Posts Tagged ‘νομοθετική πολιτική’

Ανακάθαρσις ΙΙ

11 Απριλίου 2008

Μετά το μικρό αναψυκτικό διάλειμμα, συνεχίζω με αμείωτο τον ανακαθαρτήριο οίστρο μου. Στην δημοσίευση αυτή κινούμαι σχετικά εκτός του σημείου εστίασής μου και γιαυτό δεν έχω πλήρως αποσαφηνίσει τις ιδέες μου σε κάποια ζητήματα. Αλλά έστω, με το θάρρος της παρησσίας και με το θράσος της καινοτομίας σκέφτομαι ότι το ποινολογικό μας σύστημα πρέπει να κινηθή προς την κατεύθυνση της απλοποίησης, του εκσυγχρονισμού, της προβλεψιμότητας και της αξιοπιστίας (: όσα ακούς, τόσα εκτίεις). Η στροφή από το προνοιακό πρότυπο στο δικαϊκό πρότυπο πρέπει να ολοκληρωθή∙ η φιλελευθεροποίηση εκφράζεται εδώ με την αυστηρή τήρηση της αρχής της επικουρικότητας, με την αναλογικότητα κυρίων και παρεπόμενων ποινών, με την απομάκρυνση κάθε αχρηστευτικής ποινής, με την κατάργηση κάθε υπολείμματος φρονηματικού ποινικού δικαίου.

Αναλυτικά:

Ποινολογία

– Εισαγωγή του θεσμού της αποχής από την ποινή.

– Εισαγωγή ενιαίου τύπου στερητικής της ελευθερίας ποινής με κατάργηση της κάθειρξης.

– Δραστική μείωση των επιμέρους πλαισίων ποινής.

– Κατάργηση των ιδιαζουσών ποινών του περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα και της σχετικώς αόριστης κάθειρξης των καθ’ έξιν υποτρόπων εγκληματιών.

– Κατάργηση της ισόβιας κάθειρξης.

– Κατάργηση της κράτησης στο πλαίσιο απεγκληματοποίησης των πταισμάτων.

– Εισαγωγή ενιαίας χρηματικής ποινής με κατάργηση του προστίμου.

– Ρητή πρόβλεψη της αναλογικότητας στις παρεπόμενς ποινές.

– Εισαγωγή του θεσμού της απαγόρευσης προσέγγισης και επικοινωνίας με το θύμα και της απαγόρευσης οδηγήσεως ως παρεπόμενων ποινών.

– Μετατροπή σε παρεπόμενες ποινές από μέτρα ασφαλείας της απαγόρευσης διαμονής, της απέλασης και της δήμευσης (κατά το ήμισυ).

– Απαγόρευση της απέλασης ανηλίκων αλλοδαπών.

– Κατάργηση των μέτρων ασφαλείας της εισαγωγής αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα και της παραπομπής σε κατάστημα εργασίας.

– Κατάργηση του εγκλήματος από φιλοκέρδεια.

– Κατάργηση της μετατροπής της ποινής κατά της ελευθερίας σε χρηματική ποινή.

– Κατάργηση της επίτασης της ποινής λόγω υποτροπής.

– Κατάργηση της υποτροπής εξ αμελείας.

– Κατάργηση του καθ’ έξιν εγκληματία.

− Περιορισμός της δυνατότητας αναστολής της ποινής σε καταδίκες έως δύο ετών.

– Κατάργηση του ευεργετικού υπολογισμού της ποινής λόγω εργασίας του καταδικασθέντος.

– Κατάργηση της υφ’ όρον απολύσεως.

– Κατάργηση της μη παροχής υφ’ όρον απολύσεως σε καταδικασθέντες επί εσχάτη προδοσία.

− Αύξηση των χρόνων παραγραφής.

Advertisements

Υπέρ της ελευθερίας φαρμακεύσεως

6 Απριλίου 2008

Ονομάζω «φαρμάκευση» το ντόπινγκ, μια δραστηριότητα που δεν περιλαμβάνει μόνο φάρμακα διεγερτικά, ψυχοτρόπα, αναβολικά, διουρητικά, καλυπτικούς παράγοντες και λοιπά, αλλά τείνει να επεκταθή και σε έννοιες όπως το βιολογικό και ήδη το γενετικό ντόπινγκ και έχει ο Θεός. Επιχειρηματολογώ υπέρ της πλήρους νομιμοποίησης της φαρμάκευσης ως εξής:

Σύμφωνα με τον πρωτεύοντα κανόνα που θέτει το άρ. 128Α Ν. 2725/1999 «Το ντόπινγκ αλλοιώνει τη γνησιότητα του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών, θέτει σε κίνδυνο την υγεία των αθλητών και ιδίως των ανηλίκων, είναι αντίθετο με τις θεμελιώδεις αρχές του Ολυμπισμού, του ευ αγωνίζεσθαι και της ιατρικής ηθικής και απαγορεύεται». Η απαγόρευση αυτή συνιστά και διεθνή υποχρέωση του κράτους, σύμφωνα με το άρ. 5 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων κατά του Ντόπινγκ (κυρωτικός Ν. 3516/2006).

Σπάνια συναντά κανείς την αιτιολογική έκθεση ενσωματωμένη στον νόμο ως δήθεν διάταξή του, δείγμα χαμηλής νομοτεχνικής στάθμης. Ας δούμε λίγο αυτά τα επιχειρήματα.

α) Το ντόπινγκ αλλοιώνει την γνησιότητα του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών.

Λήψη του ζητουμένου: προϋπόθεση της «αλλοίωσης της γνησιότητας του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών» είναι η απαγόρευση της φαρμακεύσεως, διότι αν η φαρμάκευση είναι επιτρεπτή και γνωστή σε όλους εκ των προτέρων ουδείς αλλοιώνει, ουδείς εξαπατά, ουδείς νοθεύει. Και ας μην βιαστή κανείς πη ότι αυτό δεν γίνεται και δεν έχει δοκιμαστή πουθενά. Η ίδια λοιπόν «αλλοίωση», της οποίας λογικό προαπαιτούμενο αποτελεί η απαγόρευση, γίνεται αντικείμενο επίκλησης, προκειμένου να δικαιολογηθή το πρώτον η απαγόρευση! Έτσι, η απαγόρευση καταλήγει να αυτοαιτιολογήται, με τον ίδιο τρόπο σημειωτέον με τον οποίο οι υπέρμαχοι της απαγόρευσης των ψυχοτρόπων συνηθίζουν να «αιτιολογούν» εκείνη την απαγόρευση.

β) Το ντόπινγκ θέτει σε κίνδυνο την υγεία των αθλητών και ιδίως των ανηλίκων.

Κηδεμονισμός: οι (ενήλικες) αθλητές μπορούν μόνοι τους, σαν μεγάλα παιδιά που είναι, να αποφασίσουν αν τους συμφέρει να αναλάβουν τον κίνδυνο του καπνίσματος, της γρήγορης οδήγησης, της χοιρινής μπριζόλας ή της φαρμάκευσης. Είναι αξιολογικά αντιφατικό να θεωρήται ο πυγμάχος αρκετά ώριμος να αναλάβη τον κίνδυνο να του σφυροκοπήσουν το κεφάλι, με κίνδυνο να πάθη αιμάτωμα, αλλά ανώριμος να πιη ένα χάπι στανοζολόλη.

