Archive for Οκτώβριος 2007

Ποιος είπε το ΟΧΙ;

28 Οκτωβρίου 2007

Ο Υπτγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, Δκτης της VIII Mεραρχίας, επέλεξε την άμυνα στην γραμμή Ελαίας-Καλαμά, παρά την αντίθετη άποψη του Γενικού Επιτελείου. Ριψοκινδύνευσε, στάθηκε και πολέμησε στο Καλπάκι. Νίκησε. Πέθανε ξεχασμένος από όλους το 1962, με το στίγμα του συνεργάτη των Γερμανών. Είπε το δικό του ΟΧΙ.

Ας τον μνημονεύσουμε με σεβασμό σήμερα.

katsimitros.jpg

Ο Άγνωστος Στρατιώτης προσκύνησε την μάννα του, πήρε την ευχή της και έγινε μαρμάρινο μνημείο για να πετάνε τις μολότοφ τους τα κωλόπαιδα. Είπε το δικό του ΟΧΙ.

Ας τον μνημονεύσουμε με σεβασμό σήμερα.

1940stratiotisapoxaireteb1.jpg

Advertisements

Η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων ως έμφυλη διάκριση

24 Οκτωβρίου 2007

Καταπιάνομαι σήμερα με το γνωστό και πιασάρικο ζήτημα του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, μπας και πουλήσουμε κανά φύλλο παραπάνω. Δεν θα ασχοληθώ φυσικά με το εάν και κατά πόσον ένας τέτοιος γάμος θα έπρεπε να αναγνωριστῄ νομικώς, πράγμα που θεωρώ δεδομένο, αλλά με την προσφορώτερη νομική του θεμελίωση.

Συνήθως αναφερόμαστε σε γάμο ομοφυλοφίλων, επειδή προφανώς οι ομοφυλόφιλοι είναι οι κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενοι. Αυτό όμως πόρρω απέχει του να είναι ακριβές∙ όπως ακριβώς όσοι παντρεύονται σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκην ετεροφυλόφιλοι και, πολύ περισσότερο, δεν απαιτείται να είναι, έτσι και σε ένα πιθανό γάμο ομοφύλων οι μελλόνυμφοι καθόλου δεν απαιτείται να είναι ομοφυλόφιλοι.

Νομίζω ότι αυτή η απλή διαπίστωση μπορεί να έχῃ σοβαρές συνέπειες στην επιχειρηματολογία όλων ημών που υποστηρίζουν την θέσπιση ενός ομόφυλου γάμου. Κατά κανόνα δηλαδή προβάλλουμε το δικαίωμα του γενετήσιου αυτοπροσδιορισμού, το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, την απαγόρευση διακρίσεων βάσει γενετήσιου προσανατολισμού ως (ασφαλώς πειστικά ρητορικώς, λίγο όμως εκτός στόχου κατά την γνώμη μου) κανονιστικά επιχειρήματα υπέρ της άποψής μας. Τα πράγματα όμως ενδέχεται να γίνωνται πιο απλά και, κυρίως, πιο εύστοχα με άλλου είδους επιχειρηματολογία.

Αφής στιγμής διευκρινίστηκε ότι το ποιος-βάζει-τι-σε-ποιον δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον θεσμό του γάμου, καθώς ο γάμος ούτε σκοπό την τεκνοποιία έχει (αν είχε, θα απαγορευόταν στους στείρους!) ούτε απαγορεύεται φυσικά υπό την παρούσα μορφή του στους ομοφυλόφιλους (ένας ομοφυλόφιλος άνδρας μπορεί κάλλιστα να παντρευτῄ μια ομοφυλόφιλη γυναίκα!), απομένει κατά την γνώμη μου η οπτική γωνία της απαγόρευσης των εμφύλων διακρίσεων. Η σκέψη αυτή μοιάζει κάπως παράξενη εκ πρώτης όψεως, νομίζω όμως ότι μπορεί να αποτελέσῃ ισχυρό κανονιστικό θεμέλιο.

Εκείνο που κάνει την (ερμηνευτικώς συναγόμενη μέχρι τώρα) απαγόρευση τόσο άδικη είναι ότι γίνεται βάσει του φύλου. Υπάρχει με άλλα λόγια μια σύμβαση, ο γάμος, η οποία επιτρέπεται να τελήται μόνο από αντισυμβαλλόμενους με ωρισμένο συνδυασμό φύλων και όχι άλλο. Αυτό όμως αντίκειται όχι μόνο στην αρχή της συμβατικής ελευθερίας, αλλά και στην απαγόρευση της αυθαιρεσίας ως ειδικώτερη εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, το φύλο και μάλιστα η διαφορά φύλου δεν είναι νομικώς κρίσιμη για την σύναψη της εν λόγῳ συμβατικής σχέσης! Η διαφορά του φύλου θα έπρεπε να ενδιαφέρῃ μόνο στον βαθμό που αφορᾴ τους ελεύθερους συμβαλλομένους. Από εκεί και πέρα, de generibus non disputandum.

