Archive for Μαρτίου 2008

Ανακάθαρσις Ι

30 Μαρτίου 2008

poinikos-kodikas.jpg

Στην ανάρτηση αυτή θα ήθελα να πιάσω πάλι τον παλιό μίτο της Ανακαθάρσεως. Θέλω συγκεκριμένα να αναφέρω απλώς, δίκην καταλόγου, τις αλλαγές που θεωρώ ότι πρέπει να γίνουν στην ποινική μας νομοθεσία, πρώτα στον Ποινικό Κώδικα και ακολούθως και σε κάποιους ειδικούς ποινικούς νόμους, για να γίνουν περισσότερο σύμφωνοι με το Σύνταγμα, ηπιώτεροι, αποτελεσματικώτεροι και, γιατί όχι, πιο φιλελεύθεροι. Θα είμαι κάπως συνθηματολογικός, όχι μόνο επειδή κάποιες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τις έχω αναπτύξει εκτενέστερα εδώ ούτε μόνο επειδή δεν σκοπεύω να κάνω την ανακαθαρτική μου δημοσίευση πολύ τεχνική και λεπτομερειακή, αλλά επειδή ενδιαφέρομαι κυρίως να καταλογογραφήσω την πτερόεσσα και ασυμμάζευτη σκέψη μου σε ένα κατάλογο πρακτέων, ένα του ντου λιστ βρε παιδί μου. Κάθε απορία φυσικά ευπρόσδεκτη.

Ο αναγνώστης του Συνιστολογίου που ίσως απορήσῃ και εξαναστῄ με κάποιες (ή με όλες!) από τις προτάσεις ας αρκεστῄ για την ώρα στην διαβεβαίωση ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή σκέψης που τις ενώνει όλες και ότι δεν γράφω άκοπα και εκ των ενόντων, αλλά αφού στίψω το μυαλό μου καμπόσο. Το μυαλοζούμι μου καταθέτω εδώ.

Και μια τελευταία εισαγωγική παρατήρηση: συχνά στην συνέχεια θα αναφέρωμαι σε απεγκληματοποίηση και κατάργηση ποινικών διατάξεων. Ας μην σκανδαλίζωνται οι αναγνώστες: πολλές φορές (όχι πάντα όμως!) δεν εννοώ την απεγκληματοποίηση ως νομιμοποίηση, καθώς κάτι μη εγκληματικό μπορεί κάλλιστα να είναι αστικά ή διοικητικά άδικο. Απλώς θέλω, στις περιπτώσεις αυτές, να θέσω εκποδών, να πετάξω από τα πόδια μας την άχρηστη και αχρείαστη ποινική ύλη, για να μπορέσουμε καμιά φορά να πετάξουμε.

Αρχίζω λοιπόν:

Γενικό Μέρος Ποινικού Κώδικα

− Κατάργηση του άρ. 4 ΠΚ περί μη εφαρμογής της αρχής nulla poena sine lege praevia στα μέτρα ασφαλείας.

– Κατάργηση του άρ. 8 περ. (ι) ΠΚ περί εφαρμογής της αρχής της παγκόσμιας δικαιοσύνης επί παράνομης κυκλοφορίας και εμπορίου άσεμνων δημοσιευμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 13 περ. στ΄ ΠΚ περί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης.

– Κατάργηση των άρ. 18 εδ. γ΄, 26 παρ. 2 και 47 παρ. 3 ΠΚ περί πταισμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 19 εδ. β΄ ΠΚ.

– Κατάργηση του άρ. 21 ΠΚ περί προσταγής.

– Κατάργηση του άρ. 24 ΠΚ περί υπαίτιας πρόκλησης άμυνας.

– Πρόβλεψη μειωμένης ποινής για την μη συγγνωστή νομική πλάνη (άρ. 31 παρ. 2 ΠΚ).

– Κατάργηση του άρ. 33 ΠΚ περί κωφαλάλων εγκληματιών.

– Κατάργηση των άρ. 37-41 ΠΚ περί εγκληματιών ηλαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμόν κ.λπ.

– Μετατροπή του άρ. 42 ΠΚ περί αποπείρας: γενική τιμώρηση της απόπειρας στα κακουργήματα, όπου προβλέπεται στα πλημμελήματα.

– Κατάργηση του άρ. 43 ΠΚ περί απρόσφορης απόπειρας.

– Μετονομασία του ηθικού αυτουργού σε υποκινητή (άρ. 46 παρ. 1 περ. α΄).

– Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ περί άμεσου συνεργού.

− Πρόβλεψη κατ’ αρχήν μειωμένης ποινής για τον υποκινητή και τον συνεργό, η οποία δύναται να εξομοιωθῄ με την ποινή του αυτουργού.

− Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 2 ΠΚ περί προσχηματία υποκινητή (agent provocateur).

– Κατάργηση του άρ. 48 ΠΚ περί γενικής διάταξης επί των συμετόχων.

Advertisements

Μικρό εκτρωτικό

23 Μαρτίου 2008

Η πιο καθαρή περίπτωση ηθικού δικαίωματος σε έκτρωση είναι ίσως εκείνη της εγκύου που εξαναγκάστηκε να μείνῃ έγκυος, ας πούμε με βιασμό. Συμφωνώ λοιπόν και εγώ ότι η συγκεκριμένη έγκυος έχει κάθε ηθικό δικαίωμα να προβῄ στην έκτρωση του κυήματος.