γ) Το ντόπινγκ είναι αντίθετο με τις θεμελιώδεις αρχές του Ολυμπισμού, του ευ αγωνίζεσθαι και της ιατρικής ηθικής.

Ηθικισμός: το ολυμπιακό κίνημα και οι ιατροί, αν θεωρούν ότι προσβάλλεται η ηθική τους, ας λάβουν τα μέτρα τους. Κανείς δεν απαγορεύει στους μεν ή στους δε να προσφέρουν πρόσβαση στις υπηρεσίες τους μόνο σε όσους αθλητές δεν φαρμακεύονται, να καθορίζουν σχετικώς κανόνες, να προβαίνουν σε ελέγχους κ.λπ. Ομοίως όμως δεν μπορεί να απαγορεύεται σε όποιον δεν θέλει να ακολουθήση αυτήν την αθλητική ηθική να φέρεται στο σώμα του όσο άσχημα θέλει και να συμμετέχη σε αγώνες όπου θα είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι επιτρέπεται ο χημικός ανταγωνισμός. Αν και μου είναι κάπως θολό γιατί τα συμπληρώματα διατροφής ή οι τελευταίας τεχνολογίας πανάκριβες κολυμβητικές στολές είναι φυσικά και ηθικά και δεν «αλλοιώνουν τις επιδόσεις», η τεστοστερόνη όμως, ένα ενδογενές αναβολικό στεροειδές, είναι αφύσικη και ανήθικη.

Σύμφωνα με το άρ. 128Θ παρ. 2 Ν. 2725/1999 «Αθλητής που χρησιμοποιεί φυσική ή χημική ουσία ή βιολογικό ή βιοτεχνολογικό υλικό ή επιτρέπει την εφαρμογή σε αυτόν μεθόδου που απαγορεύονται από την κοινή απόφαση του άρθρου 128Γ του παρόντος, με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής του διάθεσης, ικανότητας και απόδοσής του, κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων ή εν όψει της συμμετοχής του σε αυτούς, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη».

Η απαγόρευση και η απειλή τιμωρίας είναι αδικαιολόγητη και άδικη. Περισσότερη ελευθερία θα ωδηγούσε ασφαλώς σε λιγώτερη ντροπή.

Ανακάθαρσις Ι

30 Μαρτίου 2008

poinikos-kodikas.jpg

Στην ανάρτηση αυτή θα ήθελα να πιάσω πάλι τον παλιό μίτο της Ανακαθάρσεως. Θέλω συγκεκριμένα να αναφέρω απλώς, δίκην καταλόγου, τις αλλαγές που θεωρώ ότι πρέπει να γίνουν στην ποινική μας νομοθεσία, πρώτα στον Ποινικό Κώδικα και ακολούθως και σε κάποιους ειδικούς ποινικούς νόμους, για να γίνουν περισσότερο σύμφωνοι με το Σύνταγμα, ηπιώτεροι, αποτελεσματικώτεροι και, γιατί όχι, πιο φιλελεύθεροι. Θα είμαι κάπως συνθηματολογικός, όχι μόνο επειδή κάποιες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τις έχω αναπτύξει εκτενέστερα εδώ ούτε μόνο επειδή δεν σκοπεύω να κάνω την ανακαθαρτική μου δημοσίευση πολύ τεχνική και λεπτομερειακή, αλλά επειδή ενδιαφέρομαι κυρίως να καταλογογραφήσω την πτερόεσσα και ασυμμάζευτη σκέψη μου σε ένα κατάλογο πρακτέων, ένα του ντου λιστ βρε παιδί μου. Κάθε απορία φυσικά ευπρόσδεκτη.

Ο αναγνώστης του Συνιστολογίου που ίσως απορήσῃ και εξαναστῄ με κάποιες (ή με όλες!) από τις προτάσεις ας αρκεστῄ για την ώρα στην διαβεβαίωση ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή σκέψης που τις ενώνει όλες και ότι δεν γράφω άκοπα και εκ των ενόντων, αλλά αφού στίψω το μυαλό μου καμπόσο. Το μυαλοζούμι μου καταθέτω εδώ.

Και μια τελευταία εισαγωγική παρατήρηση: συχνά στην συνέχεια θα αναφέρωμαι σε απεγκληματοποίηση και κατάργηση ποινικών διατάξεων. Ας μην σκανδαλίζωνται οι αναγνώστες: πολλές φορές (όχι πάντα όμως!) δεν εννοώ την απεγκληματοποίηση ως νομιμοποίηση, καθώς κάτι μη εγκληματικό μπορεί κάλλιστα να είναι αστικά ή διοικητικά άδικο. Απλώς θέλω, στις περιπτώσεις αυτές, να θέσω εκποδών, να πετάξω από τα πόδια μας την άχρηστη και αχρείαστη ποινική ύλη, για να μπορέσουμε καμιά φορά να πετάξουμε.

Αρχίζω λοιπόν:

Γενικό Μέρος Ποινικού Κώδικα

− Κατάργηση του άρ. 4 ΠΚ περί μη εφαρμογής της αρχής nulla poena sine lege praevia στα μέτρα ασφαλείας.

– Κατάργηση του άρ. 8 περ. (ι) ΠΚ περί εφαρμογής της αρχής της παγκόσμιας δικαιοσύνης επί παράνομης κυκλοφορίας και εμπορίου άσεμνων δημοσιευμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 13 περ. στ΄ ΠΚ περί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης.

– Κατάργηση των άρ. 18 εδ. γ΄, 26 παρ. 2 και 47 παρ. 3 ΠΚ περί πταισμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 19 εδ. β΄ ΠΚ.

– Κατάργηση του άρ. 21 ΠΚ περί προσταγής.

– Κατάργηση του άρ. 24 ΠΚ περί υπαίτιας πρόκλησης άμυνας.

– Πρόβλεψη μειωμένης ποινής για την μη συγγνωστή νομική πλάνη (άρ. 31 παρ. 2 ΠΚ).

– Κατάργηση του άρ. 33 ΠΚ περί κωφαλάλων εγκληματιών.

– Κατάργηση των άρ. 37-41 ΠΚ περί εγκληματιών ηλαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμόν κ.λπ.

– Μετατροπή του άρ. 42 ΠΚ περί αποπείρας: γενική τιμώρηση της απόπειρας στα κακουργήματα, όπου προβλέπεται στα πλημμελήματα.

– Κατάργηση του άρ. 43 ΠΚ περί απρόσφορης απόπειρας.

– Μετονομασία του ηθικού αυτουργού σε υποκινητή (άρ. 46 παρ. 1 περ. α΄).

– Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ περί άμεσου συνεργού.

− Πρόβλεψη κατ’ αρχήν μειωμένης ποινής για τον υποκινητή και τον συνεργό, η οποία δύναται να εξομοιωθῄ με την ποινή του αυτουργού.

− Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 2 ΠΚ περί προσχηματία υποκινητή (agent provocateur).

– Κατάργηση του άρ. 48 ΠΚ περί γενικής διάταξης επί των συμετόχων.

Laissez baiser!

17 Μαρτίου 2008

Το παρόν είχε δημοσιευθεί αρχικά στην Αναμόρφωση· ευχαριστώ όσους έκαναν τον κόπο να σχολιάσουν εκεί, ιδίως τον Ασμοδαίο, που διώρθωσε τα ανύπαρκτα γαλλικά μου. Στο αρχικό κείμενο προσέθεσα κάποια σημεία από την εμπειρία των τελευταίων μηνών.

