Posts Tagged ‘θρησκευτική ελευθερία’

Η εφαρμογή του μουσουλμανικού ιεροδικαίου από τις μουφτείες της Θράκης

14 Νοεμβρίου 2006

Πολύτιμη βοήθεια για το άρθρο αυτό μου παρέσχε το εμπεριστατωμένο άρθρο της Αθηνάς Κοτζάμπαση, Καθηγήτριας στο Αριστοτέλειο, βλ. εν: http://www.kethi.gr/greek/meletes.

Αντικείμενο των σκέψεων που ακολουθούν αποτελεί η νομιμότητα (όχι η πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα) του παρόντος νομικού καθεστώτος του σχετικού με την διοικητική και δικαιοδοτική θέση των μουσουλμάνων μουφτήδων στην Δ. Θράκη. Και λέγοντας νομιμότητα εννοώ βεβαίως την συνταγματικότητα και την εναρμόνιση με τα διεθνή κείμενα προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που εξασφαλίζει (ή δεν εξασφαλίζει) το σημερινό καθεστώς.

Ποιο είναι όμως ακριβώς το καθεστώς αυτό;

Υπάρχει μια αρκετά διαδεδομένη παρεξήγηση σχετικώς, ότι τάχα η δικαιοδοσία των μουφτήδων προβλέπεται ή επιβάλλεται από την Συνθήκη της Λωζάννης. Ουδέν αναληθέστερον. Στα σχετικά περί προστασίας των μειονοτήτων άρθρα της Συνθήκης γίνεται αναφορά στο άρ. 42 παρ. 1 ότι «The Turkish Government undertakes to take, as regards non-Moslem minorities, in so far as concerns their family law or personal status, measures permitting the settlement of these questions in accordance with the customs of those minorities» (κατάρ. 45 ισχύει αναλόγως και για την Ελλάδα), πράγμα που παρασάγγας απέχει όμως από ιδιάζουσα δωσιδικία των εκατέρωθεν θρησκευτικών ηγετών. Πράγματι, κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να ζητήσῃ να κρίνῃ π.χ. τις περί κληρονομιών διαφορές των Ρωμιών ο Πατριάρχης. Η προστασία των σχετικών εθίμων (όχι απαραιτήτως νόμων) θα μπορούσε να γίνῃ με την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων από κρατικά δικαστήρια και όχι βέβαια με την απονομή αυτής της δικαιοδοσίας στον μουφτή.

Εν πάσῃ περιπτώσει η ενδεχόμενη ιδιαιτερότητα καλύπτει κατά την Συνθήκη μόνο δύο πεδία: οικογενειακό δίκαιο και προσωπική κατάσταση. Όχι όμως και κατά τον ελληνικό νόμο, ο οποίος αγαπᾴ τα χαντίθ περισσότερο και από τους Τούρκους: στην δικαιοδοσία του μουφτή περιλαμβάνονται κατά τον Ν. 147/1914 «Tα του γάµου των εις µουσουλµανικόν ή ισραηλιτικόν θρήσκευµα ανηκόντων, ήτοι τ’ αφορώντα εις την νόµιµον σύστασιν και την διάλυσιν του γάµου και εις τας συνεστώτος αυτού προσωπικάς σχέσεις των συζύγων και τα των συγγενικών δεσµών διέπονται υπό του ιερού αυτών νόµου και κρίνονται κατ’ αυτόν», ενῴ ο ισχύων Ν. 1920/1991 υπερθεματίζει: «… επί γάµων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, χειραφεσίας ανηλίκων [κατηργημένος θεσμός], ισλαµικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Iερό Mουσουλµανικό Nόµο». Η δε νομολογία των δικαστηρίων προχωρεί ακόμη παραπέρα, αναθέτοντας στον μουφτή και τα ζητήματα γονικής μέριμνας, τα οποία όμως σε κανέναν νόμο δεν αναφέρονται. Εξ αυτών λοιπόν τοὐλάχιστον οι διαθήκες και η γονική μέριμνα δεν είναι ούτε οικογενειακό δίκαιο ούτε αναφέρονται στο προσωπική κατάσταση, άρα αυτό το πολύ σημαντικό κομμάτι δεν απολαύει της προστασίας της Συνθήκης της Λωζάννης.