Ας υποθέσουμε όμως ότι η εν λόγῳ έγκυος αποφασίζει να κυοφορήσῃ και να γεννήσῃ το έμβρυο, επειδή ας πούμε θεωρεί ότι ό,τι έγινε, έγινε και το αθώο έμβρυο δεν φταίει σε τίποτε. Πώς θα χαρακτηρίζαμε ηθικά την στάση της αυτή;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η δεύτερη έγκυος πράττει κατά τρόπο σύμφωνο με τις ηθικές αξίες, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να πούμε ότι πράττει σε εκτέλεση κάποιου καθήκοντος. Αντιθέτως, το κοινό και εκ του προχείρου αίσθημα θα έλεγε ότι η πράξη της ενεργείται πέραν του καθήκοντος. Αν όμως η πρώτη έγκυος είχε το ηθικό δικαίωμα να προβῄ στην έκτρωση και η δεύτερη έγκυος έπραξε πέραν του ηθικού καθήκοντος αποδεχόμενη την εγκυμοσύνη της, πώς κρίνονται συγκρινόμενες οι δύο πράξεις; Και ποια είναι η ορθοπραξία εν προκειμένῳ; Με άλλο λόγια, ποια είναι η ηθικώτερη ανάμεσα στις δύο κατ’ αρχάς ηθικές επιλογές;

Σε μια ανάλογη περίπτωση, δεν νομίζω ότι θα δυσκολευόμασταν πολύ. Αν η επιλογή ήταν μεταξύ του να πέσουμε στην παγωμένη θάλασσα για να σώσουμε κάποιον που πνίγεται ή να τηλεφωνήσουμε σε κάποια αρχή, δεν υπάρχει κανείς που δεν θα μας συνιστούσε το πρώτο, αν τυχόν ήμασταν σωματικώς ικανοί, ως ηθικά ανώτερη. Καλή η κλήση βοήθειας, αλλά καλύτερη η προσωπική προσπάθεια.

Εδώ δεν βλέπω κάτι διαφορετικό. Καλή και άγια η έγκυος που προβαίνει στην έκτρωση, καλύτερη και αγιώτερη όμως εκείνη που κρατάει το μωρό που φτερουγίζει μέσα της. Εκείνη που μεταβάλλει την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη σε επιθυμητή μητρότητα. Εκείνη που μεταμορφώνει την ανάγκη σε προαίρεση. Όπως λέει και η Ιφιγένεια στον στ. 1375-1376 της εν Αυλίδι: «τούτο δ’ αυτό βούλομαι ευκλεώς πράξαι». Φρικτή η καταναγκαστική εγκυμοσύνη, ειδικά ως προϊόν βιασμού, αλλά όλα τα φρικτά πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε ευκλεώς.

Κάθε γυναίκα που μένει παρά την θέλησή της έγκυος πρέπει να γεννᾴ το παιδί της∙ τοὐλάχιστον αυτό πρέπει να την συμβουλεύουμε ως ηθικά ανώτερο. Δεν πρέπει να φοβώμαστε να το λέμε από φόβο μήπως μας θεωρήσουν αντιδραστικούς, σεξιστές ή ό,τι άλλο.

Περί απεργίας και ψευδαπεργίας

19 Μαρτίου 2008

Κάποτε υπήρχε η απεργία. Ένα ατομικό δικαίωμα κάπως ιδιόμορφο, γιατί ασκείτο μόνο συλλογικά (όπως και δυο τρία άλλα βέβαια), το οποίο στην βάση του ήταν κάτι σαν εκβίαση, στρεφόμενη κατά του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας άλλων συμπολιτών. Βασάνισε τους νομικούς για κάμποσο καιρό, αλλά τελικά μπόρεσαν να την τιθασεύσουν: ο απεργός εργαζόμενος εκβιάζει τον εργοδότη για να επιτύχῃ κάποια αναπροσαρμογή των όρων της μεταξύ τους σύμβασης. Απλό, μια δυαδική σχέση είναι. Κάποια ερωτήματα, όπως γιατί το ελληνικό Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα της (αντ)απεργίας και στους εργοδότες ή πόσο μπορεί να περιορίσῃ ο νόμος την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας σε ωρισμένες κατηγορίες δημοσίων ή άλλων υπαλλήλων, ας μείνουν εδώ αναπάντητα.

Μετά χρόνια και καιρούς γεννήθηκε η ψευδαπεργία. Είχε το ίδιο όνομα με την απεργία, αλλά τελείως διαφορετική δομή, στόχευση και λειτουργία. Πλέον δεν απεργούσαν οι εργαζόμενοι, αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι ή και οι μικροεργοδότες. Η απεργία των εργαζομένων δεν στρεφόταν πλέον κατά του εργοδότη, απειλώντας την οικονομική ελευθερία του και τα πολύτιμα κέρδη του, αλλά κατά του κοινωνικού συνόλου. Η απεργία μεταλλάχθηκε από εκβίαση σε αρπαγή: οι απεργοί έπιαναν ομήρους όλους τους άλλους συμπολίτες τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι είχαν στα χέρια τους μονοπώλια με θεμελιώδη σημασία για το κοινωνικό σύνολο. Και φυσικά ποιο θεμελιωδέστερο μονοπώλιο και ποιο πιο μονοπωλιακό θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης από τον κρατικό μηχανισμό; Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: άλλαξε ο αποδέκτης των αιτημάτων της απεργίας, που δεν ήταν πλέον ο εργοδότης, αλλά το παντοδύναμο, πολυέλεο, πολυεύσπλαγχνο, πολυπλόκαμο Κράτος. Η ψευδαπεργία έγινε πλέον τριγωνική σχέση.

Μία ακόμη αναπάντεχη συνέπεια της γέννησης της ψευδαπεργίας ήταν μια κάπως απρόσμενη εφαρμογή του νόμου του Γρεσχάμου: η κακή απεργία εξαφάνισε πλήρως την καλή. Η απεργία που είχε νόημα, σκοπό, κοινωνικό περιεχόμενο υποχώρησε προτροπάδην στην ψευδαπεργία των δημοσίων υπαλλήλων κατοχής, του τσαμπουκά χαβαλέ και των προνομίων που βαφτίζονται «κεκτημένα».