Το αρχαιότερο επάγγελμα, η πορνεία, η επ’ αμοιβῄ έκδοση ή όπως αλλιώς το αποκαλέσουμε κατά πολιτικήν ευπρέπειαν λαθροβιοί στην σημερινή Ελλάδα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς μεταξύ νομιμοφανούς παρανομίας και ημιπαράνομης νομιμότητας. Η πορνεία είναι μεν νόμιμη, οι προϋποθέσεις όμως που της επιβάλλονται αρμόζουν περισσότερο σε μια κοινωνικώς επιβλαβή συμπεριφορά που κατ’ ανοχήν επιτρέπεται και καλύτερα θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου παρά σε αυτό που πράγματι είναι, προσφορά ερωτικών υπηρεσιών μεταξύ συναινούντων υποκειμένων, όπου κάθε ηθική αξιολόγηση εκ μέρους του κράτους περιττεύει. Επιχειρηματολογώ συνεπώς ότι η ισχύουσα κρατική ρύθμιση είναι υποκριτική, διότι, ενῴ ισχυρίζεται ότι εκλαμβάνει την πορνεία ως μια οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στην πραγματικότητα, αφορμώμενη όχι λίγο από παλαιού τύπου ηθικισμό, επιχειρεί να την περιορίσῃ με κάθε είδους περιττούς διοικητικούς περιορισμούς και να θέσῃ τον πληθυσμό των συγκεκριμένων επαγγελματιών υπό ασφυκτικό έλεγχο, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το δικαίωμά τους να εργάζωνται και για την διαφθορά των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων. Στα επόμενα σχολιάζω κάποιους από αυτούς τους περιορισμούς και επιχειρώ να εξαγάγω τα σχετικά συμπεράσματα.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι ο Ν. 2734/1999 (ΦΕΚ Α-161) περί εκδιδόμενων επ’ αμοιβῄ προσώπων. Μερικά από τα περιεχόμενα του νόμου αυτού που με προβληματίζουν είναι τα ακόλουθα:

Στο κατά τ’ άλλα λογικό άρ. 1 προβλέπεται ότι για να μπορέσῃ κάποιο πρόσωπο, συνήθως γυναίκα, να ασκήσῃ το συγκεκριμένο επάγγελμα πρέπει να είναι άγαμη, χήρα ή διαζευγμένη. Δεν πρόκειται για κανένα πολύ σημαντικό προαπαιτούμενο από πρακτική άποψη, αλλά νομίζω το διέπει ένας αδικαιολόγητος ηθικισμός: αν κάποια δεν ενδιαφέρεται για τον γάμο της αρκετά, ώστε να προτιμᾴ να είναι πόρνη ή, πολύ περισσότερο, συναινεί ο άντρας της, δεν είναι δουλειά του κράτους να προμαχῄ υπέρ ενός γάμου ήδη νεκρού ή, εν πάσῃ περιπτώσει, ανορθόδοξου. Όποιου το δικαίωμα σε αποκλειστική γενετήσια συνάφεια προσβάλλεται, ας υποβάλῃ αγωγή διαζυγίου.

Εκείνο βέβαια που δεν προκύπτει ευθέως από το άρ. 1, αλλά από την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4, είναι ότι, προκειμένου να εκδοθῄ το πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, η εκδιδόμενη δακτυλοσκοπείται στην Αστυνομία. Ποιος ο λόγος να υποβληθῄ σε μία διαδικασία που εκλαμβάνεται ως ταπεινωτική και προσβλητική; Διανοήθηκε κανείς να δακτυλοσκοπήσῃ τους κομμωτές ή τους ιχθυοπώλες;

Στο άρ. 2 του νόμου προβλέπεται ότι «Πρόσωπα, που κατέχουν πιστοποιητικό που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, υποχρεούνται, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες, να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, με μέριμνα των υγειονομικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθῄ ο κάθε αναγνώστης. Πρόκειται για στοιχειώδες μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας, σωστά; Όσο και αν ακουστῄ παράξενο όμως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η υποχρεωτική δεκαπενθήμερη ιατρική εξέταση έχει κάποιο νόημα. Δεν αμφισβητώ το γεγονός φυσικά όχι μόνο της ύπαρξης και μακροημέρευσης του AIDS, αλλά περισσότερο ίσως της έξαρσης των μεταδιδόμενων νοσημάτων, από τα κονδυλώματα ως την ηπατίτιδα. Απλώς μου γεννάται η εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κατάλοιπο της εποχής της σύφιλης και ότι η ιατρική εξέταση, το βιβλιάριο και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ακόμα μέσο ελέγχου και εξουσίασης του συγκεκριμένου πληθυσμού. Αν δηλαδή η αιτία είναι ότι οι συγκεκριμένες επαγγελματίες έρχονται σε ερωτική επαφή με πολλούς άνδρες, για να είμαστε ειλικρινείς ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με όσες (και όσους!) μη επαγγελματίες κάνουν το ίδιο. Κανείς δεν σκέφτηκε βέβαια να επιβάλῃ κάτι τέτοιο στον μπήχτη ή στην παρτόλα της γειτονιάς. Στο κάτω κάτω οι παράνομες πόρνες έχουν την νοημοσύνη να ελέγχωνται μόνες τους και η διάδοση ασθενειών δεν οφείλεται τόσο σε αυτές όσο στους πιεστικούς, μερακλήδες πλην αμβλύνοες πελάτες τους…

Στο άρ. 3 παρ. 1 του νόμου προβλέπεται μια σύγχρονη μορφή δουλοπαροικίας: η εκδιδόμενη είναι υποχρεωμένη να εκδίδεται σε συγκεκριμένο οίκο ανοχής, ένα και μοναδικό, εφοδιάζεται δε με ειδική άδεια εγκατάστασης, που την προσδένει αμετάκλητα με τον συγκεκριμένο οίκο. Με τον τρόπο αυτό τίθεται στην παρανομία χωρίς λόγο η πορνεία των ροζ αγγελιών, του κολ γκερλ, της συνοδού και γενικώς της βίζιτας: η πορνεία πολυτελείας, εκείνη που αποφέρει τα περισσότερα έσοδα, δωρίζεται χωρίς πολλά πολλά στην παρανομία και στα κυκλώματα του υποκόσμου. Λαμπρή ιδέα.

Στο άρ. 3 παρ. 3 και 4 εξάλλου προβλέπονται τα εξής: «3. Οι δήμοι και οι κοινότητες καθορίζουν, με απόφασή τους, τον αριθμό των εν λόγω αδειών που επιτρέπεται να χορηγούνται στην περιφέρειά τους, με βάση τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ανάγκες, που σχετίζονται κυρίως με τον πληθυσμό τους και τη σύνθεση αυτού, την ύπαρξη στρατοπέδων, λιμανιών και βιομηχανικών μονάδων, καθώς και με την ανάπτυξη εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων που επιβάλλουν απασχόληση ή διέλευση ατόμων από άλλες περιοχές. […] 4. Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια, καθώς και σε χώρους που δεν είναι κύριας χρήσεως και δεν πληρούν τους όρους του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Επίσης, Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση σε κτίρια που απέχουν, σε ακτίνα λιγότερο από 200 μέτρα, από ναούς, σχολεία, νηπιαγωγεία, φροντιστήρια, παιδικούς σταθμούς, νοσηλευτικά ιδρύματα, κέντρα νεότητας, αθλητικά κέντρα, οικοτροφεία, βιβλιοθήκες και ευαγή ιδρύματα, καθώς και από πλατείες και παιδικές χαρές».

