Archive for Νοέμβριος 2007

Populus iure naturali solutus?

28 Νοεμβρίου 2007

Το θέμα του σημερινού μου άρθρου με το ιχθυωτικό λατινοφανές γλωσσικό του ένδυμα δεν ξέρω αν καλύτερα χαρακτηρίζεται νομικό ή φιλοσοφικό. Θα ήθελα μάλλον να είναι νομικό, με την έννοια του να δοθῄ κάποια ενδονομική λύση σε αυτό, αλλά μάλλον υπάγεται στην δικαιοδοσία της πολιτικής φιλοσοφίας. Αναφέρομαι σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες κάποια, δημοκρατικώς θεσπισμένη, συνταγματική ρύθμιση είναι αντίθετη με αυτό που οι περισσότεροι από εμάς θα θεωρούσαν ως όντως Δίκαιο, είτε το ονομάσουμε αυτό φυσικό δίκαιο είτε θεϊκή εντολή είτε φιλελεύθερο παράδεισο είτε σοσιαλιστική νομιμότητα είτε αστακομακαρονάδα είτε όπως αλλιώς. Με άλλα λόγια, ποια είναι η νομική τύχη μιας συνταγματικής ρύθμισης η οποία, αν βρισκόταν στο κοινό νομοθετικό επίπεδο, θα κρινόταν αδίστακτα αντισυνταγματική και μάλιστα αντίθετη στις θεμελιώδεις διατάξεις του συγκεκριμένου συντάγματος, εκείνες ακριβώς που ανήκουν στον κοινό συνταγματικό πολιτισμό μας;

Πολλοί θα με κατηγορήσουν πάλι ότι μικρολογώ και ότι ασχολούμαι με απιθανότητες που δεν πρόκειται ποτέ να απασχολήσουν τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Μπορεί και μακάρι∙ εκτός όμως του ότι έργο του νομικού δεν είναι μόνο να κολλάῃ μεγαρόσημα, αλλά και να στοχάζεται για εκείνες τις περιπτώσεις οι οποίες δοκιμάζουν την κρίση του και οξύνουν την φαντασία του, καθόλου δεν νομίζω ότι παρόμοιες περιπτώσεις βρίσκονται στον χώρο της επιστημονικής νομικής φαντασίας: η θανατική ποινή στις ΗΠΑ και η προστασία της ζωής∙ η κληρονομική βασιλεία κάποιων χωρών της Εσπερίας και η αρχή της ισότητας.

Ας κάνουμε τώρα ένα από αυτά τα νοητικά πειράματα στα οποία αρέσκονται οι φιλόσοφοι.

Στην Δημοκρατία της Κνωσσού η Συντακτική Συνέλευση εργάζεται πυρετωδώς για το νέο Σύνταγμα της χώρας. Σε αυτό περιλαμβάνεται ομοθύμως και το εξής άρθρο:

«Κάθε χρόνο επτά νέοι και επτά νέες που επιλέγονται με κλήρωση θυσιάζονται στον Μινώταυρο».

Πρέπει να σημειώσω ότι υπήρξε κάποια συζήτηση ως προς τον τρόπο επιλογής των δεκατεσσάρων θυμάτων του Μινώταυρου. Προτάθηκαν σχετικώς διάφορες ρυθμίσεις, όπως π.χ. η μέθοδος της εκλογής με καθολική, μυστική και ίση ψηφοφορία ή η μέθοδος της αλφαβητικής εναλλαγής. Συζητήθηκε επίσης εκτενώς αν η προβλεπόμενη αναφορά σε «νέους» και «νέες», έστω και σε ίσο αριθμό, εισήγε κάποια έμφυλη διάκριση απᾴδουσα με το γράμμα και το πνεύμα άλλων συνταγματικών ρυθμίσεων, καθώς και το ενδεχόμενο αυξομείωσης των ποσοτικών εισφορών κάθε φύλου χάριν θετικής διακρίσεως. Συνελόντι ειπείν και αφού τηρήθηκαν σχολαστικά όλοι οι κανόνες της έλλογης διαβούλευσης σε μια πολυφωνική-πολυπολιτισμική-μετανεωτερική δημοκρατία, τελικά προτιμήθηκε η οδός της κλήρωσης ως η πλέον συμβατή με την συνταγματική αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται εμφατικά και στο κνωσσικό Σύνταγμα όπως και στο ελληνικό.

Ερωτάται αν αποτελῄ δίκαιο η εν λόγῳ ρύθμιση. Όχι αν εφαρμόζεται βέβαια, αυτό δεν με ενδιαφέρει. Ούτε όμως αν είναι δίκαιη: προφανώς δεν είναι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ερωτώ κατά πρώτον αν ισχύῃ∙ και σε δεύτερο βαθμό θα τολμούσα να ρωτήσω αν στοιχειοθετῄ κἀν δίκαιο.

Υπάρχουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα. Η απάντηση που ευνοώ στο πρώτο ερώτημα επιχειρεί να ανασύρῃ από την ναφθαλίνη της νομικής θεωριοθήκης την θεωρία περί αντισυνταγματικών συνταγματικών διατάξεων, η οποία, με το οξύμωρο και παράδοξο όνομά της, προσπάθησε μεταπολεμικά να προστατεύσῃ την αρτιγέννητη Δημοκρατία της Βόννης από μελλοντικούς συνταγματικούς κινδύνους. Για την διάκριση και ιεράρχηση συνταγματικών διατάξεων, κατά τρόπον ώστε να αναγνωρίζωνται διαφορετικά επίπεδα τυπικής ισχύος και ωρισμένες συνταγματικές διατάξεις να οφείλουν συμμόρφωση ή έστω μη αντίθεση σε άλλες, διακρίνω πρόχειρα δύο τρόπους: ο πρώτος, πιο τυπικός, αξιοποιεί την διάκριση αναθεωρήσιμων και μη αναθεωρήσιμων διατάξεων του Συντάγματος. Αν η διαφοροποίηση ως προς την αναθεωρησιμότητα έχῃ κάποιο νόημα, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ότι οι μη αναθεωρήσιμες διατάξεις είναι ανώτερες. Ίσως να μην είναι ανώτερες με τον τρόπο που ένας τυπικός νόμος είναι ανώτερος ενός προεδρικού διατάγματος, αλλά είναι ανώτερες.

Ο δεύτερος τρόπος που έχω κατά νου είναι ουσιαστικώτερος και, εύλογα, πιο αφῃρημένος και δυσχερής στην πρακτική του εφαρμογή. Ερείδεται στην διάκριση συνταγματικών αρχών και συνταγματικών κανόνων που απορρέουν από αυτές. Εάν ο κανόνας, η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, συγκρούεται με την αρχή, είναι ανίσχυρος.

Η διπλή απάντηση που έδωσα στο πρώτο ερώτημα, αυτό της ισχύος του επίμαχου συνταγματικού κανόνα, είναι μια απάντηση λίγο πολύ νομική και ως τέτοια έχει και νομικά όρια. Τι θα συμβῄ δηλαδή αν το κνωσσικό Σύνταγμα συμβαίνῃ να μην προστατεύῃ την ανθρώπινη ζωή σε κάποια διάταξή του; Τι θα συμβῄ αν, αντιθέτως, διακηρύσσει ότι π.χ. «η διατήρηση της ζωής του πολίτη εξαρτάται από την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος/την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης/τον σεβασμό της βούλησης της δημοκρατικώς εκπεφρασμένης πλειοψηφίας»; Μήπως εν προκειμένῳ το τεθέν συνταγματικό δίκαιο δεν είναι άξιο του ονόματος δίκαιο, αλλά είναι ένας κανόνας άλλους είδους, παρόμοιος με τους κανόνες διαρπαγής της λείας στους Ούννους ή εκτέλεσης των εντολών στους μαφιόζους;

Κάπου εδώ το ζήτημα εκφεύγει πλέον οριστικώς της επιχειρηματολογικής μου ικανότητας. Ίσως επανέλθω όταν μεγαλώσω και ωριμάσω.

ΥΓ: Μετά από παρατήρηση του Ασμοδαίου, έκανα την αναγκαία γραμματική διόρθωση στον τίτλο. Τα λατινικά στρινγκ θέλουν και επιδέξιους nates!

Advertisements

Περί μεταναστεύσεως

13 Νοεμβρίου 2007

Οι πιο σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσῃ η Ελλάδα τις δεκαετίες που έρχονται είναι η μετανάστευση και το ασφαλιστικό. Ιδού μερικές σκέψεις για την μεταναστευτική πολιτική του μέλλοντος.

Α) Η μετανάσταση είναι αναπόφευκτη.

