Posts Tagged ‘μετανάστες’

Κατά του άρ. 4 παρ. 4 Συντ.

26 Απριλίου 2008

Μία από τις ωραίες εκείνες διατάξεις του όχι και τόσο πολυχρονεμένου ελληνικού Συντάγματος είναι το άρ. 4 παρ. 4 Συντ., το οποίο επιφυλάσσει την είσοδο στην ακριβή δημόσια υπηρεσία μόνο στους ημεδαπούς. Βέβαια, μετά την τσουναμοειδή επέλαση του ευρωπαϊκού δικαίου, η διάταξη αυτή έχει καταστή γράμμα κενό για τις περιπτώσεις των Ευρωπαίων πολιτών. Παραμένει όμως απολύτως ισχυρή για τους λεγόμενους πολίτες τρίτων χωρών. Η πρότασή μου είναι η αναθεώρηση της διάταξης ως εξής: «Mόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όποιες δημόσιες λειτουργίες εισάγεται σχετική εξαίρεση με ειδικούς νόμους».

Οι τριτοχωρικοί λοιπόν πολίτες, οι τριτοκοσμικοί του 21ου αιώνα, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα υψηλά καθήκοντα του Έλληνος δημοσίου υπαλλήλου. Ο γονότυπός τους δεν τους βοηθεί στην πρωτοκόλληση, σφράγιση, προώθηση, καταλογογράφηση, έγκριση, φωτοτύπηση, αρχειοθέτηση εγγράφων. Δεν διαθέτουν επαρκή πίστη στην πατρίδα για να αποκομίσουν τα απορρίμματά μας. Οι πρόγονοί τους δεν παρέχουν εχέγγυα για να διδάξουν αριθμητική στα παιδιά μας. Η ιστορία τους δεν είναι αρκετά ένδοξη για να μπορούν να παραλαμβάνουν τις φορολογικές μας δηλώσεις, μόνο και μόνο για να βρουν λάθη και παραλείψεις σε αυτές.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί φυσικά μια πολύ μεγάλη στρέβλωση στην αγορά εργασίας: το σύνολο των ημιμαθών και ημικαλλιέργητων Ελλήνων αποφοίτων Λυκείου και Πανεπιστημίου αναζητεί εναγωνίως, με την Απογευματινή, το Έθνος και άλλες τέτοιες φυλλάδες στο χέρι, «θέσεις», «διαγωνισμούς», «προκηρύξεις», «συμβάσεις».

Οι συνομήλικοί τους τριτοχωρίτες, παιδιά ενός κατώτερου Συντάγματος, απλώς δουλεύουν.

Για πολλά χρόνια η διαφορά εργαζομένων στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα ήταν διαφορά κομματική: ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ. Πλέον, βοηθούσης και της απλοχεριάς των κυβερνώντων, με ξένα κόλυβα πάντα, η διαφορά ολοένα γίνεται και εθνική:

Ελλάς Ελλήνων Δημοσίων Υπαλλήλων.

Συμπλήρωση 06Ιουν08: Μου είχε διαφύγει ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει συν τοις άλλοις και μη αναθεωρήσιμη κατ’ άρ. 110 παρ. 1 Συντάγματος. Ενώ δηλαδή το άσυλο της κατοικίας, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, η απαγόρευση των βασανιστηρίων ή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν έτυχαν αυτής της ακριβής τιμής, το ρουσφέτι υπέρ των ιθαγενών έχει κατοχυρωθή, πολύ προνοητικά, στο Σύνταγμα…

Advertisements

Περί μεταναστεύσεως

13 Νοεμβρίου 2007

Οι πιο σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσῃ η Ελλάδα τις δεκαετίες που έρχονται είναι η μετανάστευση και το ασφαλιστικό. Ιδού μερικές σκέψεις για την μεταναστευτική πολιτική του μέλλοντος.

Α) Η μετανάσταση είναι αναπόφευκτη.

Η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα. Η Ελλάδα είναι πέρασμα σε ακόμα πιο πλούσιες χώρες. Η μετανάστευση κατευθύνεται από τις φτωχές χώρες στις πλούσιες, όπως ακριβώς η θερμότητα μεταφέρεται από τα θερμά σώματα στα ψυχρά. Έτσι απλά. Όσο γρηγορώτερα το πάρουμε απόφαση, τόσο καλύτερα. Οι μετανάστες για να φτάσουν εδώ αποχαιρέτησαν οικογένειες και πατρίδες, πέρασαν βουνά και θάλασσες, πουλήθηκαν σε δουλεμπόρους, κρύωσαν, πείνασαν, θαλασσοπνίγηκαν, ανατινάχτηκαν από νάρκες. Δεν τους το ζητήσαμε, αλλά προσωπικά συγκινούμαι από τον πόνο, την ελπίδα και την λαχτάρα που συνοδεύει κάθε τέτοια ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να ζήσῃ μαζί μας. Και όχι μόνο αυτό: κατανοώ ότι κανένα Λιμενικό Σώμα, κανείς νόμος και κανένας κατάλογος ανεπιθύμητων αλλοδαπών δεν πρόκειται να σταματήσῃ την ανθρώπινη απελπισία και την ανθρώπινη ανάγκη.

Β) Η μετανάστευση είναι ωφέλιμη.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να αποφύγῃ, αλλά κατ’ ευτυχή συγκυρία έχει ανάγκη τους μετανάστες. Οι μετανάστες θα αναλάβουν την ανειδίκευτη εργασία που οι πλούσιοι και μορφωμένοι ιθαγενείς δεν θέλουν να κάνουν, οι μετανάστες θα σώσουν το ασφαλιστικό σύστημα από την κατάρρευση, οι μετανάστες θα προσφέρουν οικονομική στήριξη και δι’ αυτής πολιτική σταθερότητα στις χειμαζόμενες πατρίδες τους, οι μετανάστες θα μετατρέψουν τον άρρωστο δημογραφικό αμανίτη σε υγιά πυραμίδα, οι μετανάστες θα δώσουν το ανθρώπινο δυναμικό που θα στηρίξῃ μακροπρόθεσμα την ελληνική ανάπτυξη, την ελληνική ισχύ, την ελληνική ευημερία.

Γ) Η μετανάστευση είναι δίκαιη.

Όχι μόνο όμως είναι αναπόφευκτη, όχι μόνο είναι συμφέρουσα, αλλά η μετανάστευση συνιστᾴ εκπλήρωση και ενός ηθικού χρέους αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Είτε ευθυνώμαστε είτε όχι για την γενοκτονία στο Σουδάν ή την ανέχεια στην Μολδαβία, από την στιγμή που συνάνθρωποί μας δυστυχούν δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: κάτι πρέπει να κάνουμε. Και η μετανάστευση είναι μια καλή αρχή.

Δ) Τι δέον γενέσθαι;

Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική είναι ακριβώς αυτό: τυπικά ελληνική. Από την ολοκληρωτική έλλειψη ρύθμισης της δεκαετίας του ’90, δηλαδή την ολοκληρωτική παρανομία, την πλήρη ασυδοσία και ανασφάλεια, περάσαμε στην υπερρύθμιση της δεκαετίας του ’00, τις ατελείωτες λεπτομέρειες, τον ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό έλεγχο, την εισπρακτική λογική, τις αυστηρές ποινές, την συνακόλουθη ημιπαρανομία.

Ο ισχύων μεταναστευτικός νόμος είναι ο ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3536/2007. Θέλω να σχολιάσω ειδικά ένα τμήμα του νόμου αυτού, την αναγωγή σε έγκλημα της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, που προβλέπεται στο άρ. 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, και την τιμώρηση αυτού του ψευδεγκλήματος με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και με εξοντωτική χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων ευρώ.

Αντ’ αυτού η ρύθμιση θα έπρεπε να έχῃ ως εξής: η είσοδος στην επικράτεια παραμένει άδικη πράξη, γιατί κάθε κράτος έχει συμφέρον να ελέγχῃ ποιος εισέρχεται στο έδαφός του. Το άδικο της πράξης όμως είναι διοικητικό και μόνο. Η σχετική παράβαση τιμωρείται με διοικητική απέλαση. Η ποινική διάταξη αναδιατυπώνεται ώστε η τέλεση οποιουδήποτε εκ δόλου πλημμελήματος ή κακουργήματος να είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, δηλαδή η παράνομη είσοδος στην επικράτεια θα τιμωρήται ως έγκλημα αν και μόνον αν ο υπαίτιος διαπράξῃ στην συνέχεια κάποιο εκ δόλου πλημμέλημα ή κακούργημα. Η διοικητική απέλαση δεν αποκλείει την μεταγενέστερη νόμιμη είσοδο στην επικράτεια, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου.