Ας κάνουμε ένα μικρό διανοητικό πείραμα: αν το κράτος απαγόρευε π.χ. την σύμβαση μισθώσεως μεταξύ γυναικών, θα υπήρχε μήπως κάποιο συνταγματικό πρόβλημα; Η απάντηση είναι εύγλωττη. Γιατί να ισχύῃ κάτι διαφορετικό στην σύμβαση του γάμου;

Συμπέρασμα: η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων συνιστᾴ έμφυλη διάκριση, διότι ευνοεί εντελώς αυθαίρετα κάποιους συνδυασμούς φύλων έναντι κάποιων άλλων.

Το κράτος όμως (πρέπει να) είναι σαν τους αγγέλους: δεν έχει φύλο!

Ασκήσεις ψυχολογισμού (σημείο) Μηδέν: Τέλσον ψυχολογίας της νιότης

19 Οκτωβρίου 2007

Ο Συνιστολόγος ΑΑ μου δώρισε δύο πράγματα πολύ πρόσφατα (βλ. comments στην ανάρτησή του Ασκήσεις φιλελευθερισμού 1 και ½): Μια καλή αρχαιοελληνική λέξη (τέλσον) αλλά και μια ευγενική κλωτσιά από τον σχολιασμό του εν λόγω post, όπου παρασύρθηκα πράγματι, και άρχισα να κάνω πλάκα με τον ΚΚ για την απώλεια μαλλιών και το τέλος της νιότης…

Με πλήγωσε λοιπόν, ο Αθανάσιος και –το κυριότερο- με ανάγκασε σε μια νέα δημοσίευση. Σε αυτή, θα αφήσω να με αντιπροσωπεύσουν τα λόγια του αγαπημένου μου Λεοπάρδη, του οποίου τον Στοχασμό XLII δεν μελέτησε επαρκώς ο φίλος μου – μολονότι κι εγώ του είχα δωρίσει κάτι κάποτε: το σχετικό βιβλίο.

Προσοχή: Δεν θέλω με την ανάρτησή μου να απογοητευθούμε οι Συνιστολόγοι και οι φίλοι μας, αλλά να γελάσουμε και να ανασυγκροτηθούμε. Δεν παρωθώ εδώ σε ξεπερασμένο ρομαντικό καρυωτακισμό, αλλά σε συνειδητοποίηση και εγρήγορση ώστε να καταλάβουμε -υπό διπλήν έννοια- τον κόσμο!

Στοχασμός XLII:

«Λίγο μετά τα είκοσι πέντε, ο άνθρωπος δοκιμάζει ένα καινούριο συναίσθημα, όταν ξαφνικά διαπιστώνει ότι πολλοί από τους φίλους του τον αντιμετωπίζουν ως μεγαλύτερό τους και παρατηρεί ότι, πραγματικά, υπάρχουν στον κόσμο ένα σωρό νεότεροί του, ενώ ως εκείνη τη στιγμή θεωρούσε ότι κατείχε αδιαμφισβήτητα τον ανώτατο βαθμό νεότητας, για να το πούμε έτσι. Και αν ακόμα ένιωθε ότι υστερούσε από τους άλλους σε όλα τα άλλα, ήταν βέβαιος ότι κανένας δεν τον ξεπερνούσε σε νιάτα. Γιατί οι πιο νέοι από αυτόν, σχεδόν παιδιά ακόμα και σπάνια φίλοι του, ήταν σαν να μην ανήκαν στον κόσμο. Τώρα όμως αρχίζει να αισθάνεται ότι το χάρισμα της νιότης, που θεωρούσε αναπόσπαστο γνώρισμα της προσωπικότητάς του, του δόθηκε μόνο προσωρινά. Και ανησυχεί γι’αυτό το δώρο: Πόσο θα το έχει ακόμα, πότε θα του το αμφισβητήσουν οι άλλοι; Οπωσδήποτε, για κανέναν που έχει περάσει την ηλικία των είκοσι πέντε, μετά την οποία το άνθος της νιότης αρχίζει να μαραίνεται, δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ξέρει από ατυχίες, εκτός αν πρόκειται για κανέναν ηλίθιο. Γιατί ακόμα και αν η τύχη του χαμογελούσε πάντα, γνωρίζει τώρα μια ατυχία σοβαρή και πικρή όσο καμιά άλλη, και ίσως σοβαρότερη και πικρότερη για εκείνον που από άλλες απόψεις έχει ατυχήσει λιγότερο: το φυλλορρόημα ή το τέλος της αγαπημένης του νιότης».


Υγ. Κάποιοι είπαν ότι ο στοχασμός του Leopardi δεν έχει σήμερα ισχύ λόγω αύξησης του μέσου όρου ζωής σε σχέση με τον αιώνα που αυτός έζησε. Άλλοι, πάλι, είπαν ότι η κακή υγεία και η ασθενής κράση του ποιητή τον οδήγησαν σε υπερβολικές ή απαισιόδοξες σκέψεις, που δεν πρέπει να λαμβάνονται τοις μετρητοίς. Νομίζω, ότι ουδείς εκ των προηγουμένων κατάλαβε τον λεοπάρδειο στοχασμό…

The cat is under the tree (ή «Ο γάτος είναι στο χαλάκι»)

18 Οκτωβρίου 2007

 

 Σήμερα συνάντησα τον κύριο της φωτογραφίας.