Εγώ δεν απεργώ σήμερα. Δεν μου φταίνε σε τίποτε οι εντολείς μου. Δεν θέλω τίποτε από το κράτος, εκτός από την ησυχία μου. Ας βγούνε άλλοι στους δρόμους με όπλα στους ώμους.

Laissez baiser!

17 Μαρτίου 2008

Το παρόν είχε δημοσιευθεί αρχικά στην Αναμόρφωση· ευχαριστώ όσους έκαναν τον κόπο να σχολιάσουν εκεί, ιδίως τον Ασμοδαίο, που διώρθωσε τα ανύπαρκτα γαλλικά μου. Στο αρχικό κείμενο προσέθεσα κάποια σημεία από την εμπειρία των τελευταίων μηνών.

Το αρχαιότερο επάγγελμα, η πορνεία, η επ’ αμοιβῄ έκδοση ή όπως αλλιώς το αποκαλέσουμε κατά πολιτικήν ευπρέπειαν λαθροβιοί στην σημερινή Ελλάδα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς μεταξύ νομιμοφανούς παρανομίας και ημιπαράνομης νομιμότητας. Η πορνεία είναι μεν νόμιμη, οι προϋποθέσεις όμως που της επιβάλλονται αρμόζουν περισσότερο σε μια κοινωνικώς επιβλαβή συμπεριφορά που κατ’ ανοχήν επιτρέπεται και καλύτερα θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου παρά σε αυτό που πράγματι είναι, προσφορά ερωτικών υπηρεσιών μεταξύ συναινούντων υποκειμένων, όπου κάθε ηθική αξιολόγηση εκ μέρους του κράτους περιττεύει. Επιχειρηματολογώ συνεπώς ότι η ισχύουσα κρατική ρύθμιση είναι υποκριτική, διότι, ενῴ ισχυρίζεται ότι εκλαμβάνει την πορνεία ως μια οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στην πραγματικότητα, αφορμώμενη όχι λίγο από παλαιού τύπου ηθικισμό, επιχειρεί να την περιορίσῃ με κάθε είδους περιττούς διοικητικούς περιορισμούς και να θέσῃ τον πληθυσμό των συγκεκριμένων επαγγελματιών υπό ασφυκτικό έλεγχο, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το δικαίωμά τους να εργάζωνται και για την διαφθορά των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων. Στα επόμενα σχολιάζω κάποιους από αυτούς τους περιορισμούς και επιχειρώ να εξαγάγω τα σχετικά συμπεράσματα.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι ο Ν. 2734/1999 (ΦΕΚ Α-161) περί εκδιδόμενων επ’ αμοιβῄ προσώπων. Μερικά από τα περιεχόμενα του νόμου αυτού που με προβληματίζουν είναι τα ακόλουθα:

Στο κατά τ’ άλλα λογικό άρ. 1 προβλέπεται ότι για να μπορέσῃ κάποιο πρόσωπο, συνήθως γυναίκα, να ασκήσῃ το συγκεκριμένο επάγγελμα πρέπει να είναι άγαμη, χήρα ή διαζευγμένη. Δεν πρόκειται για κανένα πολύ σημαντικό προαπαιτούμενο από πρακτική άποψη, αλλά νομίζω το διέπει ένας αδικαιολόγητος ηθικισμός: αν κάποια δεν ενδιαφέρεται για τον γάμο της αρκετά, ώστε να προτιμᾴ να είναι πόρνη ή, πολύ περισσότερο, συναινεί ο άντρας της, δεν είναι δουλειά του κράτους να προμαχῄ υπέρ ενός γάμου ήδη νεκρού ή, εν πάσῃ περιπτώσει, ανορθόδοξου. Όποιου το δικαίωμα σε αποκλειστική γενετήσια συνάφεια προσβάλλεται, ας υποβάλῃ αγωγή διαζυγίου.

Εκείνο βέβαια που δεν προκύπτει ευθέως από το άρ. 1, αλλά από την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4, είναι ότι, προκειμένου να εκδοθῄ το πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, η εκδιδόμενη δακτυλοσκοπείται στην Αστυνομία. Ποιος ο λόγος να υποβληθῄ σε μία διαδικασία που εκλαμβάνεται ως ταπεινωτική και προσβλητική; Διανοήθηκε κανείς να δακτυλοσκοπήσῃ τους κομμωτές ή τους ιχθυοπώλες;

Στο άρ. 2 του νόμου προβλέπεται ότι «Πρόσωπα, που κατέχουν πιστοποιητικό που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, υποχρεούνται, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες, να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, με μέριμνα των υγειονομικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθῄ ο κάθε αναγνώστης. Πρόκειται για στοιχειώδες μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας, σωστά; Όσο και αν ακουστῄ παράξενο όμως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η υποχρεωτική δεκαπενθήμερη ιατρική εξέταση έχει κάποιο νόημα. Δεν αμφισβητώ το γεγονός φυσικά όχι μόνο της ύπαρξης και μακροημέρευσης του AIDS, αλλά περισσότερο ίσως της έξαρσης των μεταδιδόμενων νοσημάτων, από τα κονδυλώματα ως την ηπατίτιδα. Απλώς μου γεννάται η εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κατάλοιπο της εποχής της σύφιλης και ότι η ιατρική εξέταση, το βιβλιάριο και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ακόμα μέσο ελέγχου και εξουσίασης του συγκεκριμένου πληθυσμού. Αν δηλαδή η αιτία είναι ότι οι συγκεκριμένες επαγγελματίες έρχονται σε ερωτική επαφή με πολλούς άνδρες, για να είμαστε ειλικρινείς ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με όσες (και όσους!) μη επαγγελματίες κάνουν το ίδιο. Κανείς δεν σκέφτηκε βέβαια να επιβάλῃ κάτι τέτοιο στον μπήχτη ή στην παρτόλα της γειτονιάς. Στο κάτω κάτω οι παράνομες πόρνες έχουν την νοημοσύνη να ελέγχωνται μόνες τους και η διάδοση ασθενειών δεν οφείλεται τόσο σε αυτές όσο στους πιεστικούς, μερακλήδες πλην αμβλύνοες πελάτες τους…

Στο άρ. 3 παρ. 1 του νόμου προβλέπεται μια σύγχρονη μορφή δουλοπαροικίας: η εκδιδόμενη είναι υποχρεωμένη να εκδίδεται σε συγκεκριμένο οίκο ανοχής, ένα και μοναδικό, εφοδιάζεται δε με ειδική άδεια εγκατάστασης, που την προσδένει αμετάκλητα με τον συγκεκριμένο οίκο. Με τον τρόπο αυτό τίθεται στην παρανομία χωρίς λόγο η πορνεία των ροζ αγγελιών, του κολ γκερλ, της συνοδού και γενικώς της βίζιτας: η πορνεία πολυτελείας, εκείνη που αποφέρει τα περισσότερα έσοδα, δωρίζεται χωρίς πολλά πολλά στην παρανομία και στα κυκλώματα του υποκόσμου. Λαμπρή ιδέα.

Στο άρ. 3 παρ. 3 και 4 εξάλλου προβλέπονται τα εξής: «3. Οι δήμοι και οι κοινότητες καθορίζουν, με απόφασή τους, τον αριθμό των εν λόγω αδειών που επιτρέπεται να χορηγούνται στην περιφέρειά τους, με βάση τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ανάγκες, που σχετίζονται κυρίως με τον πληθυσμό τους και τη σύνθεση αυτού, την ύπαρξη στρατοπέδων, λιμανιών και βιομηχανικών μονάδων, καθώς και με την ανάπτυξη εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων που επιβάλλουν απασχόληση ή διέλευση ατόμων από άλλες περιοχές. […] 4. Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια, καθώς και σε χώρους που δεν είναι κύριας χρήσεως και δεν πληρούν τους όρους του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Επίσης, Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση σε κτίρια που απέχουν, σε ακτίνα λιγότερο από 200 μέτρα, από ναούς, σχολεία, νηπιαγωγεία, φροντιστήρια, παιδικούς σταθμούς, νοσηλευτικά ιδρύματα, κέντρα νεότητας, αθλητικά κέντρα, οικοτροφεία, βιβλιοθήκες και ευαγή ιδρύματα, καθώς και από πλατείες και παιδικές χαρές».

Συνέπεια αυτών των διατάξεων, σε συνδυασμό και με το άρ. 3 παρ. 2, είναι ότι σχεδόν όλοι οι οίκοι ανοχής στεγάζονται σε κοτέτσια. Από την στιγμή που ο νόμος απαγορεύει την στέγαση σε πολυκατοικίες, αν δεν συναινέσουν όλοι, δηλαδή ποτέ, απαγορεύει όμως και την στέγαση σε διατηρητέα, τι απομένει; Μπορεί να το διαπιστώσῃ με τα μάτια του ο καθένας στην Λιοσίων.

Επιπλέον, ο περιορισμός της απόστασης από πλατείες, σχολεία, ναούς κ.λπ. δεν νομίζω ότι ωφελεί. Εντάξει, έχει κάποιο νόημα, αλλά όχι σήμερα, που η πορνογραφία π.χ. είναι μέσα σε κάθε σπίτι μέσῳ του Διαδικτύου∙ αν υπάρχῃ κάποιος κίνδυνος, ας τον αναζητήσουν εκεί οι ηθικολογούντες.

Επιπλέον, οι περιορισμοί δεν είναι νομίζω και συνταγματικώς ανεκτοί. Δεν είναι δυνατόν να τίθενται τέτοιοι που να απαγορεύουν στην πράξη την άσκηση μιας νόμιμης δραστηριότητας σε σχεδόν ολόκληρη την έκταση του Δήμου Αθηναίων! Υπάρχουν και λειτουργούν περί τους 250 οίκους ανοχής∙ από αυτούς είναι ευρέως γνωστό ότι άδεια έχει ένας (1) και μοναδικός…

Όσο για τον περιορισμό στην έκδοση των αδειών, είναι προφανές ότι είναι δώρο ουρανόσταλτο στα κάθε λογής ανεξέλεγκτα μασατζίδικα: αφού υπάρχει η ζήτηση για αγοραίο έρωτα, θα καλυφθῄ ούτως ή άλλως. Ο νόμος (και τα δημοτικά συμβούλια που καλούνται να τον εφαρμόσουν) απλώς προτιμᾴ να στρουθοκαμηλίζῃ και να ευνοῄ κατ’ αποτέλεσμα τους σκοτεινούς καναπέδες κάποιων μπαρ από τα νόμιμα πορνεία. Η NIMBY νοοτροπία των δημοτικών μας αρχόντων τέτοια αποτελέσματα έχει.

Στο άρ. 5 προβλέπεται ότι «Η χρήση οικημάτων για άσκηση επαγγελματικού ομαδικού εταιρισμού με οποιοδήποτε μορφή, όνομα ή τίτλο απαγορεύεται». Και αυτή η διάταξη δεν προσφέρει τίποτα και μου είναι ακατανόητη. Η περιβόητη απαγόρευση του ομαδικού εταιρισμού, εκτός του ότι αφήνει τις μεμονωμένες πόρνες έκθετες στους κάθε λογής «προστάτες», έχει οδηγήσει και στην εξής παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία: υπάρχουν νόμιμες και παράνομες παρτούζες! Ναι, όπως το διαβάσατε, το ελληνικό κράτος έχει γνώμη για το σε ποιους συνδυασμούς επιτρέπται να κάνουν έρωτα επί πληρωμῄ τρία άτομα. Έτσι, για να χρησιμοποιήσω την πορνογραφική συμβολολογία, ο συνδυασμός MFΜ ή ΜΜF επιτρέπεται, ο συνδυασμός όμως FΜF ή FFM συνιστᾴ «ομαδικό εταιρισμό», απαγορεύεται και συνεπάγεται αυτόφωρο!