Η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα. Η Ελλάδα είναι πέρασμα σε ακόμα πιο πλούσιες χώρες. Η μετανάστευση κατευθύνεται από τις φτωχές χώρες στις πλούσιες, όπως ακριβώς η θερμότητα μεταφέρεται από τα θερμά σώματα στα ψυχρά. Έτσι απλά. Όσο γρηγορώτερα το πάρουμε απόφαση, τόσο καλύτερα. Οι μετανάστες για να φτάσουν εδώ αποχαιρέτησαν οικογένειες και πατρίδες, πέρασαν βουνά και θάλασσες, πουλήθηκαν σε δουλεμπόρους, κρύωσαν, πείνασαν, θαλασσοπνίγηκαν, ανατινάχτηκαν από νάρκες. Δεν τους το ζητήσαμε, αλλά προσωπικά συγκινούμαι από τον πόνο, την ελπίδα και την λαχτάρα που συνοδεύει κάθε τέτοια ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να ζήσῃ μαζί μας. Και όχι μόνο αυτό: κατανοώ ότι κανένα Λιμενικό Σώμα, κανείς νόμος και κανένας κατάλογος ανεπιθύμητων αλλοδαπών δεν πρόκειται να σταματήσῃ την ανθρώπινη απελπισία και την ανθρώπινη ανάγκη.

Β) Η μετανάστευση είναι ωφέλιμη.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να αποφύγῃ, αλλά κατ’ ευτυχή συγκυρία έχει ανάγκη τους μετανάστες. Οι μετανάστες θα αναλάβουν την ανειδίκευτη εργασία που οι πλούσιοι και μορφωμένοι ιθαγενείς δεν θέλουν να κάνουν, οι μετανάστες θα σώσουν το ασφαλιστικό σύστημα από την κατάρρευση, οι μετανάστες θα προσφέρουν οικονομική στήριξη και δι’ αυτής πολιτική σταθερότητα στις χειμαζόμενες πατρίδες τους, οι μετανάστες θα μετατρέψουν τον άρρωστο δημογραφικό αμανίτη σε υγιά πυραμίδα, οι μετανάστες θα δώσουν το ανθρώπινο δυναμικό που θα στηρίξῃ μακροπρόθεσμα την ελληνική ανάπτυξη, την ελληνική ισχύ, την ελληνική ευημερία.

Γ) Η μετανάστευση είναι δίκαιη.

Όχι μόνο όμως είναι αναπόφευκτη, όχι μόνο είναι συμφέρουσα, αλλά η μετανάστευση συνιστᾴ εκπλήρωση και ενός ηθικού χρέους αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Είτε ευθυνώμαστε είτε όχι για την γενοκτονία στο Σουδάν ή την ανέχεια στην Μολδαβία, από την στιγμή που συνάνθρωποί μας δυστυχούν δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: κάτι πρέπει να κάνουμε. Και η μετανάστευση είναι μια καλή αρχή.

Δ) Τι δέον γενέσθαι;

Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική είναι ακριβώς αυτό: τυπικά ελληνική. Από την ολοκληρωτική έλλειψη ρύθμισης της δεκαετίας του ’90, δηλαδή την ολοκληρωτική παρανομία, την πλήρη ασυδοσία και ανασφάλεια, περάσαμε στην υπερρύθμιση της δεκαετίας του ’00, τις ατελείωτες λεπτομέρειες, τον ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό έλεγχο, την εισπρακτική λογική, τις αυστηρές ποινές, την συνακόλουθη ημιπαρανομία.

Ο ισχύων μεταναστευτικός νόμος είναι ο ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3536/2007. Θέλω να σχολιάσω ειδικά ένα τμήμα του νόμου αυτού, την αναγωγή σε έγκλημα της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, που προβλέπεται στο άρ. 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, και την τιμώρηση αυτού του ψευδεγκλήματος με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και με εξοντωτική χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων ευρώ.

Αντ’ αυτού η ρύθμιση θα έπρεπε να έχῃ ως εξής: η είσοδος στην επικράτεια παραμένει άδικη πράξη, γιατί κάθε κράτος έχει συμφέρον να ελέγχῃ ποιος εισέρχεται στο έδαφός του. Το άδικο της πράξης όμως είναι διοικητικό και μόνο. Η σχετική παράβαση τιμωρείται με διοικητική απέλαση. Η ποινική διάταξη αναδιατυπώνεται ώστε η τέλεση οποιουδήποτε εκ δόλου πλημμελήματος ή κακουργήματος να είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, δηλαδή η παράνομη είσοδος στην επικράτεια θα τιμωρήται ως έγκλημα αν και μόνον αν ο υπαίτιος διαπράξῃ στην συνέχεια κάποιο εκ δόλου πλημμέλημα ή κακούργημα. Η διοικητική απέλαση δεν αποκλείει την μεταγενέστερη νόμιμη είσοδο στην επικράτεια, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου.

Με αυτήν την απoποινικοποίηση επιτυγχάνεται αφενός η προστασία της κρατικής κυριαρχίας, εφόσον ούτως ή άλλως όποιος εισέρχεται παράνομα θα απελαύνεται, αφετέρου, το κυριώτερο, ο αποστιγματισμός του παράνομου μετανάστη, ο οποίος ως τώρα θεωρείται εγκληματίας, απειλείται με βαρύτατες ποινές, έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο και όχι σπάνια μένει φυλακισμένος για πολλούς μήνες, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί να πληρώσῃ τις ασύλληπτες χρηματικές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου, θα διατηρῄ πάντοτε την ελπίδα, γιατί η Ελλάδα δεν θα έχῃ κλείσει οριστικά τις πόρτες της για αυτόν, αλλά μόνο στον βαθμό που θα επιχειρῄ την παράνομη είσοδο.

Όλοι οι καλοί χωράνε.


Ασκήσεις φιλελευθερισμού ΙΙ: μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε;

6 Νοεμβρίου 2007

Σε αυτή τη δεύτερη άσκηση φιλελευθερισμού ασχολούμαι με ένα θέμα που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως έκφανση της αθάνατης ελληνικής προχειρότητας. Σε μία πρόσφατη κουβέντα που προσπάθησα να κάνω στο ελληνόφωνο διαδίκτυο που όλοι αγαπούμε να μισούμε η συνομιλήτριά μου με έρανε με ουκ ολίγες παραπομπές και με ισάριθμους σχεδόν «ισμούς» αλλά, τελικά, απέτυχε να με εντυπωσιάσει -όπως, φαντάζομαι, επεδίωκε. Ο λόγος; Ελάχιστοι από τους όρους που χρησιμοποίησε ήταν στην σωστή θέση. Στην Ελλάδα μας αρέσει να προσφέρουμε την πολύτιμη σοφία μας (όπως έλεγε και ο Πρέσφιλντ στο κατά τ’ άλλα μέτριο Gates of Fire) αλλά σπανίως κάνουμε τον κόπο να σιγουρευτούμε ότι ξέρουν οι αποδέκτες της εν λόγω σοφίας για ποιο πράγμα μιλάμε. Περί ορολογίας, λοιπόν, ο λόγος σήμερα και πιο συγκεκριμένα περί του μπερδέματος που μας ταλαιπωρεί όποτε κουβεντιάζουμε για τον επάρατο πατερναλισμό και τους ομοίως αηδείς περφεξιονισμό και μοραλισμό.