 

Σας διαβεβαιώ ότι πρόκειται για κύριο, το έλεγξα αυτό, με όσο τακτ μου είχε απομείνει, καθώς ήμουν κατενθουσιασμένος με τη γνωριμία μας! Τον γνώρισα σε έναν περίπατο, και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μου συστηθεί. Με πλησίασε απλώς με το αρρενωπό του περπάτημα, μου γκρίνιαξε λίγο που είχα αργήσει στο ραντεβού μας και τρίφτηκε στο πόδι μου δήθεν τυχαία και από λάθος. Μετά, νιαούρισε, χασμουρήθηκε, τεντώθηκε κι έριξε μια γρήγορη ερευνητική ματιά στο γύρω χώρο. Στο τέλος άραξε κάτω από το δέντρο της φωτογραφίας για να λιαστεί στο μεσημεριανό ήλιο και με άφησε γουργουρίζοντας (δείτε την ουρά του!) να τον φωτογραφήσω για χάρη σας… Ο γάτος ήξερε πολύ καλά τί έκανε. Είχαμε, πράγματι, ραντεβού κι εγώ το είχα ξεχάσει. Να γιατί:

Μια από τις προτάσεις-ρητά της φιλοσοφίας που είχαν στοιχειώσει αρκετά βράδια μου όταν σπούδαζα και με την οποία έχω γελάσει αλλά και έχω προβληματιστεί ιδιαιτέρως, είναι η πρόταση «the cat is on the mat». Δεν θα ξεχάσω μάλιστα τη μέρα που ένας αγαπητός Καθηγητής μου εισήλθε καθυστερημένος στην αίθουσα διδασκαλίας και αντί να φέρει μαζί του βιβλία, κουβαλούσε το ειδώλιο μιας γάτας και μια κουρελού! Μας είπε ότι άργησε γιατί έψαχνε να τα βρει. Τα έστησε στην έδρα του με προσοχή, χαμογέλασε, και άρχισε τη διδασκαλία του.

Δυστυχώς, έχουν περάσει κάποια χρόνια και δεν μπορώ πια να θυμηθώ ποιά ήταν πρώτη εμφάνιση της περιώνυμης πρότασης σε φιλοσοφικά έργα. Θυμάμαι όμως καλά ότι τη συγκεκριμένη πρόταση τη μεταχειρίζεται ο John Austin, αυτός ο σημαντικός Βρετανός φιλόσοφος της κατεύθυνσης της «καθημερινής γλώσσας» στην αναλυτική αγγλοσαξονική φιλοσοφία. Σε πολλά σημεία των διαλέξεών του στο Χάρβαρντ που αποτέλεσαν αργότερα το έργο του «Πώς να κάνετε πράγματα με τις λέξεις», ο Ώστιν αξιοποιεί αυτή την απλή πρόταση για να εξηγήσει με γλαφυρό αλλά και αποτελεσματικό τρόπο μια καθημερινή έννοια της «συνεπαγωγής» που τον απασχολεί. Μας λέει λ.χ. ότι η πρόταση «the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «I believe that the cat is on the mat», καθώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται κανείς την πρώτη πρόταση, χωρίς να δεσμεύεται στον ισχυρισμό (άρα την αλήθεια) και της δεύτερης. Κοινώς, δεν μπορεί κανείς να λέει «the cat is on the mat» και ταυτόχρονα να λέει «but I don’t believe it». Το πρόβλημα που εδώ θίγεται, είναι το πρόβλημα των λεγόμενων ρημάτων «προτασιακής στάσης», όπως θυμάμαι ότι μετέφραζε κάποιον αγγλικό όρο -που έχω πια ξεχάσει- ένας άλλος Καθηγητής μου. Ωστόσο, εδώ ακριβώς είναι που ξεκινά το ενδιαφέρον μιας καλύτερης μελέτης του πράγματος: Γιατί, θα συμφωνήσουν νομίζω όλοι, ότι δεν ισχύει ότι η πρόταση «Ι do not believe that the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat»!

Αλλά και πέρα από την κάπως σύνθετη προηγηθείσα περίπτωση, παραμένουν πολλές άλλες ενδιαφέρουσες συνεπαγωγές, στη μελέτη των οποίων η πρόταση «The cat is on the mat» δίνει αφορμή. Αν λ.χ. θεωρηθεί ότι η πρόταση αυτή συνεπάγεται την πρόταση «The mat is under the cat», τότε η πρόταση «The mat is not under the cat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat». Λογικώς, εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε παρά με έναν ασφαλή modus tollens (άρνηση του επομένου): Αν ισχύει ότι p συνεπάγεται q και ισχύει και ~q, τότε ισχύει ασφαλώς και ~p. Και το κυριότερο: Ανεξάρτητα από το πού πράγματι βρίσκεται η γάτα!