Τέλος πάντων, το χειρότερο έρχεται στο άρ. 6: «1. Η άδεια εγκατάστασης και χρήσης οικήματος αφαιρείται για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως τρεις (3) μήνες και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι έξι (6) μήνες, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 3, στις εξής περιπτώσεις: […] β. Όταν μέσα στο οίκημα ή εξαιτίας της χρήσης αυτού τελούνται στην περιοχή εγγύς του οικήματος αξιόποινες πράξεις ή εκδηλώνονται αταξίες αντικοινωνικού χαρακτήρα, που προκαλούν το κοινό αίσθημα ή δημιουργούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία ή τη νεολαία ή τα ήθη». Ξέχασαν το δημοκρατικό πολίτευμα…

Στο ίδιο πνεύμα πνεύμα εντάσσεται και η ποινική διάταξη του άρ. 5: «4. Με φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών τιμωρείται όποιος δημοσία παρενοχλεί το κοινό, προκαλώντας αυτό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις ή κινήσεις». Ως προς το τι προστατεύει ακριβώς αυτή η διάταξη, ο ευρών αμειφθήσεται… Πρόκειται για την διάταξη που εφαρμόζεται κυρίως εις βάρος των παρενδυσιών που κάνουν πεζοδρόμιο, για να αντιμετωπιστῄ αυτός ο μείζων κίνδυνος για την κοινωνία μας…

Για να μην παρεξηγηθώ, κανείς δεν υποστηρίζει ότι η πορνεία δεν πρέπει να υπόκηται σε απολύτως κανενός είδους περιορισμό. Υποστηρίζω όμως ότι οι περιορισμοί αυτοί αφενός δεν πρέπει να είναι ασφυκτικοί, ώστε εν τοις πράγμασιν να καταπνίγουν μια καθ’ όλα νόμιμη δραστηριότητα, αφετέρου να είναι πρακτικοί, να υπηρετούν δηλαδή κάποια σκοπιμότητα του 21ου αιώνα και των προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει.

Από οικονομικής άποψης, το αποτέλεσμα όλων αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να περιγραφῄ ως εξής: ο νόμος ανεβάζει το κόστος εισόδου στην αγορά της πορνείας σε επίπεδο ανώτερο του σημείου ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης χωρίς αποχρώντα λόγο. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργήται αναπόφευκτα μαύρη αγορά. Γυναίκες ανατολικοευρωπαϊκής κυρίως και αφρικανικής προέλευσης εξαναγκάζονται να μπουν στο κύκλωμα της παρανομίας και να αναζητήσουν προστάτη από τους αστυνομικούς ελέγχους και την απειλή της απέλασης. Δεν οφείλεται μόνο εδώ βέβαια φυσικά το φρικτό φαινόμενο του λεγόμενου trafficking, η σημερινή υποκριτική κατάσταση όμως οπωσδήποτε δεν βοηθάει: σε ποιον να αποταθῄ η παράνομη πόρνη, η πόρνη που εξαναγκάζεται από την πληθώρα των διοικητικών περιορισμών να γίνῃ παράνομη;

Δεν νομίζω λοιπόν ότι κάνω λάθος υποστηρίζοντας ότι το πιο ελεύθερο σεξ είναι δίχως αμφιβολία καλό για όλους μας και πρώτα μάλιστα για τις ιέρειες του έρωτα…

Ορθογραφικά

12 Μαρτίου 2008

Όποιος με έχει διαβάσει έστω και μία φορά, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να θυμάται όχι τις ιδέες και τις απόψεις μου, όσο την, ας πούμε ιδιόρρυθμη, ορθογραφία μου. Ο λόγος για αυτήν την υπεροχή της μορφής έναντι του περιεχομένου είναι όχι μόνο τα ελαττώματα του περιεχομένου, αλλά και ότι ακολουθώ μια αυστηρή ιστορική ορθογραφία, κατά βάσιν ίδια με αυτήν την απλής καθαρεύουσας που ίσχυε μέχρι την ράλλεια ορθογραφική μεταρρύθμιση, την οποία προφανώς δεν αποδέχομαι.

Στο άρθρο αυτό όμως δεν θέλω να αυτοδιαφημιστώ ούτε να προπαγανδίσω τα κάλλη των υπογεγραμμένων, αλλά να εκθέσω κάποιες ορθογραφικές απορίες μου, με την ελπίδα ότι κάποιος εγκρατέστερος χριστιανός θα βρεθῄ για να τις λύσῃ.

– Πώς ορθογραφείται το απαρέμφατο του αορίστου, με το οποίο σχηματίζονται οι συντελεσμένοι χρόνοι; Η κρατική δημοτική τα ορθογραφεί όλα ισοπεδωτικά σε -ει, αλλά ετυμολογικά δεν δικαιολογείται αυτό. Κάποια προέρχονται όντως από απαρέμφατα μελλοντικά σε -σειν, άλλα όμως προήλθαν από απαρέμφατα παθητικού αορίστου, γιαυτό νομίζω ότι πρέπει να ορθογραφούνται ανάλογα. Άρα: έχω αγαπήσει, έχω φιλήσει, αλλά έχω αγαπηθή, έχω φιληθή. Η διαφοροποίηση αυτή αντικατοπτρίζει, αν δεν κάνω λάθος, ακριβέστερα το ιστορικό έτυμο. Μέχρι τώρα δεν ακολουθούσα αυτόν τον κανόνα, αλλά θα αλλάξω μάλλον στο εξής γραμμή πλεύσης.

– Πώς ορθογραφείται ο μέλλοντας; Η λύση που έχω επιλέξει εγώ είναι η πιο αυστηρή και ιστορικά συνεπής. Συγκεκριμένα, γράφω π.χ. θα γράψῃ, γιατί η συνεκφορά προέρχεται ιστορικώς από μια συντετμημένη τελική πρόταση, του τύπου ήθελε ίνα γράψῃ – ήθελε γράψῃ. Η λύση αυτή ξενίζει όμως οπτικά και, το κυριώτερο, παραπέμπει σε άλλη έγκλιση, την υποτακτική αντί της οριστικής. Εξάλλου, έχει ως αποτέλεσμα ότι γράφονται διαφορετικά ομόηχοι (για τον Νεοέλληνα ομιλητή) μελλοντικοί τύποι της αρχαίας και της νέας, πράγμα που είναι και αυτό κάπως απρόσμενο. Ίσως η αναλογία θα δικαιολογούσε εδώ την απόκλιση από την ιστορική ορθογραφική ορθοδοξία. Προβληματίζομαι.

– Πώς ορθογραφούνται οι αναφορικοϋποθετικές προτάσεις; Εξαρτάται κατ’ εμέ από την έγκλισή τους, άρα από τον υποθετικό λόγο στον οποίο αντιστοιχούν. Λαμπρά, άρα: «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται» = «Αν κάποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», γιατί δεν εκφράζει το προσδοκώμενο, αλλά το πραγματικό, ενῴ το «Όποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» = «Αν κάποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» εκφράζει το προσδοκώμενο και ορθογραφείται αναλόγως. Διακρίνω λοιπόν διαφορά στο νόημα ανάμεσα στο «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», που μας λέει ότι κάποιος όντως μυγιάζεται από την στιγμή που πράγματι έχει την μύγα, και στο «Όποιος έχῃ την μύγα, μυγιάζεται», που ισοδυναμεί με το «Κάθε φορά που κάποιος έχῃ τυχόν την μύγα, μυγιάζεται».

– Πώς ορθογραφούνται οι δευτερεύουσες προτάσεις με αν/όταν/αν και/και αν, δηλαδή οι υποθετικές προτάσεις και συναφώς οι εναντιωματικές και παραχωρητικές; Το πρόβλημα εδώ είναι ότι στην νεοελληνική υπάρχει μόνο το αν ως εισαγωγικός σύνδεσμος, ενῴ έχει χαθεί το ει, οπότε μπορώ είτε να ορθογραφήσω τα πάντα με υποτακτική, επειδή το αν συντάσσεται πάντα με υποτακτική, είτε να διακρίνω την ουσία του νοήματος και να ορθογραφώ ανάλογα με τον υποθετικό λόγο, ανάλογα με το περιεχόμενο δηλαδή και όχι την μορφή. Αυτό μου φαίνεται πιο σωστό, αν και δεν το έχω ακολουθήσει ως τώρα.

– Συναφής απορία: πώς θα ορθογραφηθούν οι πλάγιες ερωτήσεις που εισάγονται με αν; Ως τώρα τις έγραφα όλες ανεξαιρέτως με υποτακτική, αλλά μάλλον δεν είναι σωστό αυτό: το νόημά τους εκφράζει πιο συχνά το πραγματικό, αντιστοιχούν δηλαδή σε ευθείες ερωτήσεις κρίσεως, οπότε η οριστική ενδείκνυται.

Αυτά τα ολίγα. Ισοσ βεβεα θα επρεπε να ακολυθισο τιν πιο δραστικι λισι κε να ξεbερδεβο με τισ πολεσ πολεσ πολιτελιεσ!


Το φαινόμενο Τσίπρα ως occasio για μία γενική πολιτική απογραφή

5 Μαρτίου 2008

Στην παρθενική μου εμφάνιση στο φιλόξενο συνιστολόγιό σας (καταφύγιο για τους πνευματικά κατατρεγμένους…) θα ήθελα να ασχοληθώ με το πολιτικό φαινόμενο των ημερών, τον Αλέξη. Σκοπεύω να χάσω την συνιστολογική μου παρθενία με ένα «πιασάρικο» θέμα. Οι φιλοσοφίες ίσως έρθουν αργότερα, ίσως και ποτέ.

Το φαινόμενο Τσίπρα «προβληματίζει» – όπως λέγουν οι δημοσιογράφοι – το Μαξίμου, την Χαριλάου και τον Περισσό (ως εκ …περισσού μάλλον). Τί αντιπροσωπεύει όμως ο Αλέξης; Από πού έρχεται και πού θέλει να (μας) πάει;