Πατερναλιστής (paternalist), με απλά λόγια, είναι αυτός που θεωρεί δικαιολογημένο τον περιορισμό της ελευθερίας του ατόμου με σκοπό το καλό του ίδιου του περιοριζόμενου. Όταν λέω ελευθερία εδώ ας πούμε -πολύ αδρά- ότι εννοώ πρωτίστως την πολιτική ελευθερία και ό,τι καλούμε συνήθως προσωπική αυτονομία (= το να είναι κανείς δημιουργός της ζωής του). Συνεπώς, ένας νόμος που επιβάλλει λχ τις ζώνες ασφαλείας ή το προστατευτικό κράνος είναι πατερναλιστικός. Το πρώτο ερώτημα θα πρέπει να είναι λογικά τι εννοούμε όταν λέμε «με σκοπό». Η απάντηση δεν είναι όσο απλή φαίνεται, αλλά, σε γενικές γραμμές, νομίζω ότι είναι απαραίτητο ο στόχος του νομοθέτη στο παραπάνω παράδειγμα να είναι το όφελος του οδηγού. Απλές «πατερναλιστικές» συνέπειες κάνουν, ενδεχομένως, ένα νόμο κακό αλλά όχι πατερναλιστικό. Ο σεβασμός στην πολιτική ελευθερία και την προσωπική αυτονομία είναι εκ των ουκ άνευ για το φιλελεύθερο και αυτό μοιάζει να καθιστά ασύμβατο τον πατερναλισμό με το φιλελευθερισμό. Αυτό φαίνεται πως αποτυπώνεται και στην περίφημη φράση του Μιλλ που έχουμε κουβεντιάσει εδώ και εδώ. Όμως υπάρχουν δύο αγκάθια: το πρώτο αφορά το προφανές γεγονός ότι κάποιον πατερναλισμό (το λεγόμενο ήπιο – weak ή soft) κάθε φιλελεύθερος είναι αποφασισμένος να τον δεχθεί – αλλιώς θα αφήναμε έφηβους, διανοητικά ασθενείς κλπ στην «αυτονομία» τους και, κατά συνέπεια, στην μοίρα τους. Το δεύτερο είναι το επίσης προφανές ερώτημα «γιατί». Γιατί όταν κάποιος κάνει κάτι αυτοκαταστροφικό να καθόμαστε να τον χαζεύουμε αμέριμνοι; Ο Μιλλ λύνει το θέμα με ωφελιμιστικό τρόπο που είναι προφανώς ατυχής αλλά η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει εδώ. Αρκεί να υπενθυμισθεί ότι πολλοί φιλελεύθεροι στοχαστές δέχονται ορισμένα ήδη welfare paternalism με πιο πειστικό επιχείρημα αυτό του R. Dworkin υπέρ του λεγόμενου volitional paternalism. Επανερχόμενος στα των ορισμών τελειώνω με το εξής: έχω την εντύπωση ότι ο πατερναλισμός δεν είναι, όπως διάβαζα σε μεταπτυχιακή εργασία δημοσιευμένη σε ιστότοπο του Πανεπιστημίου Αθηνών, το αντίθετο του κοινωτισμού! Κάθε άλλο: ο πατερναλιστής κινείται απο ένα -πολλάκις εσφαλμένο και επιζήμιο, αλλά πάντως- γνήσιο ενδιαφέρον για το άτομο. Πολλές φορές θα συνέφερε απείρως περισσότερο την κοινωνία να μην συμπεριφερθεί πατερναλιστικά – κλασικό παράδειγμα είναι η εξαιρετικά ασύμφορη υποχρεωτική αποτοξίνωση ή η πανάκριβη νοσηλεία ανθρώπων που θα προτιμούσαν να πεθάνουν. Εκτός, ίσως, αν είναι κανείς ηθικός πατερναλιστής, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται και πάλι… Ως ενός σημείου πάντως μπορεί κανείς να είναι συνεπής φιλελεύθερος και ταυτοχρόνως να δέχεται κάποια ήδη πατερναλισμού.

Μοραλιστής (moralist) είναι εκείνος που θεωρεί δικαιολογημένη την επιβολή ενός συγκεκριμένου συστήματος ηθικών κανόνων – και όχι, φυσικά, εκείνος που διαθέτει ένα. Το σύστημα αυτό μπορεί να είναι εκείνο που θεωρεί το αντικειμενικά ορθό (critical morality) ή απλά εκείνο που υιοθετεί μία συγκεκριμένη κοινωνία. Το δεύτερο ακούγεται -και είναι- εξαιρετικά δυσάρεστο ως θέση και αποτελεί το αντικείμενο του περίφημου Hart-Devlin debate. Ο Devlin επιμένει ότι κάθε κοινωνία έχει συμφέρον στην επιβίωσή της και, κατά συνέπεια, στην επιβολή της ηθικής που την εκφράζει, διότι η κοινή ηθική είναι ένα από εκείνα τα στοιχεία που συγκρατούν τις κοινωνίες (εδώ ο κοινωτισμός είναι φανερός). Φυσικά, μία κοινωνία ναζί θα πρέπει να διαλυθεί το συντομότερο δυνατό και όχι να επιβιώσει contra στους αντιναζί – και αυτό αρκεί ως απάντηση. Το πρόβλημα, από την άλλη, με την αντικειμενική ηθική είναι ότι όλες οι θεωρίες που προτείνουν κριτήρια για την διακρίβωσή της έχουν σοβαρά προβλήματα. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι τέτοια ηθική δεν υπάρχει – άλλωστε και κριτήρια όπως η αρχή της βλάβης την ίδια ακριβώς δουλειά κάνουν κι ας τα προτιμούν πολλοί από εκείνους που ορκίζονται ότι ισχύει το αντίθετο (πολλοί, δηλαδή, ηθικοί σχετικιστές). Προς το παρόν, πάντως, και σε επίπεδο ορολογίας πάντοτε, φαίνεται πως ο φιλελεύθερος δεν μπορεί να είναι μοραλιστής κυρίως διότι αυτό συνεπάγεται την επιβολή στο άτομο κανόνων που εκείνο δεν ασπάζεται – ακόμα και όταν με το να μην τους ασπάζεται δε βλάπτει κανέναν . Τα όμοια ισχύουν, νομίζω, και για τον ηθικό πατερναλισμό (moral paternalism).

