Posts Tagged ‘σύνταγμα’

Populus iure naturali solutus?

28 Νοεμβρίου 2007

Το θέμα του σημερινού μου άρθρου με το ιχθυωτικό λατινοφανές γλωσσικό του ένδυμα δεν ξέρω αν καλύτερα χαρακτηρίζεται νομικό ή φιλοσοφικό. Θα ήθελα μάλλον να είναι νομικό, με την έννοια του να δοθῄ κάποια ενδονομική λύση σε αυτό, αλλά μάλλον υπάγεται στην δικαιοδοσία της πολιτικής φιλοσοφίας. Αναφέρομαι σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες κάποια, δημοκρατικώς θεσπισμένη, συνταγματική ρύθμιση είναι αντίθετη με αυτό που οι περισσότεροι από εμάς θα θεωρούσαν ως όντως Δίκαιο, είτε το ονομάσουμε αυτό φυσικό δίκαιο είτε θεϊκή εντολή είτε φιλελεύθερο παράδεισο είτε σοσιαλιστική νομιμότητα είτε αστακομακαρονάδα είτε όπως αλλιώς. Με άλλα λόγια, ποια είναι η νομική τύχη μιας συνταγματικής ρύθμισης η οποία, αν βρισκόταν στο κοινό νομοθετικό επίπεδο, θα κρινόταν αδίστακτα αντισυνταγματική και μάλιστα αντίθετη στις θεμελιώδεις διατάξεις του συγκεκριμένου συντάγματος, εκείνες ακριβώς που ανήκουν στον κοινό συνταγματικό πολιτισμό μας;

Πολλοί θα με κατηγορήσουν πάλι ότι μικρολογώ και ότι ασχολούμαι με απιθανότητες που δεν πρόκειται ποτέ να απασχολήσουν τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Μπορεί και μακάρι∙ εκτός όμως του ότι έργο του νομικού δεν είναι μόνο να κολλάῃ μεγαρόσημα, αλλά και να στοχάζεται για εκείνες τις περιπτώσεις οι οποίες δοκιμάζουν την κρίση του και οξύνουν την φαντασία του, καθόλου δεν νομίζω ότι παρόμοιες περιπτώσεις βρίσκονται στον χώρο της επιστημονικής νομικής φαντασίας: η θανατική ποινή στις ΗΠΑ και η προστασία της ζωής∙ η κληρονομική βασιλεία κάποιων χωρών της Εσπερίας και η αρχή της ισότητας.

Ας κάνουμε τώρα ένα από αυτά τα νοητικά πειράματα στα οποία αρέσκονται οι φιλόσοφοι.

Στην Δημοκρατία της Κνωσσού η Συντακτική Συνέλευση εργάζεται πυρετωδώς για το νέο Σύνταγμα της χώρας. Σε αυτό περιλαμβάνεται ομοθύμως και το εξής άρθρο:

«Κάθε χρόνο επτά νέοι και επτά νέες που επιλέγονται με κλήρωση θυσιάζονται στον Μινώταυρο».

Πρέπει να σημειώσω ότι υπήρξε κάποια συζήτηση ως προς τον τρόπο επιλογής των δεκατεσσάρων θυμάτων του Μινώταυρου. Προτάθηκαν σχετικώς διάφορες ρυθμίσεις, όπως π.χ. η μέθοδος της εκλογής με καθολική, μυστική και ίση ψηφοφορία ή η μέθοδος της αλφαβητικής εναλλαγής. Συζητήθηκε επίσης εκτενώς αν η προβλεπόμενη αναφορά σε «νέους» και «νέες», έστω και σε ίσο αριθμό, εισήγε κάποια έμφυλη διάκριση απᾴδουσα με το γράμμα και το πνεύμα άλλων συνταγματικών ρυθμίσεων, καθώς και το ενδεχόμενο αυξομείωσης των ποσοτικών εισφορών κάθε φύλου χάριν θετικής διακρίσεως. Συνελόντι ειπείν και αφού τηρήθηκαν σχολαστικά όλοι οι κανόνες της έλλογης διαβούλευσης σε μια πολυφωνική-πολυπολιτισμική-μετανεωτερική δημοκρατία, τελικά προτιμήθηκε η οδός της κλήρωσης ως η πλέον συμβατή με την συνταγματική αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται εμφατικά και στο κνωσσικό Σύνταγμα όπως και στο ελληνικό.