Με αυτήν την απoποινικοποίηση επιτυγχάνεται αφενός η προστασία της κρατικής κυριαρχίας, εφόσον ούτως ή άλλως όποιος εισέρχεται παράνομα θα απελαύνεται, αφετέρου, το κυριώτερο, ο αποστιγματισμός του παράνομου μετανάστη, ο οποίος ως τώρα θεωρείται εγκληματίας, απειλείται με βαρύτατες ποινές, έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο και όχι σπάνια μένει φυλακισμένος για πολλούς μήνες, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί να πληρώσῃ τις ασύλληπτες χρηματικές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου, θα διατηρῄ πάντοτε την ελπίδα, γιατί η Ελλάδα δεν θα έχῃ κλείσει οριστικά τις πόρτες της για αυτόν, αλλά μόνο στον βαθμό που θα επιχειρῄ την παράνομη είσοδο.

Όλοι οι καλοί χωράνε.


Ελληνοαλβανοί ή Αλβανοέλληνες;

19 Μαρτίου 2007

Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 η Ελλάδα έζησε τον Β΄ Αλβανικό Εποικισμό. Μεγαλώνοντας και εμείς μάθαμε, άλλος λιγώτερο, άλλος περισσότερο να ζούμε με αυτόν τον τόσο κοντινό Ξένο, μια ανάμνηση του εαυτού μας από τους καιρούς της φτώχειας, καταχωνιασμένη σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ξαφνικά ολοζώντανη μπροστά μας, τόσο μακρινή και τόσο οικεία.

Και γνωρίσαμε κάπως τους νεήλυδες. Μάθαμε με έκπληξη ότι υπήρχαν μουσουλμάνοι που δεν ενδιαφέρονταν να πάνε στην Μέκκα και έπιναν μπίρα και έτρωγαν πιττόγυρα όπως και μεις. Προσέξαμε με έκπληξη ότι μάθαιναν την γλώσσα μας άψογα μέσα σε λίγους μήνες. Συνηθίσαμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η ανεργία είναι πατροπαράδοτο έθιμο των ιθαγενών και όχι των καινουργιοφερμένων. Θυμηθήκαμε την πορφυρή αυτοκρατορική σημαία με τον δικέφαλο αετό. Ψηλαφήσαμε ξανά το νήμα των Σουλιωτών και των Αρβανιτών, του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του Σκεντέρμπεη, της κοινής ιστορίας που παραλίγο να καταστρέψουν εννέα τάγματα μελανοχιτώνων και μερικοί Μαβήδες. Και κοιτάμε προς το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον, ένα μέλλον χωρίς Γαλάζια Στρατιά και «κατεχόμενη» Άρτα, αλλά με ανθρώπους σαν τον Τιράνων Αναστάσιο, την Μιρέλα και τον Στρακόσα, τον Καπλάνι και τον Άγκο, με ανθρώπους που αγαπάνε την κοινή μας κληρονομιά και την πλουτίζουν με το παράδειγμά τους.

Ελληνοαλβανοί ή Αλβανοέλληνες; Προσωπικά δεν έχω ιδέα ούτε και με νοιάζει. Και αν το παλληκαράκι της φωτογραφίας είναι ο Σωτήρ Νίνι ή ο Σωτήρης Νίνης δεν μου καίγεται καρφί. Ούτως ή άλλως δικός μας είναι.

Γιατί δεν θα γίνω ποτέ πρωθυπουργός

27 Σεπτεμβρίου 2006

Αυτές είναι δέκα πολιτικές –και όχι μόνο– θέσεις που υποστηρίζω, όχι σε ιεραρχική σειρά:

α. Πλήρης ισοπολιτεία στους ομοφυλόφιλους. Εδώ συμπεριλαμβάνονται κάθε είδους φορολογικά, συνταξιοδοτικά, δικονομικά και οικογενειακά δικαιώματα, με κορυφαία φυσικά ανάμεσά τους τα δικαιώματα γάμου και υιοθεσίας.

β. Αυστηρός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας. Η θέση αυτή συνεπάγεται κυρίως την κατάργηση του ψευδεγκλήματος του προσηλυτισμού, την ελεύθερη ανέγερση και συντήρηση ευκτηρίων οίκων άλλων θρησκειών, την αναγνώριση όλων των θρησκειών ως νομικών προσώπων ειδικού εκκλησιαστικού δικαίου και, ασφαλώς, την κατάργηση της ιερονομικής δικαιοδοσίας λόγῳ θρησκεύματος. Σε συνδυασμό με την θέση αυτή έρχεται και ο

γ. Χωρισμός Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δηλαδή: εύλογη αποζημίωση της Εκκλησίας για την περιουσία της που έχει κατά καιρούς κρατικοποιηθεί με παράλληλη διακοπή της μισθοδοσίας του κλήρου από το Υπουργείο, κατάργηση της υποχρεωτικής προσευχής και εκκλησιασμού στα σχολεία και στον στρατό. Δεν θεωρώ αντισυνταγματικό πάντως τον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τον προαιρετικό θρησκευτικό γάμο, ενῴ δέχομαι την σκοπιμότητα του χαρακτηρισμού της «επικρατούσας θρησκείας» και ό,τι αυτός συνεπάγεται, όπως σταυρό στην σημαία και στον κοντό, αγιασμούς και τιμητικά αγήματα, ως ιστορικού και κοινωνικού δεδομένου.

δ. Φιλελευθεροποίηση του Ποινικού Δικαίου, που περιλαμβάνει απεγκληματοποίηση της καλλιέργειας και χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, απεγκληματοποίηση της εμπορίας οργάνων και της κλωνοποίησης και κατάργηση σειράς παραδοσιακών εγκλημάτων, όπως της εξύβρισης, της απλής δυσφήμησης, της βλασφημίας, της αιμομιξίας, της επαιτείας, της απόδρασης, της προσβολής συμβόλων του κράτους, της παράλειψης χρήσης κράνους από οδηγούς διτρόχων.

ε. Απόκρουση των λεγόμενων θετικών διακρίσεων, άρα και του άρ. 116 παρ. 2 Συντ. Ο ρατσισμός δεν είναι καλός ή κακός, δεν έχει πρόσημο, δεν καθαγιάζεται από τον σκοπό του.

στ. Γλωσσικός αυτοκαθορισμός: γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης είναι εκείνη που επιθυμεί ο τοπικός πληθυσμός.

ζ. Περιωρισμένα πολιτικά δικαιώματα στους αλλοδαπούς, βασικά εκλογικό δικαίωμα στις τοπικές εκλογές.

η. Περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, άρα ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, μείωση φορολογίας. Πάσχουμε από υπερβολικό, σπάταλο, διεφθαρμένο κράτος, όχι από έλλειψή του.

θ. Δημόσια επίβλεψη του τρόπου εισαγωγής στα Πανεπιστήμια· η κρατική ιδιοκτησία τους περιττεύει. Σε σχέση με αυτό:

ι. Πραγματική αυτοδιοίκηση των δημοσίων Πανεπιστημίων: μεταφορά μονίμων πόρων, κατάργηση του ασύλου και, το κυριώτερο, μετάθεση σε αυτά της απόφασης σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής.

Περί ιθαγενείας

18 Σεπτεμβρίου 2006

Σε αυτήν την δημοσίευση θα ήθελα να θίξω μερικά νομικά και πολιτικά ζητήματα του ελληνικού Δικαίου Ιθαγενείας.


Κατ’ αρχάς, λέγεται συχνά ότι η αρχή του αίματος (
ius sanguinis) που κατ’ αρχήν ακολουθεί το ελληνικό δίκαιο είναι ρατσιστική, δεν ευνοεί την ενσωμάτωση ή την αφομοίωση των μεταναστών, ανταποκρίνεται σε κράτος αποστολέα και όχι σε κράτος δέκτη μεταναστών κ.λπ. Από αυτά μόνον το τελευταίο είναι αληθές. Το δίκαιον του αίματος δεν έχει τίποτα φυσικά να κάνη με το αίμα, παρά μόνο την ιθαγένεια: δεν είναι ius sanguinis, είναι ius nationalitatis, υπό την έννοια ότι την ιθαγένεια αποκτά όποιος έχει γονέα με την ιθαγένεια και όχι όποιος έχει γονέα συγκεκριμένης καταγωγής. Τα όσα λοιπά λέγονται είναι εκ του πονηρού και εκ του συκοφαντικού. Το ελληνικό κράτος έχει κάθε δικαίωμα να ορίζη απεριορίστως, πλην των γνωστών περιπτώσεων απηγορευμένων διακρίσεων, τα κριτήρια της ιθαγενείας. Ό,τι είναι όμως νόμιμο, δεν είναι απαραιτήτως και σκόπιμο. Το ius sanguinis μόνο του είναι αναγκαίο, όχι όμως και επαρκές πλέον. Η συνέχιση της εφαρμογής του θα οδηγήση αναπότρεπτα σε συμπαγείς πληθυσμούς ελληνόφωνους, ελληνοθρεμμένους, πιθανόν ελληνικώτατους, όχι όμως και Έλληνες πολίτες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ομαλή λειτουργία των θεσμών μας. Είναι και θέμα στοιχειώδους δικαιοσύνης και ανθρωπιάς, ιδίως για τα τέκνα των μεταναστών που μεγαλώνουν ανάμεσά μας, να έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ώστε να μην υφίστανται την οδυνηρή ψυχολογικά εμπειρία των αδειών παραμονής, να έχουν λόγο στα εκλογικά πράγματα της χώρας κ.λπ.

Η λύση πρέπει να δοθή όμως από την μεταβολή των περί πολιτογραφήσεως διατάξεων και όχι από την τυχαιότητα και αυθαιρεσία του ius soli. Η εδαφική αρχή, εφόσον δεν συνδέεται με κανενός είδους έλεγχο, αλλά με το απλό πραγματικό γεγονός της γέννησης, δεν εξασφαλίζει καθόλου ότι το τέκνο έχει τον οποιονδήποτε δεσμό με τον λαό αυτής της χώρας. Η επιδίωξή μας όμως δεν πρέπει να είναι να γίνη η ελληνική μια ιθαγένεια ευκαιρίας για τους γείτονες, αλλά να χορηγήται με σχεδιασμό, σεβασμό, κατανόηση και σοβαρότητα σε όλους όσοι θέλουν να αποτελέσουν μέρος της δικής μας πολιτικής ή εθνικής κοινωνίας, εκδηλώνοντας σχετικά σπουδαία και σταθερή βούληση. Λησμονούν άλλωστε οι διαπρύσιοι κήρυκες του δήθεν πολυπολιτισμικώτερου ius soli ότι επειδή εδώ είμαστε Γιουνάν η εφαρμογή του θα είχε την εξής πολύ χαριτωμένη συνέπεια: οι γυιοι όλων των οικονομικών μεταναστών και των προσφύγων ως νεόφυτοι Ελληνάρες θα έπρεπε να υπηρετήσουν κανονικώτατα την θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάμεις! Ίσως θα έπρεπε βέβαια να είναι και αυτό ένα κριτήριο της σπουδαιότητας και της σταθερότητας της βούλησης για πολιτογράφηση…

Θέλω να γράψω και δυο λόγια για τις ισχύουσες διατάξεις περί πολιτογράφησης. Εδώ εντοπίζω το πρόβλημα σε τρία σημεία: στο παράβολο, στον απαραίτητο χρόνο και στα κριτήρια απονομής της ιθαγένειας.

Αρχίζω από το παράβολο: 500.000 δρχ. είναι πολλά λεφτά, ιδίως αν συνδυαστούν, όπως είναι το σύνηθες, με έξοδα δικηγόρου. Δεν νομίζω ότι δικαιολογούνται από τα έξοδα της κρατικής μηχανής και εν πάση περιπτώσει δημιουργούν πολύ κακές εντυπώσεις στον αγωνιούντα υποψήφιο πολίτη για τις διαθέσεις της μελλοντικής του πατρίδας. Προτείνω λοιπόν ένα πιο λογικό τέλος, ας πούμε 100 ευρά.

Ως χρόνος διαμονής στην ημεδαπή προβλέπεται η δεκαετία μέσα στα τελευταία δώδεκα έτη. Λέγεται συχνά ότι είναι πάρα πολλά τα χρόνια, ότι στις ΗΠΑ είναι μόνον πέντε κ.λπ. Διαφωνώ: πολλοί από τους μετανάστες που έρχονται εδώ δεν σκόπευαν εξαρχής να παραμείνουν, άρα δεν δέθηκαν ευθύς αμέσως με την χώρα, τα ελληνικά είναι δύσκολη γλώσσα για να την μάθη κανείς και φυσικά ασύγκριτα χαμηλότερης πολιτιστικής επιρροής από τα αγγλικά και γενικώτερα η Ελλάδα δεν προλαβαίνει μέσα σε πέντε μόνο έτη να εγκολπωθή τον νέο πολίτη, διότι απλούστατα δεν διαθέτει επαρκή πολιτιστική ακτινοβολία. Το πρόβλημα είναι άλλο, ότι τα δέκα έτη απαιτείται να είναι νόμιμης παραμονής, που μεταφράζεται άνετα σε δεκαπέντε το λιγώτερο έτη πραγματικής παραμονής. Αυτή η απαίτηση όμως έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό του χρονικού ορίου, που είναι η εξοικείωση με την γλώσσα, το κλίμα, τα ήθη και τα έθιμα, τους ανθρώπους, τους θεσμούς κι με την ρημάδα φυσικά την ελληνική ιστορία. Ως προς αυτά όμως είναι αδιάφορο αν είναι νόμιμη ή παράνομη η παραμονή. Άρα: δεκαετής παραμονή, τίποτε άλλο.

Το δύσκολο είναι βεβαίως τα κριτήρια απονομής της ιθαγένειας, αλλά για αυτό θα γράψω μάλλον δυο λογάκια σε άλλο άρθρο, γιατί το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό.

Ένα άλλο ζήτημα στο δίκαιο Ιθαγενείας αφορά την εφαρμογή της φιλελεύθερης αρχής, του σεβασμού της ατομικής βούλησης. Παραδοσιακά η αρχή αυτή δεν έπαιζε κανένα ρόλο: το κράτος αποφάσιζε κυριαρχικά με τις δημοσίου δικαίου διατάξεις του ποιος, πώς και πότε αποκτά ιθαγένεια. Ο πολίτης ήταν καταδικασμένος να σέρνη μαζί του την ιθαγένειά του, ανεξαρτήτως θελήσεως, κατάσταση πρωτοφανής αν αναλογιστή κανείς ότι η ιθαγένεια υποτίθεται ότι είναι προνόμιο, όχι βάρος. Κατά την άποψή μου λοιπόν η προηγούμενη και σε ένα μεγάλο βαθμό η υπάρχουσα κατάσταση είναι απαράδεκτη, διότι αντιμετωπίζει τον πολίτη ως δοχείο και όχι ως φορέα της ιθαγένειας. Η γνήσια δυνατότητα αποποίησης της ιθαγένειας αποτελεί στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ ενός σύγχρονου κράτους δικαίου (αν και δεν μπορώ να την στεγάσω σε κάποια συνταγματική επιταγή).

Η αποποίηση όμως δεν δύναται να είναι απεριόριστη, όπως τα πάντα σε αυτόν τον πεπερασμένο βίο μας. Στην Ελλάδα, αν δεν κάνω λάθος, την σχετική συζήτηση συντηρούν μερικοί κιοτήδες άκαπνοι φυγόστρατοι που δεν θέλουν να υπηρετήσουν και την ανάγκην ιδεολογίαν ποιούμενοι θυμούνται εξαίφνης τα ωραία και μεγάλα φιλελεύθερα ιδανικά, ως γνήσιοι Έλληνες άλλωστε. Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα: η πολύ σημαντική αρχή της υποχρεωτικής ιθαγενείας, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος είναι ευκταίον να έχη ιθαγένεια, για πολλούς και διάφορους λόγους. Η αναγνώριση συνεπώς απεριόριστου δικαιώματος ιθαγενείας θα ωδηγούσε οπωσδήποτε στην δημιουργία πολλών ανιθαγενών, πράγμα το οποίο η χώρας μας έχει υποχρέωση βάσει διεθνών συνθηκών να παρεμποδίση. Συνεπώς, το μόνο νόμιμο είναι η αναγνώριση δικαιώματος αποποίησης με μόνες προϋποθέσεις την αίτηση, την προηγούμενη απόκτηση άλλης ιθαγενείας και ενδεχομένως το μη φυγόδικο ή φυγόποινο.