Συνέπεια αυτών των διατάξεων, σε συνδυασμό και με το άρ. 3 παρ. 2, είναι ότι σχεδόν όλοι οι οίκοι ανοχής στεγάζονται σε κοτέτσια. Από την στιγμή που ο νόμος απαγορεύει την στέγαση σε πολυκατοικίες, αν δεν συναινέσουν όλοι, δηλαδή ποτέ, απαγορεύει όμως και την στέγαση σε διατηρητέα, τι απομένει; Μπορεί να το διαπιστώσῃ με τα μάτια του ο καθένας στην Λιοσίων.

Επιπλέον, ο περιορισμός της απόστασης από πλατείες, σχολεία, ναούς κ.λπ. δεν νομίζω ότι ωφελεί. Εντάξει, έχει κάποιο νόημα, αλλά όχι σήμερα, που η πορνογραφία π.χ. είναι μέσα σε κάθε σπίτι μέσῳ του Διαδικτύου∙ αν υπάρχῃ κάποιος κίνδυνος, ας τον αναζητήσουν εκεί οι ηθικολογούντες.

Επιπλέον, οι περιορισμοί δεν είναι νομίζω και συνταγματικώς ανεκτοί. Δεν είναι δυνατόν να τίθενται τέτοιοι που να απαγορεύουν στην πράξη την άσκηση μιας νόμιμης δραστηριότητας σε σχεδόν ολόκληρη την έκταση του Δήμου Αθηναίων! Υπάρχουν και λειτουργούν περί τους 250 οίκους ανοχής∙ από αυτούς είναι ευρέως γνωστό ότι άδεια έχει ένας (1) και μοναδικός…

Όσο για τον περιορισμό στην έκδοση των αδειών, είναι προφανές ότι είναι δώρο ουρανόσταλτο στα κάθε λογής ανεξέλεγκτα μασατζίδικα: αφού υπάρχει η ζήτηση για αγοραίο έρωτα, θα καλυφθῄ ούτως ή άλλως. Ο νόμος (και τα δημοτικά συμβούλια που καλούνται να τον εφαρμόσουν) απλώς προτιμᾴ να στρουθοκαμηλίζῃ και να ευνοῄ κατ’ αποτέλεσμα τους σκοτεινούς καναπέδες κάποιων μπαρ από τα νόμιμα πορνεία. Η NIMBY νοοτροπία των δημοτικών μας αρχόντων τέτοια αποτελέσματα έχει.

Στο άρ. 5 προβλέπεται ότι «Η χρήση οικημάτων για άσκηση επαγγελματικού ομαδικού εταιρισμού με οποιοδήποτε μορφή, όνομα ή τίτλο απαγορεύεται». Και αυτή η διάταξη δεν προσφέρει τίποτα και μου είναι ακατανόητη. Η περιβόητη απαγόρευση του ομαδικού εταιρισμού, εκτός του ότι αφήνει τις μεμονωμένες πόρνες έκθετες στους κάθε λογής «προστάτες», έχει οδηγήσει και στην εξής παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία: υπάρχουν νόμιμες και παράνομες παρτούζες! Ναι, όπως το διαβάσατε, το ελληνικό κράτος έχει γνώμη για το σε ποιους συνδυασμούς επιτρέπται να κάνουν έρωτα επί πληρωμῄ τρία άτομα. Έτσι, για να χρησιμοποιήσω την πορνογραφική συμβολολογία, ο συνδυασμός MFΜ ή ΜΜF επιτρέπεται, ο συνδυασμός όμως FΜF ή FFM συνιστᾴ «ομαδικό εταιρισμό», απαγορεύεται και συνεπάγεται αυτόφωρο!

Τέλος πάντων, το χειρότερο έρχεται στο άρ. 6: «1. Η άδεια εγκατάστασης και χρήσης οικήματος αφαιρείται για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως τρεις (3) μήνες και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι έξι (6) μήνες, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 3, στις εξής περιπτώσεις: […] β. Όταν μέσα στο οίκημα ή εξαιτίας της χρήσης αυτού τελούνται στην περιοχή εγγύς του οικήματος αξιόποινες πράξεις ή εκδηλώνονται αταξίες αντικοινωνικού χαρακτήρα, που προκαλούν το κοινό αίσθημα ή δημιουργούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία ή τη νεολαία ή τα ήθη». Ξέχασαν το δημοκρατικό πολίτευμα…

Στο ίδιο πνεύμα πνεύμα εντάσσεται και η ποινική διάταξη του άρ. 5: «4. Με φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών τιμωρείται όποιος δημοσία παρενοχλεί το κοινό, προκαλώντας αυτό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις ή κινήσεις». Ως προς το τι προστατεύει ακριβώς αυτή η διάταξη, ο ευρών αμειφθήσεται… Πρόκειται για την διάταξη που εφαρμόζεται κυρίως εις βάρος των παρενδυσιών που κάνουν πεζοδρόμιο, για να αντιμετωπιστῄ αυτός ο μείζων κίνδυνος για την κοινωνία μας…

Για να μην παρεξηγηθώ, κανείς δεν υποστηρίζει ότι η πορνεία δεν πρέπει να υπόκηται σε απολύτως κανενός είδους περιορισμό. Υποστηρίζω όμως ότι οι περιορισμοί αυτοί αφενός δεν πρέπει να είναι ασφυκτικοί, ώστε εν τοις πράγμασιν να καταπνίγουν μια καθ’ όλα νόμιμη δραστηριότητα, αφετέρου να είναι πρακτικοί, να υπηρετούν δηλαδή κάποια σκοπιμότητα του 21ου αιώνα και των προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει.

Από οικονομικής άποψης, το αποτέλεσμα όλων αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να περιγραφῄ ως εξής: ο νόμος ανεβάζει το κόστος εισόδου στην αγορά της πορνείας σε επίπεδο ανώτερο του σημείου ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης χωρίς αποχρώντα λόγο. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργήται αναπόφευκτα μαύρη αγορά. Γυναίκες ανατολικοευρωπαϊκής κυρίως και αφρικανικής προέλευσης εξαναγκάζονται να μπουν στο κύκλωμα της παρανομίας και να αναζητήσουν προστάτη από τους αστυνομικούς ελέγχους και την απειλή της απέλασης. Δεν οφείλεται μόνο εδώ βέβαια φυσικά το φρικτό φαινόμενο του λεγόμενου trafficking, η σημερινή υποκριτική κατάσταση όμως οπωσδήποτε δεν βοηθάει: σε ποιον να αποταθῄ η παράνομη πόρνη, η πόρνη που εξαναγκάζεται από την πληθώρα των διοικητικών περιορισμών να γίνῃ παράνομη;

Δεν νομίζω λοιπόν ότι κάνω λάθος υποστηρίζοντας ότι το πιο ελεύθερο σεξ είναι δίχως αμφιβολία καλό για όλους μας και πρώτα μάλιστα για τις ιέρειες του έρωτα…

Περί μεταναστεύσεως

13 Νοεμβρίου 2007

Οι πιο σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσῃ η Ελλάδα τις δεκαετίες που έρχονται είναι η μετανάστευση και το ασφαλιστικό. Ιδού μερικές σκέψεις για την μεταναστευτική πολιτική του μέλλοντος.