Ερωτάται αν αποτελῄ δίκαιο η εν λόγῳ ρύθμιση. Όχι αν εφαρμόζεται βέβαια, αυτό δεν με ενδιαφέρει. Ούτε όμως αν είναι δίκαιη: προφανώς δεν είναι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ερωτώ κατά πρώτον αν ισχύῃ∙ και σε δεύτερο βαθμό θα τολμούσα να ρωτήσω αν στοιχειοθετῄ κἀν δίκαιο.

Υπάρχουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα. Η απάντηση που ευνοώ στο πρώτο ερώτημα επιχειρεί να ανασύρῃ από την ναφθαλίνη της νομικής θεωριοθήκης την θεωρία περί αντισυνταγματικών συνταγματικών διατάξεων, η οποία, με το οξύμωρο και παράδοξο όνομά της, προσπάθησε μεταπολεμικά να προστατεύσῃ την αρτιγέννητη Δημοκρατία της Βόννης από μελλοντικούς συνταγματικούς κινδύνους. Για την διάκριση και ιεράρχηση συνταγματικών διατάξεων, κατά τρόπον ώστε να αναγνωρίζωνται διαφορετικά επίπεδα τυπικής ισχύος και ωρισμένες συνταγματικές διατάξεις να οφείλουν συμμόρφωση ή έστω μη αντίθεση σε άλλες, διακρίνω πρόχειρα δύο τρόπους: ο πρώτος, πιο τυπικός, αξιοποιεί την διάκριση αναθεωρήσιμων και μη αναθεωρήσιμων διατάξεων του Συντάγματος. Αν η διαφοροποίηση ως προς την αναθεωρησιμότητα έχῃ κάποιο νόημα, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ότι οι μη αναθεωρήσιμες διατάξεις είναι ανώτερες. Ίσως να μην είναι ανώτερες με τον τρόπο που ένας τυπικός νόμος είναι ανώτερος ενός προεδρικού διατάγματος, αλλά είναι ανώτερες.

Ο δεύτερος τρόπος που έχω κατά νου είναι ουσιαστικώτερος και, εύλογα, πιο αφῃρημένος και δυσχερής στην πρακτική του εφαρμογή. Ερείδεται στην διάκριση συνταγματικών αρχών και συνταγματικών κανόνων που απορρέουν από αυτές. Εάν ο κανόνας, η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, συγκρούεται με την αρχή, είναι ανίσχυρος.

Η διπλή απάντηση που έδωσα στο πρώτο ερώτημα, αυτό της ισχύος του επίμαχου συνταγματικού κανόνα, είναι μια απάντηση λίγο πολύ νομική και ως τέτοια έχει και νομικά όρια. Τι θα συμβῄ δηλαδή αν το κνωσσικό Σύνταγμα συμβαίνῃ να μην προστατεύῃ την ανθρώπινη ζωή σε κάποια διάταξή του; Τι θα συμβῄ αν, αντιθέτως, διακηρύσσει ότι π.χ. «η διατήρηση της ζωής του πολίτη εξαρτάται από την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος/την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης/τον σεβασμό της βούλησης της δημοκρατικώς εκπεφρασμένης πλειοψηφίας»; Μήπως εν προκειμένῳ το τεθέν συνταγματικό δίκαιο δεν είναι άξιο του ονόματος δίκαιο, αλλά είναι ένας κανόνας άλλους είδους, παρόμοιος με τους κανόνες διαρπαγής της λείας στους Ούννους ή εκτέλεσης των εντολών στους μαφιόζους;

Κάπου εδώ το ζήτημα εκφεύγει πλέον οριστικώς της επιχειρηματολογικής μου ικανότητας. Ίσως επανέλθω όταν μεγαλώσω και ωριμάσω.

ΥΓ: Μετά από παρατήρηση του Ασμοδαίου, έκανα την αναγκαία γραμματική διόρθωση στον τίτλο. Τα λατινικά στρινγκ θέλουν και επιδέξιους nates!