Ο περφεξιονιστής (perfectionist) είναι εκείνος που δεν ασπάζεται την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας ή του ουδέτερου κράτους. Η τελευταία μας θυμίζει ότι το κράτος θα πρέπει να είναι ουδέτερο απέναντι σε διαφορετικές αντιλήψεις του καλού και της καλής ζωής και να πριμοδοτεί όλες αυτές τις αντιλήψεςι κάθε φορά που το κάνει για μία εξ αυτών. Η επιλογή των λέξεων είναι προσεχτική: ο, ας πούμε, «ουδετεριστής» (neutralist) δεν είναι υποχρεωμένος να πει ότι δεν υπάρχουν καλές και κακές ζωές – αυτό, άλλωστε, θα τον καταδίκαζε, καθώς κανείς δεν μπορεί να πει ότι η ζωή του εργατικού, τίμιου και φιλάνθρωπου φιλότεχνου δεν είναι καλύτερη (και περισσότερο άξια προστασίας) από εκείνη του οκνηρού, δολοπλόκου και εκμεταλλευτή παιδόφιλου. Ο περφεξιονιστής, όμως, λέει καθαρά ότι υπάρχουν επιλογές και τρόποι ζωής που δεν αξίζουν της κρατικής προστασίας γιατί δεν εμπεριέχουν, για παράδειγμα, τίποτα πολύτιμο. Αν κάποια μερίδα του πλυθησμού θεωρεί καλό να περνά τις μέρες της στην συντροφιά των ναρκωτικών, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το κράτος θα πρέπει να τη διευκολύνει απλά και μόνο επειδή διευκολύνει τους αθλητικούς τύπους με πάρκα και γήπεδα! Ο περφεξιονιστής δεν είναι απαραίτητα κοινωτιστής -για τους ίδιους λόγους που δεν είναι κατά κανόνα και ο πατεναλιστής- χωρίς να αποκλείεται να είναι, οπότε θα είναι πιθανότατα και μοραλιστής (θεωρώντας λχ άξιους προστασίας μόνο τους σύμφωνα με κάποιο σύστημα ηθικών κανόνων καλούς τρόπους ζωής) . Φυσικά, ο περφεξιονιστής μπορεί πολύ άνετα να είναι φιλελεύθερος: ο ίδιος ο Μιλλ δέχεται πως ίσως κάποια «κέντρα διαφθοράς» όπως οι χαρτοπαικτικές λέσχες θα πρέπει να επιτρέπεται να κλείνουν με κρατική παρέμβαση, χωρίς, ασφαλώς, να απαγορεύεται ο ίδιος ο τζόγος – κάτι που λίγοι φιλελεύθεροι περφεξιονιστές θα υποστήριζαν σήμερα ως ακραίο. Σε πιο σύγχρονα μονοπάτια, ο Joseph Raz κατέστησε σαφές, στο Morality of Freedom ότι η έννοια «φιλελεύθερος περφεξιονισμός» δεν εμπεριέχει τίποτα το παράλογο – με μία σειρά από προϋποθέσεις που αφορούν τα μέσα κρατικής παρέμβασης και, φυσικά, το σεβασμό πολλών διαφορετικών τρόπων ζωής και όχι ενός ή λίγων, όπως θα υποστήριζαν οι κλασικοί περφεξιονιστές με αριστοτελικές ή καθολικές (ή και τα δύο!) επιρροές.