Είναι προφανές ότι ο Αλέξης είναι ευφυής άνθρωπος, όπως άλλωστε και ο πολιτικός του μέντορας, ο Αλέκος. Διαισθάνθηκε γρήγορα τί συμβαίνει σ’ αυτήν εδώ την χώρα, πόσο κουρασμένο είναι το πολιτικό κατεστημένο, όπως επίσης και ο λαός που ψάχνει να βρει τους Μεσσίες του στους γόνους των γνωστών οικογενειών – από φύλαρχο σε φύλαρχο πάμε, όπως σε κάθε τριτοκοσμική χώρα που σέβεται τον εαυτό της. Ο Αλέξης και ο Αλέκος είδαν ότι υπάρχει κενό. Κενό φιλοδοξιών, κενό αγωνιστικότητας και κενό υπαρξιακό. Μία κουρασμένη πολιτική τάξη βολοδέρνει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Ο Πρωθυπουργός μέχρι στιγμής δεν θέλει να αναμετρηθεί με την ιστορία, βιώνοντας προφανώς ένα υπαρξιακό δράμα «θείας» φροϋδικής προελεύσεως. Προσπαθεί να ικανοποιεί το δικό του κομματικό κατεστημένο διαρκώς, αγοράζοντας έτσι εσωκομματική ειρήνη στον χαμηλότερο δυνατό παρονομαστή. Ο ΓΑΠ …απλώς «δεν κάνει το παιδί» (κατά τον γνωστό «γερόλυκο» της πολιτικής)! Η Γενική Γραμματέας αισθάνεται άνετα με το ποσοστό της και δεν θέλει να μπαίνει σε περιπέτειες συνεργασίας με άλλους, που μπορεί να μολύνουν το ακήρατο και διαιώνιο δόγμα. Αυτές είναι οι συνιστώσες του πολιτικού μας συστήματος.

Όποιος ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, με μαχητικότητα και διάθεση ουσιαστικών κοινωνικών μεταβολών, θα κερδίσει το στοίχημα του μέλλοντος. Ο Αλέξης είναι παιδί «ζυμωμένο» στις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες. Είναι παιδί των καταλήψεων, ξέρει από κοινωνική μηχανική, είναι περισσότερο κοινωνικός παρά πολιτικός μηχανικός. Ανέβηκε πάνω στο κύμα της σύγκρουσης και έφτασε πλέον, όταν μιλάει, να του δίνουν όλοι σημασία. Βγήκε στο πεζοδρόμιο, συγκρούσθηκε με τις «δυνάμεις καταστολής», γιατί ξέρει ότι η κάθε εξουσία βασίζεται σε μία επίφαση νομιμότητας και ότι ασφαλώς καμία εξουσία δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Ξέρει δηλαδή ότι η κοινωνική δυναμική αλλάζει τις υφιστάμενες δομές. Και σ’ αυτό έχει απόλυτο δίκιο. Είναι μαρξικός και καλά κάνει. Λίγος Μαρξ δεν βλάπτει, όπως και κάποιοι άλλοι ελάσσονες πολιτικοί φιλόσοφοι ή πολιτειολόγοι. Μ’ αυτούς θα έπρεπε να είχαν ασχοληθεί και στην δεξιά, η οποία ιστορικά στην χώρα μας, και πολύ περισσότερο τώρα στην περίοδο της «ήπιας προσαρμογής», βιώνει το δικό της δράμα: ενώ διαχρονικά χαράσσει την σωστή κατεύθυνση στις βασικές επιλογές για την πορεία του τόπου (οικονομία της ελεύθερης αγοράς και ένταξή μας στην ΕΟΚ), δεν έχει επιχειρήματα, λόγω προφανούς έλλειψης καλλιέργειας των στελεχών της, για να στηρίξει τις θέσεις και τις επιλογές της. Τα στελέχη της λίγο έχουν «ζυμωθεί» στις κοινωνικές διεργασίες και δύσκολα μπαίνουν στον κόπο να πείσουν τους άλλους. Και όποιος δεν μπαίνει στον κόπο να πείσει τους άλλους, όταν μάλιστα τον πνίγει το δίκιο, στρέφεται προς τον λαϊκισμό και τις «ήπιες προσαρμογές» και τελικά χάνει το δίκιό του!

Επανέρχομαι όμως στον Αλέξη. Καθόλο το διάστημα που προηγήθηκε της ανάρρησής του στην ηγεσία του Συνασπισμού έκανε παρέα με τους «ακραίους», για να μπορέσει να ακουστεί. Σε μεγάλο βαθμό τους χρησιμοποίησε. Αυτοί έκαναν βροντερό το παρόν του, σ’ αυτούς οφείλει ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Τώρα, όμως, θα πρέπει σιγά-σιγά να εγκαταλείψει το επαναστατικό του παρελθόν (όχι πλήρως, αφού θα το θυμάται που-και-που). Τώρα πια έφτασε η ώρα της αστικοποίησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις τον ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Πολλοί θα αντιλέξουν, αλλά προβλέπω ότι σταδιακά θα αρχίσει να γίνεται περισσότερο «αστυφιλικός», για να σταματήσει να φοβίζει τους αστούς, που τους αρέσει μεν η επανάσταση, αλλά αγαπάνε εξίσου το παρκαρισμένο μερτσεντικό τους στην Φιλοθέη και δεν θέλουν να το παραχωρήσουν στο κράτος, για να αγοράζει ο Αλέξης πετρέλαιο από τον Τσάβεζ… Και ο Αλέξης τους ξέρει καλά, γι’αυτό και θα τους ικανοποιήσει, δυσαρεστώντας φυσικά τους «ακραίους», δηλαδή την εξωκοινοβουλευτική άκρα αριστερά, που δεν την ενδιαφέρει η (όποια) εξουσία. Τον Αλέξη όμως τον ενδιαφέρει. Η πορεία προς τον λαό είναι πορεία προς την εξουσία. Ήδη με την χθεσινή του εμφάνιση στο Προεδρικό Μέγαρο ο Αλέξης κάνει μία ανεπαίσθητη στροφή (σ’ αυτές τις τακτικές, λεπτές μεταμορφώσεις θα πρέπει να συνηθίσουμε στο εξής): εξερχόμενος από το Μέγαρο μιλάει, για πρώτη φορά, για έναν «νέο πατριωτισμό» που έχει ανάγκη ο τόπος και φοράει πλέον πουκάμισο με το γνωστό αλογάκι.