Ας μην σας κουράσω όμως άλλο με λογικές αναλύσεις που δεν έχουν κανένα βάθος και καμία ουσία εδώ. Δεν μπορώ και δεν θέλω να πώ τίποτε καινούριο πάνω στο θέμα, και όταν αναμασώ τον Ώστιν, φοβάμαι ότι μπορεί και κάποια από τα αναπαυμένα πια στην Οξφόρδη κοκκαλάκια του να τρίζουν! Εδώ το θέμα μου δεν είναι η λογική, η φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας και άλλα τέτοια, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Εδώ το θέμα μου είναι μια προσωπική ανακάλυψη (και όχι εφεύρεση) την οποία θέλω να μοιραστώ με τους αναγνώστες και φίλους του Συνιστολογίου. Η ανακάλυψη αυτή είναι μάλλον η μόνη πρωτότυπη ανακάλυψη που θα μπορούσα ποτέ να κάνω στη φιλοσοφία (και αυτό, ασφαλώς, συνεπάγεται ότι πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη!). Έχει, τέλος, να κάνει με τη μόνιμη έγνοια του Ώστιν, την καθημερινή γλώσσα -όχι όμως στην αγγλική αλλά στην ελληνική εκδοχή της. Αν, τώρα, ο χρόνος γύριζε πίσω και είχα ξανά την ευκαιρία να σπουδάσω φιλοσοφία, τότε η νέα μου ανακάλυψη θα αποτελούσε και το περιεχόμενο της πρώτης (και μόνης, ίσως) ερώτησης που θα έθετα στον Καθηγητή μου, όταν ερχόταν χαρούμενος εκείνο το απόγευμα στην αίθουσα να μας κάνει μάθημα με την ψεύτικη γάτα και την κουρελού του… Πώς μεταφράζεται, αλήθεια, στα ελληνικά η πρόταση «The cat is on the mat?».

Σήμερα έμαθα την αλήθεια: «Ο γάτος είναι στο χαλάκι».

υγ.1 Στη φωτογραφία που σας στέλνω αληθεύει βεβαίως η πρόταση «the cat lies under the tree». Αλλά αυτό είναι μια απλή ενδεχομενικότητα που δεν θα έπρεπε να σας προβληματίζει…

υγ.2 Το κείμενο αφιερώνεται στον γατόφιλο Αλέξη.

Ασκήσεις Φιλελευθερισμού Ι και ½: Τέλσον φιλελευθέρου αρούρης

15 Οκτωβρίου 2007

Υφήρπασα από τον συνιστολόγο Καλλίρη τον τίτλο των διαδικτυακών αναζητήσεών του, ίνα μη πελαγοδρομήσεων είπω, γιατί στο ίδιο καζάνι βράζω και γω, περιπλανώμενος σαν κολασμένος αφ’ ιστολογίων εις φόρουμ και αναζητώντας περιπαθώς, πλην επί ματαίῳ την φυγάδα δικαιοσύνη. Ιδού λοιπόν ένιοι ίπποι χλωροί και λοιπά τέρατα της Αποκαλύψεως, που με απασχολούν όταν μαγειρεύω, όταν περιμένω το τρόλεϊ και όταν πλήττω στα αυτόφωρα:

Πώληση της ψήφου. Γιατί να μην δικαιούμαι να πωλώ την ψήφο μου; Αφού δικαιούμαι να την χαρίζω! Γιατί να εξετάζεται το συγκεκριμένο κίνητρο διάθεσης της ψήφου και να απαξιολογήται; Δικιά μου είναι η ψήφος, ό,τι θέλω την κάνω!

Αποτομοφιλία. Και αν θέλω να κόψω το χέρι μου; Ποιον πειράζω;

Πολυγαμία. Γιατί να αφορᾴ το κράτος το ποιοι-βάζουν-πού-τι και τις συναισθηματικές ή άλλες σχέσεις τους συνδέουν;

Εθελοδουλεία. Το άκρον άωτον: έστω ότι θέλω να ανήκω πλήρως σε κάποιον. Να με μεταχειρίζεται όπως θέλῃ. Η βούλησή του να υπερισχύῃ πάντοτε. Να μπορῄ να μεταπωλῄ. Πού είναι το πρόβλημα;

Νομίζω ότι πρόκειται για την επόμενη γενιά πρακτικών εφαρμογών της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Ζητήματα που θα ανακύψουν εκεί γύρω στο 2030, μαζί με την περιωρισμένη ικανότητα δικαίου των σπονδυλωτών και τέτοια θέματα. Η εξέλιξη της σκέψης δεν μπορῄ να ανακοπῄ.

Ακόμη διστάζω βέβαια πάρα πολύ να ακολουθήσω το νήμα σκέψης που με έφερε στην υιοθέτηση της ελευθερίας του ομόφυλου γάμου, της άρνησης στράτευσης, της χρήσης ψυχοτρόπων, της μη χρήσης προστατευτικού κράνους και της επιλογής φύλου του τέκνου μέχρι το τέρμα, αν είναι δυνατόν να υπάρξῃ τέρμα, που ίσως αποτελούν οι περιπτώσεις που αναφέρω στην αρχή. Πιθανόν να μου διαφεύγῃ κάτι κανονιστικώς κρίσιμο. Ή πιθανόν πάλι να είμαι απλώς υπερβολικά δεμένος με την εποχή μου.

Ο χρόνος θα δείξῃ.

Ο μαζέττας

12 Οκτωβρίου 2007

Οι σχέσεις μου με το σκάκι είναι μέτριες και καλλιεργούνται στη χάση και τη φέξη. Οι προθέσεις μου, όμως, κάθε φορά που αρχίζω μια παρτίδα είναι σταθερές και εκφράζονται σ΄εκείνο που έγραφε ο Στέφαν Τσβάιχ στη Schachnovelle του –εισάγοντας μάλιστα νέο ρήμα στη γερμανική γλώσσα: Θέλω να παίζω σκάκι και όχι να σοβαρεύομαι με το σκάκι!

Ωστόσο, τέτοιες προθέσεις δεν χαρακτηρίζουν τη σκακιστική μηχανή του pc μου ούτε τους περισσότερους ανθρώπους-αντιπάλους που έχω αντιμετωπίσει. Ο μεν υπολογιστής παίρνει εξ επαγγέλματος το σκάκι στα σοβαρά. Και η διαφορά της μηχανοτροπίας του με τη νοοτροπία μου διαφαίνεται σύντομα ως διαφορά μεταξύ νικηφόρων κινήσεων και ηττοπαθών τρεκλισμάτων στη σκακιέρα…

Αλλά και οι άνθρωποι που υπήρξαν στο παρελθόν αντίπαλοί μου, με είχαν απογοητεύσει καθώς διέπρατταν το σφάλμα: Ευφορούσαν υπερβολικά όταν κέρδιζαν πιστεύοντας ότι η νίκη είχε επιβεβαιώσει την ευφυία τους και δυσφορούσαν υπερβολικά όταν έχαναν πιστεύοντας ότι η ήττα είχε πιστοποιήσει την ανοησία τους. Έτειναν με άλλα λόγια να πιστεύουν, ότι κάτι πολύ «σοβαρό» είχε γίνει στη διάρκεια της παρτίδας μεταξύ μας. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο απλώς για παιχνίδι, για ένα σκότωμα της ώρας, για ένα -κάποτε πολύωρο- αστείο με το σοβαρό και ταχύτατο μαζί, λιγόστεμα του χρόνου μας.

Έτσι, η δυσκολία μου όταν έπαιζα σκάκι δεν ήταν μόνο η τεχνική δυσκολία του να οργανώσω και να δω σωστά μελλοντικές κινήσεις. Ήταν και η ουσιαστική δυσκολία του να μοιραστώ τη δυσάρεστη ψυχική ατμόσφαιρα ενός παιχνιδιού που τρεπόταν τελικά σε μια σοβαρότητα (ή και μια σοβαροφάνεια). Ήταν η αδυναμία μου να συμβιβαστώ με τον φόβο της ξαφνικής απόκτησης πιστοποιητικού ανοησίας, φόβο που έβλεπα ανάγλυφο στα μάτια και τις κινήσεις του αντιπάλου μου, φόβο που μετρούσα να μεταδίδεται και στους δικούς μου σφυγμούς. Το σκάκι -αυτός ο επιτραπέζιος πόλεμος- ίσως και να είναι, τελικά, ένας πραγματικός πόλεμος κι εκείνος που θέλει να το αντιμετωπίζει ως παιχνίδι ίσως να βρίσκεται εξ ορισμού εκτός κλίματος…

Έχω λοιπόν από καιρό καταλάβει ότι δεν μπορώ να αγαπήσω το σκάκι, αλλά μόνο να εξασκώ κάπου-κάπου την ικανότητά μου σ’ αυτό. Συνήθως παίζοντας μια παρτίδα με τον υπολογιστή -κατά προτίμηση όμως, παίζοντας μια παρτίδα με έναν συγκεκριμένο καλό μου φίλο… Μαζί του, καταφέρνω να τρέψω το σκάκι από έναν σοβαροφανή πόλεμο για ανθρώπους που δεν αστειεύονται σε μια παιγνιώδη ειρήνη για ανθρώπους που δεν λένε να λογικευτούν. Κι έτσι, απολαμβάνω τα τρεκλίσματά μου στη σκακιέρα χωρίς να νιώθω ανόητος.

υγ. «Μαζέττας= Ο παίκτης ατζαμής, που χρόνια παίζει σκάκι αλλά δεν μαθαίνει τίποτε. Παραμένει στάσιμος, παίζει βιαστικά, κάνει συχνά λάθη και αβλεψίες (…).» Ο ορισμός είναι από το έργο «Το σκάκι -Πλήρης ανάπτυξις της θεωρίας και η πρακτική της εφαρμογή» του Τ.Σιαπέρα.

Το ποινολόγιο του Συνιστολογίου

10 Οκτωβρίου 2007

Επειδή σε κάθε εύτακτο ιστολόγιο προβλέπονται κυρώσεις για την αποφυγή του μπέλλουμ όμνιουμ κόντρα όμνες,

Επειδή η άσκηση εξουσίας απαιτεί και προϋποθέτει τα κατάλληλα μέσα,

Επειδή θρη ιζ έι κράουντ,

Επειδή αμέρικαν μπαρ το κάναμε εδώ μέσα,

Απεφασίσαμεν και διατάσσομεν το κάτωθι ποινολόγιο:

Αφιστολόγηση: Πρόκειται για την ιστολογική εσχάτη των ποινών: αφαιρείται το δικαίωμα συνιστολογήσεως διά παντός.

Υποβιβασμός: Ο ένοχος υποβιβάζεται από ιστολογιάρχης (αδμινιστράτωρ) σε ιστολογία (κοντριβούτορα).

Πληροφοριακά, η πλήρης ιεραρχία έχει ως εξής: Εφιστολογιάρχης (Εφρχης) – Ιστολογιάρχης (Ιρχης) – Υφιστολογιάρχης (Υφρχης) – Εφιστολογίας (Εφιας) – Ιστολογίας (Ιγιας) – Ιστολόγος (Ιγος).

Απαγόρευση αρθρογραφίας: Ο ένοχος παραμένει συνιστολόγος, του απαγορεύεται όμως διά παντός να αναρτᾴ νέα άρθρα.

Απαγόρευση σχολιογραφίας: Ηπιώτερη ποινή της προηγούμενης: η απαγόρευση αναφέρεται μόνο στον σχολιασμό των αναρτήσεων άλλων.

Αναστολή ιστολογήσεως: Απαγορεύεται στον ένοχο να ιστολογῄ προσωρινώς, για χρονικό διάστημα τριών έως δεκατριών ημερών.

Συνιστολογική επίπληξη: Ο ένοχος επιπλήττεται δημοσίᾳ με ειδική ανάρτηση στο Συνιστολόγιο.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατήρησε ότι προβλέφθηκαν μεν ποινές, όχι όμως και εγκλήματα, κατά σαφή παραβίαση της αρχής νούλλουμ κρίμεν σίνε λέγκε. Επίσης, δεν προβλέφθηκε καμία διαδικασία κατάγνωσης και εκτέλεσης των ποινών (nulla poena sine processu!). Τι να κάνουμε, δεν είμαστε ακόμη ιστολόγιο δικαίου: τα εγκλήματα αποφασίζονται ποστ φάκτουμ και εφαρμόζονται αναδρομικώς, οι ποινές επιβάλλονται κατά το δοκούν, χωρίς να υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο

Πάντως δεν υπάρχουν ποινές για τους σχολιαστές μας!

Smile for the camera

7 Οκτωβρίου 2007

Το πρόσφατο ζήτημα που δημιουργήθηκε με την «αποχή» των οργανωμένων οπαδών του Παναθηναϊκού από τους αγώνες της, κατά τ’ άλλα, αγαπημένης τους ομάδας μου θύμισε 2-3 ζητήματα που συζητούσαμε και παλιότερα στο Συνιστολόγιο. Όπως θα φαντάστηκε ήδη ο συχνός επισκέπτης τούτου του μπλογκ δε θα τον απασχολήσω με το αν είναι καλός παίχτης ο Equi ή αν «έκαψε» τον Σωτήρη Νίνη το ιατρικό επιτελείο του ΠΑΟ –αυτά θα τα βρει εύκολα και σε καλύτερες αναλύσεις στα fora των οπαδών. Τα θέματα που ανακύπτουν εδώ εκ νέου είναι τα κάτωθι: 1) το περίφημο ζήτημα των προσωπικών δεδομένων 2) το επίσης περίφημο ζήτημα των καμερών ασφαλείας και 3) το απολύτως γελοίο ζήτημα των καλουμένων «οργανωμένων οπαδών».

Το πρώτο θέμα οφείλω να ομολογήσω ότι είναι αρκετά λεπτό αλλά δεν σκοπεύω εδώ να το συζητήσω εκτενώς. Το μόνο που θέλω να τονίσω είναι ότι υπάρχουν τουλάχιστον κάποιες περιπτώσεις στις οποίες η απλή καταγραφή κάποιων προσωπικών δεδομένων είναι απολύτως θεμιτή. Τα κριτήρια θα πρέπει να είναι, σε αυτές τις περιτώσεις, δύο: 1) η ανάγκη καταγραφής των συγκεκριμένων δεδομένων και 2) η φύση τους. Και εξηγούμαι: κατ΄αρχάς, η καταγραφή των «στοιχείων» κάποιου (ονόματος, αριθμού ταυτότητας κλπ) σε απλές δημόσιες και –κυρίως- πολιτικές εκδηλώσεις είναι απαράδεκτη και θα πρέπει να απαγορεύεται. Το να σου ζητάει ένας αστυνομικός τα στοιχεία σου ενώ λαμβάνεις μέρος σε μία διαδήλωση ή μία πολιτική εκδήλωση ή, απλώς, πίνεις τον καφέ σου στην πλατεία είναι και παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και αφόρητη καταπίεση του εκάστοτε θύματος – διότι, σίγουρα, δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι τον ρωτούν από περιέργεια! Η δε μεροληψία στη λήψη αυτών των πληροφοριών είναι ακόμα χειρότερη: αν, δηλαδή, μόνο στις συγκεντρώσεις ή εκδηλώσεις συγκεκριμένων κομμάτων ή οργανώσεων αυμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν απέχουμε πολύ από τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Το να σου ζητάει, όμως, ένας αστυνομικός τα στοιχεία σου όταν σε βλέπει να κόβεις βόλτες έξω από μία τράπεζα για τρίτη, κατά σειρά, νύχτα είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση. Όσον αφορά τα κριτήρια: η ανάγκη καταγραφής υπονοήθηκε ήδη ότι θα πρέπει να είναι εύλογη και όχι στη βάση ιδεοληψιών και πολιτικής ή κοινωνικής μεροληψίας, ενώ, όσον αφορά τη φύση των στοιχείων, αυτά θα πρέπει να είναι τα απολύτως απραίτητα για την ταυτοποίησή του πολίτη: μία ταυτότητα, δηλαδή, φτάνει και όλα τα υπόλοιπα συνιστούν αχρείαστη υπερβολή. Εννοείται, φυσικά, ότι η είσοδος σε ιδιωτικούς χώρους μπορεί πάντοτε να γίνεται υπό τους όρους που θέτει ο ιδιοκτήτης τους – ειδικά όταν δεν παρίσταται έκτακτη ανάγκη, όπως θα συνέβαινε, για παράδειγμα, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης μίας ιδιωτικής κλινικής απαιτούσε από έναν αιμόφυρτο που ζητεί βοήθεια να κάνει δύο τούμπες για να τον περιθάλψει! Αν, λοιπόν, ο Βαρδινογιάννης θέλει να ξέρει τα ονόματα των πελατών της επιχείρησής του που μπαίνουν να δουν μπάλα στη Λεωφόρο, κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει – ειδικά από την στιγμή που και έυλογη αιτία υπάρχει (οι κατά καιρούς φασαρίες) αλλά και «φακέλωμα» από ιδιώτες, όπως το ξέρουμε και το εννοούμε όταν γίνεται από τα κράτη, δεν υφίσταται.