Α) Η μετανάσταση είναι αναπόφευκτη.

Η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα. Η Ελλάδα είναι πέρασμα σε ακόμα πιο πλούσιες χώρες. Η μετανάστευση κατευθύνεται από τις φτωχές χώρες στις πλούσιες, όπως ακριβώς η θερμότητα μεταφέρεται από τα θερμά σώματα στα ψυχρά. Έτσι απλά. Όσο γρηγορώτερα το πάρουμε απόφαση, τόσο καλύτερα. Οι μετανάστες για να φτάσουν εδώ αποχαιρέτησαν οικογένειες και πατρίδες, πέρασαν βουνά και θάλασσες, πουλήθηκαν σε δουλεμπόρους, κρύωσαν, πείνασαν, θαλασσοπνίγηκαν, ανατινάχτηκαν από νάρκες. Δεν τους το ζητήσαμε, αλλά προσωπικά συγκινούμαι από τον πόνο, την ελπίδα και την λαχτάρα που συνοδεύει κάθε τέτοια ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να ζήσῃ μαζί μας. Και όχι μόνο αυτό: κατανοώ ότι κανένα Λιμενικό Σώμα, κανείς νόμος και κανένας κατάλογος ανεπιθύμητων αλλοδαπών δεν πρόκειται να σταματήσῃ την ανθρώπινη απελπισία και την ανθρώπινη ανάγκη.

Β) Η μετανάστευση είναι ωφέλιμη.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να αποφύγῃ, αλλά κατ’ ευτυχή συγκυρία έχει ανάγκη τους μετανάστες. Οι μετανάστες θα αναλάβουν την ανειδίκευτη εργασία που οι πλούσιοι και μορφωμένοι ιθαγενείς δεν θέλουν να κάνουν, οι μετανάστες θα σώσουν το ασφαλιστικό σύστημα από την κατάρρευση, οι μετανάστες θα προσφέρουν οικονομική στήριξη και δι’ αυτής πολιτική σταθερότητα στις χειμαζόμενες πατρίδες τους, οι μετανάστες θα μετατρέψουν τον άρρωστο δημογραφικό αμανίτη σε υγιά πυραμίδα, οι μετανάστες θα δώσουν το ανθρώπινο δυναμικό που θα στηρίξῃ μακροπρόθεσμα την ελληνική ανάπτυξη, την ελληνική ισχύ, την ελληνική ευημερία.

Γ) Η μετανάστευση είναι δίκαιη.

Όχι μόνο όμως είναι αναπόφευκτη, όχι μόνο είναι συμφέρουσα, αλλά η μετανάστευση συνιστᾴ εκπλήρωση και ενός ηθικού χρέους αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Είτε ευθυνώμαστε είτε όχι για την γενοκτονία στο Σουδάν ή την ανέχεια στην Μολδαβία, από την στιγμή που συνάνθρωποί μας δυστυχούν δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: κάτι πρέπει να κάνουμε. Και η μετανάστευση είναι μια καλή αρχή.

Δ) Τι δέον γενέσθαι;

Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική είναι ακριβώς αυτό: τυπικά ελληνική. Από την ολοκληρωτική έλλειψη ρύθμισης της δεκαετίας του ’90, δηλαδή την ολοκληρωτική παρανομία, την πλήρη ασυδοσία και ανασφάλεια, περάσαμε στην υπερρύθμιση της δεκαετίας του ’00, τις ατελείωτες λεπτομέρειες, τον ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό έλεγχο, την εισπρακτική λογική, τις αυστηρές ποινές, την συνακόλουθη ημιπαρανομία.

Ο ισχύων μεταναστευτικός νόμος είναι ο ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3536/2007. Θέλω να σχολιάσω ειδικά ένα τμήμα του νόμου αυτού, την αναγωγή σε έγκλημα της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, που προβλέπεται στο άρ. 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, και την τιμώρηση αυτού του ψευδεγκλήματος με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και με εξοντωτική χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων ευρώ.

Αντ’ αυτού η ρύθμιση θα έπρεπε να έχῃ ως εξής: η είσοδος στην επικράτεια παραμένει άδικη πράξη, γιατί κάθε κράτος έχει συμφέρον να ελέγχῃ ποιος εισέρχεται στο έδαφός του. Το άδικο της πράξης όμως είναι διοικητικό και μόνο. Η σχετική παράβαση τιμωρείται με διοικητική απέλαση. Η ποινική διάταξη αναδιατυπώνεται ώστε η τέλεση οποιουδήποτε εκ δόλου πλημμελήματος ή κακουργήματος να είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, δηλαδή η παράνομη είσοδος στην επικράτεια θα τιμωρήται ως έγκλημα αν και μόνον αν ο υπαίτιος διαπράξῃ στην συνέχεια κάποιο εκ δόλου πλημμέλημα ή κακούργημα. Η διοικητική απέλαση δεν αποκλείει την μεταγενέστερη νόμιμη είσοδο στην επικράτεια, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου.

Με αυτήν την απoποινικοποίηση επιτυγχάνεται αφενός η προστασία της κρατικής κυριαρχίας, εφόσον ούτως ή άλλως όποιος εισέρχεται παράνομα θα απελαύνεται, αφετέρου, το κυριώτερο, ο αποστιγματισμός του παράνομου μετανάστη, ο οποίος ως τώρα θεωρείται εγκληματίας, απειλείται με βαρύτατες ποινές, έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο και όχι σπάνια μένει φυλακισμένος για πολλούς μήνες, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί να πληρώσῃ τις ασύλληπτες χρηματικές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου, θα διατηρῄ πάντοτε την ελπίδα, γιατί η Ελλάδα δεν θα έχῃ κλείσει οριστικά τις πόρτες της για αυτόν, αλλά μόνο στον βαθμό που θα επιχειρῄ την παράνομη είσοδο.

Όλοι οι καλοί χωράνε.


Ασκήσεις Φιλελευθερισμού Ι και ½: Τέλσον φιλελευθέρου αρούρης

15 Οκτωβρίου 2007

Υφήρπασα από τον συνιστολόγο Καλλίρη τον τίτλο των διαδικτυακών αναζητήσεών του, ίνα μη πελαγοδρομήσεων είπω, γιατί στο ίδιο καζάνι βράζω και γω, περιπλανώμενος σαν κολασμένος αφ’ ιστολογίων εις φόρουμ και αναζητώντας περιπαθώς, πλην επί ματαίῳ την φυγάδα δικαιοσύνη. Ιδού λοιπόν ένιοι ίπποι χλωροί και λοιπά τέρατα της Αποκαλύψεως, που με απασχολούν όταν μαγειρεύω, όταν περιμένω το τρόλεϊ και όταν πλήττω στα αυτόφωρα:

Πώληση της ψήφου. Γιατί να μην δικαιούμαι να πωλώ την ψήφο μου; Αφού δικαιούμαι να την χαρίζω! Γιατί να εξετάζεται το συγκεκριμένο κίνητρο διάθεσης της ψήφου και να απαξιολογήται; Δικιά μου είναι η ψήφος, ό,τι θέλω την κάνω!