Όσο περνάει ο καιρός, λοιπόν, ο Αλέξης όλο και περισσότερο θα πλησιάζει προς το κέντρο, κλέβοντας ένα κομματάκι από την εκκλησία-Πασόκ και επιστρέφοντας αμέσως πίσω στην αριστερή φωλιά του. Και όσο παραμένει στο Πασόκ ο ΓΑΠ, ο Αλέξης θα έρχεται πιο κοντά στην εξουσία. Αυτά είναι μάλλον προφανή…

Απομένουν όμως τρεις σοβαρές διευκρινίσεις, για να μην παρεξηγηθώ:

α. Η όλη τακτική του Αλέξη και του Αλέκου δεν έχει πολιτικά τίποτε το μεμπτό. Ληστεύουν «εκκλησίες» οι άνθρωποι και καλά κάνουν. Είναι, επίσης, παρήγορο για την αριστερά στον τόπο μας ότι, παρ’ όλο τον κρατισμό της και τη στείρα άρνησή της απέναντι σε κάθετι καινούργιο, τόλμησε ένα προοδευτικό βήμα και ανέδειξε ως ηγέτη της ένα νέο άνθρωπο, με συγκρότηση, λόγο και παρουσία (αυτές τις ιδιότητες δύσκολα μπορεί να τού τις αρνηθεί κανείς). Τούτο για τα υπόλοιπα κόμματα είναι αδιανόητο. Αυτά χρησιμοποιούν και προωθούν είτε γόνους των γνωστών οικογενειών είτε τραγικές (και αντιαισθητικές) φιγούρες του κομματικού σωλήνα ή δημοσιογράφους του εκδοτικού-μιντιακού κατεστημένου (φταίει βεβαίως και ο κόσμος που τους ψηφίζει). Για τους άλλους δεν υπάρχει στον ήλιο μοίρα. Και εδώ ο Συνασπισμός και τα στελέχη του κάνουν ένα επαναστατικό βήμα και μπράβο τους.

β. Σε επίπεδο ουσίας, εντούτοις, ο Αλέξης δεν λέγει τίποτε καινούριο, απλώς συνεχίζει πιστά το έργο της ανάσχεσης οποιασδήποτε προόδου στην χώρα. Συντάσσεται με τον κρατισμό και τους κρατικοδίαιτους (βλ. την πρόσφατη έφοδο στην ΔΕΗ), που αυτοί ουσιαστικά – και όχι αφηρημένα το σύστημα! – βασανίζουν την γενιά των 700 ευρώ. Μια γενιά που της βγαίνει η ψυχή για τα προς το ζήν και έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά τους προνομιούχους συνδικαλιστές των μεγάλων δημοσίων οργανισμών, με τους οποίους συντάσσεται ο Αλέξης. Από τις συνεχείς απεργίες ή καταλήψεις σε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες δεν πλήττεται ο Σωκράτης, ο Βαρδής ή η Γιάννα, αυτοί έχουν τα λεφτάκιά τους να στείλουν τα παιδιά τους στα καλλίτερα (ιδιωτικά) σχολεία ή πανεπιστήμια ή να νοσηλευθούν στα καλλίτερα νοσοκομεία του κόσμου. Αυτοί που πλήττονται είναι οι μικρο-μεσαίοι, οι μικρο-αστοί, που ζουν και τον πρόσθετο εφιάλτη της ανεργίας, κυρίως επειδή κάποιοι μάχονται λυσσαλέα την ελεύθερη οικονομία και την κάθε μορφής δημιουργικότητα (για να διατηρήσουν φυσικά τα δικά τους προνόμια).

γ. Βεβαίως, ο Αλέξης την δουλειά του κάνει. Τα δύο μεγάλα κόμματα τού έχουν ανοίξει διάπλατα την πόρτα με την στάση τους να απομονώνουν κάθε γνήσια λιμπεραλιστική φωνή (είτε δεξιόθεν είτε αριστερόθεν), που αποτάσσεται τον κρατισμό, τάσσεται υπέρ της ελευθερίας ως θεμελιώδους αρχής στην κοινωνία μας, υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και προτείνει μία περισσότερο εξωστρεφή εξωτερική πολιτική χωρίς φοβικά και μειονεκτικά σύνδρομα, σαν αυτήν που εισηγείται ο συνιστολόγος Αναγνωστόπουλος. Φωνάζει π.χ. ο Μάνος για τις προκλητικές αμοιβές των συμβολαιογράφων ή το 3% των άνευ παραστατικών εξόδων των επιχειρήσεων των ΜΜΕ, αλλά η καθεστηκυία τάξη κωφεύει και κάνει ωσάν περί άλλα να τυρβάζει. Συντηρεί προκλητικά προνόμια υπέρ ολίγων και ετοιμάζεται να δρέψει τους καρπούς της παντελούς έλλειψης ιδεολογίας που την διακρίνει: θα συρθεί κάποια στιγμή να συγκυβερνήσει με τον Αλέξη, είτε το θέλει είτε όχι.

Το τελευταίο δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, αλλά μπορεί να αποτελέσει άσχημη εξέλιξη για τον τόπο, αν δεν υπάρξει ιδεολογικός αντίλογος, γνήσια λιμπεραλιστικός, που θα αντικρούει και θα εξισορροπεί, ακόμη και στο πλαίσιο μιας συγκυβέρνησης, τις σοσιαλεπώνυμες ονειροπολήσεις. Ζούμε πλέον σε ένα νέο περιβάλλον, με βαλκάνιους γείτονες στα βόρεια σύνορά μας, που κάθε άλλο παρά συμπλεγματικοί είναι και τρέχουν με γοργό βήμα προς το μέλλον, διψώντας για διακρίσεις και ευημερία. Κι εμείς τί κάνουμε; Βάζουμε λουκέτο παντού. Κυρίως στα όνειρα των νέων ανθρώπων για ένα δημιουργικό αύριο…

Ευχαριστώ για την ανοχή σας!