Στο ζήτημα των κλειστών κυκλωμάτων ασφαλείας έχω ταλαντευθεί αρκετά κατά το παρελθόν, αλλά το παρακάτω παράδειγμα με κάνει να ξεπερνώ τις όποιες διαισθητικές αναστολές μου: φανταστείτε ένα σούπερ μάρκετ που επιλέγει να τοποθετήσει έναν ιδιωτικό φρουρό σε κάθε διάδρομο. Θα μας φαινόταν, ίσως, υπερβολή αλλά με εξαίρεση όσους τσεπώνουν ενίοτε καμιά κονσέρβα, οι υπόλοιποι θα συνέχιζαν τα ψώνια τους αμέριμνοι. Η κάμερα κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά – με τη διαφορά ότι μπορεί να αναπαράγει τις εικόνες που καταγράφει. Εδώ το πρόβλημα θα μπορούσε να είναι η αναπαραγωγή της εικόνας μας –της οποίας τη διαχείριση θα πρέπει να έχουμε μόνο εμείς- από τους χειριστές των καμερών: σκεφτείτε, για παράδειγμα, έναν περίεργο που βγάζει τις κοπέλες με κοντές φούστες σε έναν ιστότοπο στο διαδίκτυο. Φυσικά, οι περισσότερες δημόσιες δραστηριότητές μας είναι ούτως ή άλλως ορατές από τον καθένα: είναι, λοιπόν, επιεικώς ανόητο το να υποστηρίζει κανείς –ειπώθηκε και αυτό από πολιτευόμενο αθλητικογράφο- ότι «καταγράφεται η ιδιωτική του ζωή» από τις κάμερες των γηπέδων! Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ομολογήσει κανείς ότι κάποιες κατά τ’ άλλα καθημερινές και «αθώες» εικόνες μπορούν να αναπαραχθούν με χυδαίο τρόπο και να θίξουν την αξιοπρέπεια του καθενός. Ακόμα, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ακόμα και για εκβιασμούς: ο ιδιωτικός αστυνομικός του σούπερ μάρκετ καταγράφει τις ερωτοτροπίες της κυρίας Σούλας με το παιδί που κόβει το ζαμπόν και την εκβιάζει για να μην στείλει το dvd στον σύζυγο. Σε κάθε περίπτωση, η λύση είναι εύκολη: καταγραφή της εικόνας που θα γίνεται αυτόματα και αποκωδικοποίηση, σε περίπτωση ανάγκης, από τις δικαστικές αρχές. Χωρίς «περιέργους» μπροστά από τις οθόνες και χωρίς αυτοδικίες. Φυσικά, σε χώρους όπως το μετρό, όπου η παρακολούθηση της αποβάθρας έχει ως σκοπό και την πρόληψη ατυχημάτων, κάποιες εξαιρέσεις είναι αυτονόητες. Επίσης αυτονόητη είναι η προειδοποίηση όσων εισέρχονται σε παρακολουθούμενους χώρους.