Advertisements

Από την δικαιοκρατούμενη δημοκρατία στην δημοκρατούμενη δικαιοκρατία;

6 Οκτωβρίου 2006

Με αυτόν τον πομπώδη τίτλο περιγράφω ένα δικαϊκό αλλά και γενικώτερο πολιτικό φαινόμενο των τελευταίων δύο ιδίων δεκαετιών, το οποίο νομίζω πρέπει να μας προβληματίσῃ όλους. Αναφέρομαι δηλαδή αφενός στην γιγάντωση του τομέα που συνήθως ονομάζουμε «ανθρώπινα δικαιώματα», αφετέρου όμως, και μάλιστα περισσότερο, στην υποχώρηση της σημασίας των παραδοσιακών πολιτικών δικαιωμάτων.

Δυο τρία ιστορικά στοιχεία πάντα βοηθούν: κατά την διάρκεια του Διαφωτισμού, αλλά και σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα τα πολιτικά δικαιώματα ήταν πάντα σημαντικώτερα από τα ατομικά, τα οποία συχνά νοούνταν ως επικουρικά των πρώτων. Ελευθερία ήταν πρωτίστως η ελευθερία από την τυραννία, εσωτερική ή εξωτερική, ισότητα ήταν κατ’ εξοχήν η πολιτική ισότητα, οι μεγάλες συνταγματικές μάχες του προπερασμένου αιώνα ήταν η λαϊκή κυριαρχία και η καθολική ψηφοφορία. Η ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τα ατομικά δικαιώματα παρουσιάστηκε (δυστυχώς) μετά τον Β΄ Π.Π. και παραμένει ισχυρότατη έως τις ημέρες μας. Ως εδώ καλά.

Εκείνο που με απασχολεί είναι ότι η ανάπτυξη των πολιτικών δικαιωμάτων δεν φαίνεται να παρουσιάζῃ ανάλογη εξέλιξη· απεναντίας θα έλεγα ότι εμφανίζονται και σημεία οπισθοδρόμησης. Την ίδια στιγμή που ασχολούμαστε εντατικά για το αν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά επιτρέπεται να μην υπηρετούν την θητεία τους, για το αν οι Σιχ αστυνομικοί επιτρέπεται να φορούν τουρμπάνι, για το αν πρέπῃ να αφαιρεθῄ η εικόνα του Χριστού από τα δικαστήρια και ο σταυρός από τον κοντό της σημαίας, και καλώς ασχολούμαστε με όλα αυτά, δεν ενοχλείται κανείς αν σε κάποιο από τα «πεπολιτισμένα έθνη» ισχύῃ πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, υπάρχῃ όριο 10% για την είσοδο στο Κοινοβούλιο, υπάρχῃ κληρονομική Γερουσία ή κληρονομικός ανώτατος άρχων, μη εκλεγμένοι ισόβιοι ανώτατοι δικαστές αποφασίζουν ουσιαστικά χωρίς νομική βάση επί καιρίων πολιτικών ζητημάτων, η αποχή πλησιάζ το 50% κ.λπ. Στην συνείδηση του μέσου Δυτικού τίποτε δεν διαφοροποιεί το Ιράν από την Β. Κορέα, καίτοι στο Ιράν υπάρχει καθολική ανδρική ψηφοφορία από την τρυφερή ηλικία των 15 ετών, λόγῳ ακριβώς της άθλιας επίδοσής τους στα ανθρώπινα δικαιώματα. Την ίδια στιγμή στην Δύση η έμμεση δημοκρατία απαξιώνεται καθημερινά είτε λόγῳ πλουτοκρατίας στα αξιώματα είτε λόγῳ αμφισβητήσεων τύπου «συμμετοχικής δημοκρατίας». Γενικά, φαίνεται ότι ευκολώτερα θα γινόταν ανεκτή από την κοινή γνώμη μια καλοπροαίρετη ενός ανδρός αρχή από μια ολοκληρωτική δημοκρατία αρχαίου αθηναϊκού τύπου.


Πόσο καλύτερα θα ήταν όμως και τούτο ποιείν κἀκείνο μη αφιέναι…