Αποτομοφιλία. Και αν θέλω να κόψω το χέρι μου; Ποιον πειράζω;

Πολυγαμία. Γιατί να αφορᾴ το κράτος το ποιοι-βάζουν-πού-τι και τις συναισθηματικές ή άλλες σχέσεις τους συνδέουν;

Εθελοδουλεία. Το άκρον άωτον: έστω ότι θέλω να ανήκω πλήρως σε κάποιον. Να με μεταχειρίζεται όπως θέλῃ. Η βούλησή του να υπερισχύῃ πάντοτε. Να μπορῄ να μεταπωλῄ. Πού είναι το πρόβλημα;

Νομίζω ότι πρόκειται για την επόμενη γενιά πρακτικών εφαρμογών της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Ζητήματα που θα ανακύψουν εκεί γύρω στο 2030, μαζί με την περιωρισμένη ικανότητα δικαίου των σπονδυλωτών και τέτοια θέματα. Η εξέλιξη της σκέψης δεν μπορῄ να ανακοπῄ.

Ακόμη διστάζω βέβαια πάρα πολύ να ακολουθήσω το νήμα σκέψης που με έφερε στην υιοθέτηση της ελευθερίας του ομόφυλου γάμου, της άρνησης στράτευσης, της χρήσης ψυχοτρόπων, της μη χρήσης προστατευτικού κράνους και της επιλογής φύλου του τέκνου μέχρι το τέρμα, αν είναι δυνατόν να υπάρξῃ τέρμα, που ίσως αποτελούν οι περιπτώσεις που αναφέρω στην αρχή. Πιθανόν να μου διαφεύγῃ κάτι κανονιστικώς κρίσιμο. Ή πιθανόν πάλι να είμαι απλώς υπερβολικά δεμένος με την εποχή μου.

Ο χρόνος θα δείξῃ.

Ετεροδημοτικά

11 Σεπτεμβρίου 2007

Ένα από τα παράξενα, τα ακατανόητα σε μη ιθαγενείς έθιμα της πατρίδας μας είναι και οι ετεροδημότες. Ως ετεροδημότης ο ίδιος, και μάλιστα πεπεισμένος, δεν μπορώ να ερμηνεύσω ορθολογικά τον ανά τριετία εκλογικό νόστο μας· μπορώ όμως να αναλάβω τις ευθύνες που μου αναλογούν.

Να τι εννοώ: το γενναιόδωρο ελληνικό κράτος δαπανᾲ κάθε φορά ουκ ολίγα ευρόπουλα, χρηματοδοτώντας τον κομματικό στρατό να εκδράμῃ/επιδράμῃ στα πάτρια όρη και βουνά. Για μία ακόμη φορά σε αυτήν την έρμη την ζωή οι έτερο ευνοούνται έναντι των όμο: τα χρήματα για τις εκλογικές διακοπές των ετεροδημοτών καταβάλλουν αγογγύστως οι ομοδημότες. Στην εκλογική πανήγυρη μπορούμε να είμαστε λαρτζ, βρε παιδί μου…

Λεπτομέρεια της υποσημείωσης, θα αναφωνήσῃ ο καλόπιστος αναγνώστης του Συνιστολογίου. Σύμφωνοι· αλλά καμιά φορά όταν στάζῃ η ουρά του γαϊδάρου, ξεχειλίζει το ποτήρι.

Η δωρεάν μετακίνηση των πελατών-ψηφοφόρων-καταναλωτών υποψηφίων αποτελεί ένα ακόμη ωραίο και διδακτικό παράδειγμα του πώς εννοείται το κράτος από τον ΜΕΨ (Μέσο Έλληνα Ψηφοφόρο) και πώς αντιλαμβάνεται και ο ίδιος τον εαυτό του. Αν ο ΜΕΨ έχῃ το δικαίωμα της ψήφου, είναι το κράτος που πρέπει να του παράσχῃ τα μέσα να το ασκήσῃ. Αν ο ΜΕΨ μόνος του επιλέγῃ να ψηφίζῃ μακριά από τον τόπο κατοικίας του και αν ο ΜΕΨ μόνος του επιλέγῃ να μην ψηφίσῃ στον τόπο κατοικίας του ως ετεροδημότης, όπως έχει πλέον την ευχέρεια, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Το κράτος έχει πάντα υποχρεώσεις, ο ΜΕΨ (και τα κόμματα ως μεσάζοντες) πάντα δικαιώματα. Η αποθέωση του θετικού χαρακτήρα ενός πολιτικού δικαιώματος: για την επίλυση ενός προβλήματος που εν γνώσει του δημιουργεί ο ετεροΜΕΨ, καλείται το κράτος να πληρώσῃ με τα λεφτά των υπόλοιπων ομοΜΕΨ.

Την Παρασκευή φεύγω με ΚΤΕΛ για Πάτρα. Μαντέψτε ποιος κερνάει…

Φαντάζει ωραία καμμένη η σημαία;

11 Μαρτίου 2007











Η απάντησή μου στο ερώτημα του τίτλου του σημερινού άρθρου είναι σαφώς και πολύ έντονα όχι. Για μένα η σημαία δεν είναι απλώς ένα κομμάτι ύφασμα, όπως ακριβώς ο τάφος του πατέρα μου δεν είναι ένα κομμάτι μάρμαρο και το πατρικό μου σπίτι δεν είναι ένας σωρός από κεραμίδια, πέτρες και ξύλα.

Το ζήτημά μου όμως δεν είναι αυτό και θέλω να το ξεκαθαρίσω εξαρχής. Δεν συζητώ ένα θέμα αισθητικής ή πολιτικής φύσης. Δεν με ενδιαφέρει αν το κάψιμο της σημαίας είναι εθνικιστικό ή διεθνιστικό, αν είναι ευγένεια ή αγένεια, αν θα διώξῃ τις βάσεις του θανάτου ή θα πετάξῃ τους Τούρκους στην θάλασσα της Κερύνειας. Αδιαφορώ πλήρως, καθόσον αφορᾴ την παρούσα θεματική, αν καίνε την σημαία οι φασίστες ή οι μασίστες, οι αναρχοαυτόνομοι ή οι αναρχοχαρούμενοι. Το μόνο που διαφέρει εδώ νομικώς είναι ποιος βλάπτεται από μια τέτοια συμπεριφορά.

Για να έχουμε μια πρώτη σχετική εποπτεία, τα σχετικά άρθρα είναι τα άρ. 155 και 181 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία έχουν ως εξής:

Άρ. 155 – Προσβολή συμβόλων ξένου κράτους. Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία ή έμβλημα της κυριαρχίας ξένου κράτους που τελεί σε ειρήνη με την Eλλάδα και είναι αναγνωρισμένο από αυτήν ή διακόπτει ή ηχητικά παρεμποδίζει τη δημόσια ανάκρουση του εθνικού του ύμνου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, εφόσον η αμοιβαιότητα είναι εξασφαλισμένη τόσο κατά το χρόνο εκτέλεσης της πράξης, όσο και κατά το χρόνο εκδίκασής της. H δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση της ξένης κυβέρνησης.

‘Αρ. 181 – Προσβολή συμβόλων του ελληνικού Kράτους. Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του Kράτους ή έμβλημα της κυριαρχίας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.