Πάμε και στους αγαπημένους μου οργανωμένους… Είχα υποστηρίξει μετά τα γεγονότα της Λαυρίου ότι οι σύνδεσμοι οργανωμένων οπαδών δεν έχουν παρά ελάχιστη σχέση με το ποδόσφαιρο ή τον αθλητισμό γενικότερα. Αρκεί να δει κανείς ένα τέτοιο «κλαμπ» και θα κατάλαβει: ούτε οθόνες για να βλέπουν τους αγώνες όλοι παρέα, ούτε εντευκτήριο για να πιεις ένα καφέ με τους «ομοϊδεάτες» σου, ούτε καν αναμηνηστικά για όσους θέλουν να αγοράσουν κάτι τέτοιο. Με τις εφόδους της αστυνομίας επιβεβαιώθηκε ότι στους περισσότερους συνδέσμους το μόνο σίγουρο είναι ότι θα βρει κανείς εισιτήρια για τις «άγριες» θύρες σε χαμηλές τιμές (αλλά με «καπέλο» για να βγάλουν και κάτι οι λεβέντες που κάνουν κουμάντο), πολεμοφόδια για τις καλές στιγμές και ναρκωτικά. Ενιότε, μπορεί να βρει και διάφορους «ακραίους» που βρίσκουν έδαφος και πρόθυμους συντρόφους για να βγάλουν τα κόμπλεξ τους. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι γράφονται σε έναν σύνδεσμο, έχουν τέτοιες βλέψεις ή συνήθειες – ας μην παρεξηγηθώ. Η ΠΑΕ Παναθηναϊκός έπαψε να αναγνωρίζει τους συνδέσμους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νέου νόμου καθώς και να τους προμηθεύει με εισιτήρια για να πηγαίνουν τα παληκάρια ομαδικώς να βλέπουν το ματς – και στην πορεία να σπάνε τρένα, να δέρνουν «αντιπάλους», να τρομοκρατούν πολίτες και να καίνε και κανένα γήπεδο εν μέσω ύβρεων και άλλων χαριτωμένων ενεργειών. Αποτέλεσμα: δεν πάνε στο γήπεδο! Φυσικά, και επειδή στην Ελλάδα τα ευήκοα ώτα για τέτοιες σαχλαμάρες αφθονούν, η διαμαρτυρία των οργανωμένων επικεντρώνεται στην απαραίτητη για την αγορά εισιτηρίου κατάθεση των στοιχείων ταυτότητας: η ΠΑΕ μας φακελώνει και λοιπά γραφικά! Άλλωστε, όπως είναι εδώ και χρόνια γνωστό, ο οπαδός έχει δικαίωμα να τα σπάει και να δέρνει αν η ομάδα δεν πάει καλά ενώ είναι αυτονόητο ότι οι ύβρεις είναι πλέον έως και απαραίτητες. Αυτά, όμως, είναι εφικτά μόνο όταν συγκροτούνται οργανωμένες ομάδες υβριστών, εμπρηστών και βιαιοπραγούντων: φανταστείτε έναν κακομοίρη να βρίζει μόνος του ή να προσπαθεί να πετύχει τον αντίπαλο ποδοσφαιριστή με ένα και μοναδικό κέρμα. Οι δε τσαμπουκάδες στα τρένα και τις πλατείες αποκλείονται, καθότι χωρίς εισιτήρια και «καπέλα» οι σύνδεσμοι θα εξαφανιστούν. Τέρμα και τα ναρκωτικά στην υγειά των κορόιδων επίσης. Επιμένει κανείς στα σοβαρά ότι όλοι αυτοί είναι φίλαθλοι; Για να το πω στη γλώσσα του γηπέδου: όποιος γουστάρει να δει βάζελο παίρνει το εισιτηριάκι του και πάει γήπεδο. Όποιος γουστάρει φασαρίες, θα πρέπει, απλά, να πάει αλλού – μόνο που εκεί πιθανότατα δε θα προστατεύεται ούτε από την ανωνυμία ούτε από την ιδιότυπη υποκουλτούρα του γηπέδου.

Μίμης φορ πρέζιντεντ

3 Οκτωβρίου 2007

Παρακολουθώντας μακρόθεν το βαρετό κωμειδύλλιο της εκλογής νέου προέδρου στο ΠΑΣΟΚ, με τους άπληστους τσέλιγκες, τις άσπιλες βοσκοπούλες και τα πτωχά πλην τίμια παλληκάρια, διερωτήθηκα: καλή και άγια η παρ’-το-όλο-αριστερά-στροφή, αλλά χάθηκε τάχα, αφέντη μου, ο ίσιος δρόμος;

Αν σκεφτούμε λίγο ποιος από τους μεγαλο-μεσαιο-πασόκους έχει ένα ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα του 21ου αιώνα, δεν μπορούμε παρά να καταλήξουμε: Μίμης φορ πρέζιντεντ. Ιδού γιατί:

Έχεις θέσεις, πράγμα σπάνιο στην ελληνική πολιτική. Έχει λέγειν πραγματικό και όχι στόμφο, αυταρέσκεια και μαυρογιαλουρισμό, σαν κάτι πρωθυπουργούς που ξέρω. Γράφει ο ίδιος βιβλία αντί να του τα γράφουν οι άλλοι. Διώχθηκε από τον όχλο για τις ιδέες του, και δεν εννοώ απαραίτητα τους γνωστούς καυσοβιβλίτες. Είναι εραστής της πολιτικής και όχι επιβήτοράς της: όταν χρειάστηκε, έμεινε έξω για δεκατόσα χρόνια. Και ρε διάολε, είναι λαμπερά ευφυής και τουλάχιστον δεν θα βαρεθούμε.