Η ελεύθερη αγορά των αισθημάτων ΙΙ

3 Νοεμβρίου 2007

Ας αναλογιστούμε λίγο τον παραλληλισμό που έκανα την προηγούμενη φορά. Καθένας μας πουλάει και αγοράζει στην αγορά του έρωτα. Πουλάει τον εαυτό του (τα πτυχία του, το πνεύμα του, τα ποντίκια του, τα λεφτά του μπαμπά του, το δασύτριχο στέρνο του) και αγοράζει με αυτόν το αντικείμενο του πόθου του. Σε αυτήν την συμβαση ανταλλαγής την τιμή καθορίζει η ίδια η αγορά, και μάλιστα χωρίς καμία απολύτως παρέμβαση. Αν ο Καλλίρης αξίζει δύο Αναγνωστόπουλους, θα το κρίνῃ η αγορά, δηλαδή εν προκειμένῳ όσοι και όσες «αγοράζουν» άντρες. Αν ο Αναγνωστόπουλος δεν τα καταφέρῃ, λυπούμεθα, ας πρόσεχε.

Ας προχωρήσω με ένα νοητικό πείραμα. Η τα πάντα πληρούσα Κυβέρνηση, θεωρώντας απαράδεκτη την ισορροπία τιμών που έχει διαμορφωθεί στην αγορά του έρωτα και διαβλέποντας κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής στην ολοένα μεγαλύτερη αντιζηλία Ωραίων και Άσχημων, προβαίνει στον διοικητικό καθορισμό των τιμών, προβλέποντας ανώτατη τιμή πωλήσεως της ομορφιάς και κατώτατη εγγυημένη τιμή πωλήσεως της ασχήμιας. Και για να μην παραβιαστούν ατομικά δικαιώματα σε δραστικό βαθμό, η πάνσοφος Κυβέρνηση παραγγέλλει την κατασκευή του Ερμαφρόδιτου, ενός εξειλιγμένου ανθρωποειδούς μηχανήματος, κατάλληλου να ικανοποιήσῃ όλες τις ερωτικές επιθυμίες. Σε κάθε Άσχημο παρέχεται η εγγύηση δισεβδομαδιαίας χρήσης του πλησιέστερου διαθέσιμου Ερμαφρόδιτου έναντι συμβολικού ποσού∙ για φοιτητές και συνταξιούχους προβλέπονται ειδικές τιμές.

Προς στιγμήν οι Άσχημοι αναθαρρεύουν από την πολιτική τους νίκη∙ μπορούν πλέον να έχουν την ασφάλεια ότι σε κάθε περίπτωση θα μπορούν να βρουν ερωτικό σύντροφο. Η πραγματικότητα όμως άλλα κελεύει: Πολλοί Άσχημοι, γνωρίζοντας ότι θα βρουν Ωραίους συντρόφους, έστω και από τους λιγώτερο Ωραίους, χάνουν κάθε κίνητρο να βελτιώσουν την εμφάνισή τους, ώστε να περάσουν στην κατηγορία των Ωραίων, π.χ. χάνοντας βάρος ή πηγαίνοντας στο γυμναστήριο ή διαβάζοντας Συνιστολόγιο. Αντιθέτως, κάποιοι Ωραίοι συνειδητοποιούν ότι συμφέρει περισσότερο η περιωρισμένη, αλλά βέβαιη ερωτική επιτυχία των Άσχημων παρά ο μόχθος της δίαιτας, των ονυχοκόμων και της τοπικής αποτρίχωσης για να παραμείνῃ κανείς Ωραίος. Χάνοντας κάθε σχετικό κίνητρο, μεταπίπτουν στην κατηγορία των Άσχημων. Πολύ σύντομα οι Άσχημοι πολλαπλασιάζονται και όχι πολύ μετά εξαφανίζονται οι Ωραίοι. Όσοι κατά τύχη γεννιούνται Ωραίοι, προσπαθούν να το κρύψουν εξαιτίας της κοινωνικής κατακραυγής, υποβαλλόμενοι σε πλαστικές εγχειρήσεις και αντιγράφοντας το χτένισμα του τρίτου εκ των συνιστολόγων. Δεν υπάρχουν πλέον Άσχημοι και Ωραίοι και όλοι μπορούν να κάνουν σεξ με όλους, τηρώντας την πολιτική ευπρέπεια βεβαίως βεβαίως. Το κράτος μπορεί πλέον να μαραθῄ και η κρατική παρέμβαση να σταματήσῃ: ο ερωτικός κομμουνισμός έχει επιτευχθεί.

Τι θα έχῃ απογίνει όμως η ομορφιά;