά. Ο Mill έχει ήδη μιλήσει για ασφάλεια βέβαια, αλλά για να αποφύγουμε την συζήτηση για το τι είναι «ασφάλεια» και τι «αίσθημα ασφάλειας» (αυτό, δηλαδή, που δε θα νιώθει ο Α αν μάθει ότι ο Β μπήκε στο σπίτι του), ας υποθέσουμε ότι ο Α δεν μαθαίνει ποτέ τι έκανε ο Β –για όποιον ενδιαφέρεται την προαναφερθείσα διαφορά εξηγεί ο Ripstein στον Bird στο “Legal Moralism and the Harm Principle: A Rejoinder” στο Philosophy and Public Affairs 35, no2. Δε θα πρέπει να σταματήσει ο γείτονας Γ τον Β από το να μπει στο σπίτι του Α; Δεν πρόκειται εδώ για μία συμπεριφορά εντελώς αβλαβή; Η αρχή της βλάβης μοιάζει να αδυνατεί –και εδώ- να προσφέρει μία ικανοποιητική απάντηση.

Τα παραπάνω παραδείγματα καταδεικνύουν αυτό που υπαινίχθηκα από την αρχή: η αρχή της βλάβης είναι μία καλή βάση, μία καλή αφετηρία για μία ολοκληρωμένη θεώρηση του μείζονος ζητήματος των θεμιτών περιορισμών της προσωπικής αυτονομίας. Είναι, όμως, ταυτόχρονα μία θέση που, ως έχει στο On Liberty, αδυνατεί να προσφέρει τις απαντήσεις που απαιτούν βασικές μας διαισθήσεις για συμπεριφορές που δεν μπορούν να θεωρηθούν εν στενή εννοία βλαπτικές. Αυτή η πρώτη δεσμίδα ερωτημάτων και ενστάσεων είναι, νομίζω, μία καλή αρχή για μία περισσότερο διεισδυτική συζήτηση που θα ακολουθήσει και θα αφορά -μεταξύ άλλων- και τις προσπάθειας ερμηνείας της αρχής που ξεφεύγουν από τη Millian παράδοση.

Advertisements