Δύο πρόχειρες παρατηρήσεις: Αξιοσημείωτο ασφαλώς είναι το γεγονός ότι η ελληνική νομοθεσία εν μέρει προστατεύει περισσότερο τα αλλοδαπά σύμβολα, εφόσον απαγορεύεται ακόμη και η διακοπή ή παρεμπόδιση της ανάκρουσης του αλλοδαπού εθνικού ύμνου! Από την άλλη πλευρά βέβαια η ποινή είναι σαφώς ηπιώτερη όταν προσβάλλωνται τα αλλοδαπά σύμβολα (φυλάκιση μέχρι έξι μηνών έναντι φυλάκισης μέχρι δύο ετών), ενῴ τίθενται και κάποιοι μάλλον αυτονόητοι περιορισμοί (αρχή αμοιβαιότητας, αίτηση δίωξης της αλλοδαπής κυβέρνησης). Απαραίτητο σε κάθε περίπτωση είναι το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου της εκδήλωσης μίσους ή περιφρόνησης, το οποίο θα επικαλεστώ αφειδώς στην επιχειρηματολογία μου στην συνέχεια.

Ποιος βλάπτεται λοιπόν; Ασφαλώς θα προκαλήται κάποια πολύ σπουδαία βλάβη, ώστε να δικαιολογήται η πολυτέλεια δύο διατάξεων στον Ποινικό Κώδικα. Το ξένο κράτος τάχα ή η πολιτειακή εξουσία, όπως φαίνεται από τον τίτλο των αντίστοιχων κεφαλαίων του Ποινικού Κώδικα; Τι να πω, δεν έχω ιδέα. Όζουν ψευδεγκλήματος οι διατάξεις.


Να μια μικρή σκέψη όμως: σύμφωνα με το άρ. 8 παρ. 11 περ. ε΄ Ν. 851/1978 «η Εθνική Σημαία… δεν απορρίπτεται εις τα άχρηστα, αλλά αντικαθιστάμενη λόγῳ παλαιότητας, καταστρέφεται κατά προτίμησιν διά της πυράς».
Με λίγα λόγια δηλαδή, η ίδια ακριβώς αντικειμενική συμπεριφορά, το κάψιμο της σημαίας, οτέ μεν τιμωρείται από τον ποινικό νόμο, οτέ δε όχι μόνον δεν τιμωρείται, αλλά επιβάλλεται και ως υποχρεωτικός τρόπος καταστροφής της σημαίας! Και το μόνο που διαχωρίζει τις δύο περιπτώσεις και δικαιολογεί δήθεν το χάος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην δεοντολογική τιμή «απηγορευμένο» και την δεοντολογική τιμή «επιτρεπόμενο» είναι ακριβώς το μίσος και η περιφρόνηση. Και πέραν τούτου ουδέν.

Είναι πολύ δύσκολο νομίζω να βρεθῄ στην ποινική μας νομοθεσία πιο κρυστάλλινη περίπτωση δίωξης του φρονήματος και όχι της πράξης καθ’ αυτήν, αλλά απλώς και μόνον εξ αφορμής της, κατά παράβασιν της αρχής με την οποία γαλουχήθηκαν γενιές νομικών: cogitationis poenam nemo patitur. Και detestationis θα προσέθετα.

Γλαύκα εις Αθήνας και λαδοτύρι στον Μανταμάδο κομίζω βέβαια λέγοντας ότι μια τέτοια διάταξη αντίκειται στο άρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι απαραίτητη προϋπόθεση του εγκλήματος είναι η ύπαρξη πράξης, και ως εκ τούτου είναι συνταγματική υποχρέωση κάθε δικαστή να μην την εφαρμόζη κατ’ άρ. 87 παρ. 2 Συντ.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό το πρόβλημα. Ακόμη και αν υποθέταμε ότι προστατεύεται από προσβολή κάποιο πραγματικό έννομο αγαθό, η απόφαση της εγκληματοποίησης θα έπρεπε να ληφθῄ μετά ενδελεχή στάθμιση με το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και μάλιστα με τον πυρήνα ίσως του δικαιώματος που συνιστᾴ η ελευθερία της πολιτικής έκφρασης. Όπως δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε ένα σύνθημα, μια χειρονομία, ένα εμβατήριο (ας μην σχολιάσω επί του παρόντος το θλιβερό άρ. 86a του γερμΠΚ), έτσι πρέπει ο δημοκρατικός νομοθέτης να είναι πάρα πολύ επιφυλακτικός ως προς την δίωξη τέτοιων συμβολικών πράξεων, στρεφόμενων υποτίθεται κατά κάποιων νεφελωδών κρατικών εννόμων αγαθών, την στιγμή που η απαγόρευση προσβάλλει την πολύ συγκεκριμένη ελευθερία πολιτικής έκφρασης του κάθε πολίτη. In dubio pro libertate!

Και όμως το πράγμα θα μπορούσε να μην έχῃ έτσι στην καθ’ ημάς ανθυπομέτρια νομική πραγματικότητα. Αρκεί να διευρύνουμε λίγο την νομική μας αντίληψη και να στρέψουμε το φιλοπερίεργο βλέμμα μας ως άλλοι Οδυσσείς στον νόον του αμερικανικού Supreme Court, όπως εκφράστηκε στην προσωπική μου αγαπημένη απόφαση Texas vs Johnson το 1989. Στην περίπτωση εκείνη κάποιος Μαοϊστής έκαψε την αμερικανική σημαία έξω από το συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο Ντάλλας. Το Supreme Court, έστω με την ισχνή πλειοψηφία 5-4, έκρινε ότι η ελευθερία του λόγου καλύπτει τέτοιες πράξεις και άφησε τον Ρένκβιστ και τους ομοίους του να κλαψουρίζουν για τα σύμβολα της εθνικής ενότητας, την προσωποποίηση του Έθνους και το δέος που νιώθουν ενώπιον της αστερόεσσας.

Και αφού άρχισα αναρχικά, θα κλείσω στρατοκαυλικά:

Προς την σημαία παρουσιάστε, αρμ!

Σημασία δεν έχει για το ευνομούμενο κράτος η σημαία καθ’ αυτήν∙ σημασία έχει αυτό που η σημαία αντιπροσωπεύει: την πολύτιμη ελευθερία να την καίω ή να της παρουσιάζω όπλα.

Κάνε, γυιε μου, την δουλειά σου…

28 Φεβρουαρίου 2007

Περί αιμομιξίας ο λόγος στο σημερινό άρθρο.

Αν υπάρχῃ ένα έγκλημα του Ποινικού Κώδικα όπου ο συνεπής φιλελευθερισμός, όπως εκφράζεται από την αυστηρή τήρηση της αρχής της βλάβης, έρχεται σε οξεία σύγκρουση με τις κρατούσες ηθικές αντιλήψεις, αυτό είναι το έγκλημα της αιμομιξίας. Και αυτό γιατί η εγκληματοποίηση της αιμομιξίας δεν μπορεί να δικαιολογηθῄ με κανένα τρόπο ως προσβολή κάποιου εννόμου αγαθού.

Δεν προσβάλλεται φυσικά η γενετήσια ελευθερία, βασικό προστατευόμενο έννομο αγαθό του ΙΘ΄ Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα, όπου εντάσσεται το έγκλημα, γιατί οι αιμομίκτες απαραιτήτως συναινούν. Δεν προστατεύεται το τυχόν συλληφθησόμενο τέκνο από πιθανές γενετικές ανωμαλίες για πολλούς λόγους: θα έπρεπε να διακρίνουμε ανάμεσα σε στείρους και μη αιμομίκτες, απαγορεύεται και η ομοφυλοφιλική αιμομικτική συνουσία, σε άλλες περιπτώσεις πιθανών γενετικών βλαβών δεν απαγορεύεται η συνουσία (π.χ. μεσογειακή αναιμία) κ.λπ.