Το μουσουλμανικό ιεροδίκαιο συνεπώς απολαύει στα υπόλοιπα αναφερθέντα πεδία υπερνομοθετικής τυπικής ισχύος. Αυτό καθόλου δεν το εμποδίζει όμως να αντίκηται στο Σύνταγμα. Τα προβλήματα αντισυνταγματικότητας που παρουσιάζει είναι περίπου τα εξής:

− Απηγορευμένη διάκριση βάσει θρησκεύματος. Από τον κύκλο των Ελλήνων πολιτών διαχωρίζονται κάποιοι, οι οποίοι υπάγονται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς από ό,τι οι συμπολίτες τους, αδιαφόρως του αν αυτό το νομικό καθεστώς είναι ή δεν είναι ευνοϊκώτερο για αυτούς (παλαιότερα ίσχυε κάτι παρόμοιο και για τους εβραίους). Απαγορεύονται και οι νόμοι του τύπου «όσοι είναι καλοί ορθόδοξοι χριστιανοί, παίρνουν επίδομα» και οι νόμοι του τύπου «όσοι είναι εβραίοι, πληρώνουν μεγαλύτερο φόρο».

– Ανισότητα ενώπιον του νόμου, και μάλιστα πολλαπλή: εισάγεται ειδικό δίκαιο για τους μουσουλμάνους της Θράκης, αλλά όχι των Δωδεκανήσων, για τους μουσουλμάνους, αλλά όχι για τους εβραίους κ.λπ.

– Αποστέρηση του φυσικού δικαστή. Φυσικός δικαστής είναι πρώτα από όλα ο δικαστής και όχι βέβαια ένα δευτερεύον κατά το ισλαμικό δίκαιο όργανο όπως ο μουφτής (κατ’ εξοχήν δικαιοδοτικό όργανο στο Ισλάμ είναι ο αλήστου μνήμης κατής· ο μουφτής είναι κάτι σαν ερμηνευτής που εκδίδει γνωμοδοτήσεις). Σημειωτέον ότι ο μουφτής διορίζεται και δεν εκλέγεται ακριβώς επειδή και ο δικαστής διορίζεται και δεν εκλέγεται.

– Προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, τόσο αρνητικώς όσο και θετικώς. Αρνητικώς, διότι υπάγεται υποχρεωτικώς στην δικαιοδοσία του μουφτή οποιοσδήποτε κατά τεκμήριο είναι μουσουλμάνος, επειδή π.χ. κατάγεται από μουσουλμανική οικογένεια ή φέρει μουσουλμανικό όνομα, όντας αναγκασμένος να ανταποδείξῃ μόνο προβάλλοντας την τυχόν διαφορετική θρησκευτική του πίστη ή την αθεΐα του. Και θετικώς, διότι υποχρεώνεται να προσφύγῃ στον μουφτή ακόμη και ο μουσουλμάνος που δεν το επιθυμεί, για οποιονδήποτε λόγο, εξαναγκάζεται δηλαδή να υποστῄ παρά την θέλησή του συνέπειες που συνδέονται με την ένταξή του στην κρατούσα θρησκευτική πίστη. Έχει προταθεί βέβαια το ορθόν να θεωρήται η αρμοδιότητα του μουφτή όχι αποκλειστική, αλλά συντρέχουσα, αλλά αυτά είναι ασπιρίνες.

Σημειωτέον ότι όλες αυτές οι αντιρρήσεις δεν έχουν θίξει ακόμη την ουσία του αποδιδόμενου δικαίου. Θα ίσχυαν δηλαδή στο ακέραιο, ακόμη και αν το μουσουλμανικό ιεροδίκαιο δεν βαρυνόταν ούτε με σκιά αντίθεσης στα ατομικά δικαιώματα. Πολλού γε και δει βέβαια, όπως με όλα τα θρησκευτικά δίκαια.

Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει κάτι το εξωπραγματικό στην εφαρμογή, ακόμη και από κοσμικά δικαστήρια, θρησκευτικού δικαίου, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο και όσο και αν εκ πρώτης όψεως απειλῄ την θρησκευτική ελευθερία. Υπάρχουν ελληνικές αποφάσεις οι οποίες, προκειμένου να διαγνώσουν το υποστατό ενός γάμου, καταφεύγουν στην ερμηνεία κανόνων Οικουμενικών Συνόδων. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό· μια έννομη τάξη μπορεί να παραπέμπῃ όπου θέλῃ και να ενσωματώνῃ τους κανόνες οποιασδήποτε έννομης τάξης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η παραπεμπόμενη έννομη τάξη δεν συνᾴδῃ με βασικές αξιολογήσεις της παραπέμπουσας. Το τι οφείλει να επικρατήσῃ περιττό να το αναφέρω.

Ιδού λοιπόν μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα σύγκρουσης του μουσουλμανικού ιεροδικαίου με την συνταγματική ελληνική (αλλά και τουρκική!) αρχής της ισότητας των φύλων:

− Στο μουσουλμανικό ιεροδίκαιο η γυνή δεν είναι ίση με τον άντρα τον πολλά βαρύ, δεν δικαιούται διατροφή όπως την γνωρίζουμε, παρά μόνο ενδεχομένως ένα είδος αποζημίωσης (νικιάχ), δεν έχει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, δεν υπάρχει συναινετικό διαζύγιο υπό την τρέχουσα νομική έννοια, οι λόγοι διαζυγίου είναι σχεδόν όλοι εις βάρος της, υπάρχει το διαβόητο ιδιωτικό διαζύγιο τάλακ υπέρ του ανδρός κ.λπ. Κλασσική περίπτωση αντίθεσης στην ελληνική δημόσια τάξη θεωρείται και το –μη εφαρμοζόμενο εξ όσων γνωρίζω– έθιμο της πολυγαμίας.

Συμπέρασμα: οι Ν. 147/14 και 1920/91 μπορούν αβλαβώς να καταργηθούν, χωρίς να παραβιάσῃ η Ελλάς διεθνή τινα υποχρέωση και χωρίς να παραβλαβῄ το επίπεδο προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας στην Δ. Θράκη (πολλῴ δε μάλλον που α) δικαιώματα δεν έχουν οι μειονότητες, αλλά οι άνθρωποι, β) όπως όλες οι διατάξεις διεθνών συμβάσεων που δεν άπτονται ατομικών δικαιώματων, και η συγκεκριμένη τελεί υπό τον όρο της αμοιβαιότητας). Απεναντίας, με την κατάργηση που προτείνω όχι μόνο θα εξασφαλιστῄ και για αυτούς, ιδίως δε τις γυναίκες τους, το ίδιο επίπεδο ευνομίας που απολαμβάνουν και οι λοιποί πολίτες, αλλά και θα ανοίξῃ ο δρόμος και για την ικανοποίηση του πάγιου και κατά τα λοιπά δίκαιου αιτήματός τους: της εκλογής του μουφτή.

Advertisements

Η θρησκευτική ελευθερία έχει όνομα

3 Νοεμβρίου 2006

Παλιό αλλά καλό:[…] Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Ο αιτών, γεννήθηκε στην Πάτρα στις 25 Μαΐου 1978 και συνετάγη η υπ’ αριθμ. […] Ληξιαρχική Πράξη γεννήσεως του Ληξιάρχου Δήμου Πατρέων. Στις 10 Δεκεμβρίου 1978 βαπτίσθηκε σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και έλαβε το κύριο όνομα Κωνσταντίνος. Επειδή όμως αυτός, κατόπιν πρόσφατης σοβαρής, αβίαστης και ελεύθερης απόφασής του έχει αποποιηθεί την Χριστιανική Πίστη της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και προσχώρησε ευσυνειδήτως στη μη αναγνωρισμένη «Ελληνική θρησκεία του Δωδεκαθέου», δεν επιθυμεί να φέρει πλέον το όνομα Κωνσταντίνος, για το λόγο ότι αυτό είναι Χριστιανικό, με λατινική ρίζα, αλλά το αμιγώς ελληνικό όνομα «Κλέαρχος». Επομένως, η βούληση του αιτούντος για μεταβολή του ονόματός του, ενόψει της ανωτέρω μεταβολής της θρησκευτικής του πίστης, κρίνεται δικαιολογημένη και επιβαλλόμενη από σπουδαίο λόγο, που συνδέεται άρρηκτα με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτησή του, ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να μεταβληθεί το κύριο όνομα αυτού, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα […].