Εκείνο δηλαδή που και εξαρχής επέβαλε την εγκληματοποίηση και σήμερα την διατηρεί δεν είναι τίποτε άλλο από την vox populi, την θέληση των πολλών, όπως εκφράζεται στις δικές ηθικές τους προτιμήσεις. Αληθώς, η αιμομιξία ήταν, είναι και παραμένει ένα γνήσιο έγκλημα «κατά των ηθών», σύμφωνα με την παλαιότερη διατύπωση του τίτλου του ΙΘ΄ Κεφαλαίου, δηλαδή ένα ψευδέγκλημα. Η απαγόρευση της αιμομικτικής συνουσίας είναι τόσο δίκαιη εξ επόψεως ενός φιλελεύθερου συνταγματικού κράτους όσο η ομοφυλοφιλική ή η πρωκτική ή η έτσι-με-την-αρμύρα συνουσία.

Φυσικά το να υπερασπίζεσαι την ελευθερία του αιμομίκτη είναι δύσκολο, και όχι μόνο πολιτικά. Φθείρει ηθικά και ψυχολογικά όσο και το να υπερασπίζεσαι την μη επιβολή της θανατικής ποινής στον βιαστή και δολοφόνο ενός παιδιού, την αθώωση ενός όντως εγκληματία ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, το δικαίωμα του πρεζάκια να τρυπιέται. Φθείρει να εκτίθεσαι στα έκπληκτα ή αγνακτισμένα σχόλια των άλλων, να συγχέεται η υπεράσπιση της ελευθερίας μιας επιλογής με την υπεράσπιση της ίδιας της επιλογής, να δίνῃς αφορμή σε εικασίες για τα πραγματικά κίνητρά σου. Φοβάμαι λίγο∙ ενίοτε όμως κρείττον το λαλείν.

Τέλος πάντων: σύμφωνα με το άρ. 345 ΠΚ, η αιμομιξία τιμωρείται μόνο μεταξύ ανιόντων-κατιόντων και αδελφών.

Έτσι η παρ’ ολίγον αιμομίκτρια θεια του τίτλου μπορεί ανεμπόδιστα και υπό το ισχύον δίκαιο να προβαίνῃ στο θεάρεστο έργο της…

Αρχαιολογική Α.Ε. ΙΙ

4 Φεβρουαρίου 2007

Στο άρθρο αυτό προτείνω έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο η ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αποβῄ πολύτιμη για την υπόθεση της αρχαιολογίας στην Ελλάδα.

Η ιδέα φυσικά δεν είναι δική μου ούτε είναι κάτι το εξαιρετικά ευφυές. Τόσο περισσότερο λοιπόν απορώ γιατί σε μια χώρα με την αρχαιολογική παράδοση της Ελλάδας, το επιστημονικό δυναμικό και την βέβαιη τουριστική πελατεία δεν έχει δημιουργήσει κανείς μια πρότυπη αναπαράσταση αρχαίας πόλης, με την αγορά της, τους ναούς, τα στρατιωτικά σώματα και φυσικά τους κατοίκους της.Για την δημιουργία μιας τέτοιας αναπαράστασης θα μπορούσαν να εργαστούν πληθώρα αρχαιολόγων, ιστορικών, τεχνιτών και ξεναγών, παράγοντας πρωτότυπη και πολύτιμη επιστημονική εργασία. Ο επισκέπτης θα είχε ολοζώντανα μπροστά στα μάτια του έναν Αθηναίο ρήτορα, μια Κορινθία εταίρα, ένα Λακεδαιμόνιο οπλίτη, με την αμφίεση και την κόμμωση της εποχής. Θα έβλεπε τον ιερέα του Διονύσου να κάθεται στο κοίλο του θεάτρου∙ παγκρατιαστές αθλητές να ασκούνται∙ μια ομάδα οπλιτών να προετοιμάζονται για μάχη. Ακόμη τα κτήρια του άστεος, από τους ναούς μέχρι το μητρώο μέχρι ένα απλό εστιατόριο με τα εδέσματα της εποχής θα επανέρχονται στην ζωή, ακέραια, με τα λαμπρά τους χρώματα, ως χώροι εργασίας, λατρείας και επικοινωνίας των ανθρώπων και όχι ως μην αγγίζετε-μην φωτογραφίζετε-μουσειακά εκθέματα.

Περιττό να υπομνήσω πόση εκπαιδευτική αξία θα είχε μια τέτοια αναπαράσταση για τον επισκέπτη του καθ’ αυτόν αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος θα μπορῄ δίπλα στο αυθεντικό μνημείο να θαυμάζῃ την αναπαράσταση, να συγκρίνῃ, να συγκινήται, να διδάσκεται. Επίσης στους μαθητές, που συχνά βαριούνται και δεν καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται, η αναπαράσταση βοηθεί στην εποπτική διδασκαλία. Τέλος, ειδικά οι φοιτητές αρχαιολογίας είναι προφανές ότι θα ωφεληθούν εξαιρετικά από την μεταφορά των άψυχων σελίδων των βιβλίων τους σε ολοζώντανη πράξη.

Ο επιχειρηματίας από την άλλη μεριά έχει νομίζω εξασφαλισμένη πελατεία, που καθιστᾴ την επένδυσή του όχι απλώς βιώσιμη, αλλά και δυνητικά πολύ κερδοφόρο.

Μετά από όλα αυτά, εύλογα θα αναρωτηθῄ ο καλόπιστος αναγνώστης: «αφού είναι όλα τόσο προφανή και τόσο απλά, πού είναι το πρόβλημα;». Καλή ερώτηση.

Το πρόβλημα είναι ότι υποψιάζομαι πολύ έντονα ότι, αν βρισκόταν κάποιος χριστιανός πρόθυμος να δημιουργήσῃ μια τέτοια αναπαράσταση, κανείς δεν θα τον άφηνε. Κατά πρώτον, όσοι τυχόν θα υποστήριζαν την ιδέα θα γίνονταν αμέσως ύποπτοι ως «πληρωμένες γραφίδες» και «πράκτορες του κεφαλαίου». Οι εφημερίδες θα μιλούσαν για «αρχαιοτσινετσιττά» και «αρχαιοφιλία ποπκόρν». Οι διανοούμενοι θα κατήγγελλαν την ύβρη εκείνου που «αποτολμᾴ να ανεγείρῃ νέους Παρθενώνες». Το ΚΑΣ θα απέρριπτε μετά βδελυγμίας την δημιουργία «ψευδοαρχαιολογικής Ντίσνεϋλαντ». Και οι τοπικοί φορείς, ασφαλώς, θα εξανίσταντο εναντίον της «καταλήστευσης της πολιτιστικής κληρονομιάς από τους εμπόρους». Και όλοι, όλοι όμως, εν χορῴ, θα ζητούσαν από το Κράτος να κατασκευάσῃ Εκείνο μια αναπαράσταση, για να την βλέπουν οι ξένοι που τότε έτρωγαν βελανίδια αλακρέμ κ.λπ. κ.λπ. και να χάσκουν.