ΜονΠρωτΠατρών 430/2003, Προεδρεύουσα: Β. Τζούδα, Πρωτοδίκης, δημοσιευμένη εν ΧρΙΔ Γ΄ [2003], 790.

Γιατί δεν θα γίνω ποτέ πρωθυπουργός

27 Σεπτεμβρίου 2006

Αυτές είναι δέκα πολιτικές –και όχι μόνο– θέσεις που υποστηρίζω, όχι σε ιεραρχική σειρά:

α. Πλήρης ισοπολιτεία στους ομοφυλόφιλους. Εδώ συμπεριλαμβάνονται κάθε είδους φορολογικά, συνταξιοδοτικά, δικονομικά και οικογενειακά δικαιώματα, με κορυφαία φυσικά ανάμεσά τους τα δικαιώματα γάμου και υιοθεσίας.

β. Αυστηρός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας. Η θέση αυτή συνεπάγεται κυρίως την κατάργηση του ψευδεγκλήματος του προσηλυτισμού, την ελεύθερη ανέγερση και συντήρηση ευκτηρίων οίκων άλλων θρησκειών, την αναγνώριση όλων των θρησκειών ως νομικών προσώπων ειδικού εκκλησιαστικού δικαίου και, ασφαλώς, την κατάργηση της ιερονομικής δικαιοδοσίας λόγῳ θρησκεύματος. Σε συνδυασμό με την θέση αυτή έρχεται και ο

γ. Χωρισμός Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δηλαδή: εύλογη αποζημίωση της Εκκλησίας για την περιουσία της που έχει κατά καιρούς κρατικοποιηθεί με παράλληλη διακοπή της μισθοδοσίας του κλήρου από το Υπουργείο, κατάργηση της υποχρεωτικής προσευχής και εκκλησιασμού στα σχολεία και στον στρατό. Δεν θεωρώ αντισυνταγματικό πάντως τον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τον προαιρετικό θρησκευτικό γάμο, ενῴ δέχομαι την σκοπιμότητα του χαρακτηρισμού της «επικρατούσας θρησκείας» και ό,τι αυτός συνεπάγεται, όπως σταυρό στην σημαία και στον κοντό, αγιασμούς και τιμητικά αγήματα, ως ιστορικού και κοινωνικού δεδομένου.

δ. Φιλελευθεροποίηση του Ποινικού Δικαίου, που περιλαμβάνει απεγκληματοποίηση της καλλιέργειας και χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, απεγκληματοποίηση της εμπορίας οργάνων και της κλωνοποίησης και κατάργηση σειράς παραδοσιακών εγκλημάτων, όπως της εξύβρισης, της απλής δυσφήμησης, της βλασφημίας, της αιμομιξίας, της επαιτείας, της απόδρασης, της προσβολής συμβόλων του κράτους, της παράλειψης χρήσης κράνους από οδηγούς διτρόχων.

ε. Απόκρουση των λεγόμενων θετικών διακρίσεων, άρα και του άρ. 116 παρ. 2 Συντ. Ο ρατσισμός δεν είναι καλός ή κακός, δεν έχει πρόσημο, δεν καθαγιάζεται από τον σκοπό του.

στ. Γλωσσικός αυτοκαθορισμός: γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης είναι εκείνη που επιθυμεί ο τοπικός πληθυσμός.

ζ. Περιωρισμένα πολιτικά δικαιώματα στους αλλοδαπούς, βασικά εκλογικό δικαίωμα στις τοπικές εκλογές.

η. Περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, άρα ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, μείωση φορολογίας. Πάσχουμε από υπερβολικό, σπάταλο, διεφθαρμένο κράτος, όχι από έλλειψή του.

θ. Δημόσια επίβλεψη του τρόπου εισαγωγής στα Πανεπιστήμια· η κρατική ιδιοκτησία τους περιττεύει. Σε σχέση με αυτό:

ι. Πραγματική αυτοδιοίκηση των δημοσίων Πανεπιστημίων: μεταφορά μονίμων πόρων, κατάργηση του ασύλου και, το κυριώτερο, μετάθεση σε αυτά της απόφασης σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής.