Posts Tagged ‘εθνική ταυτότητα’

Ελληνοαλβανοί ή Αλβανοέλληνες;

19 Μαρτίου 2007

Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 η Ελλάδα έζησε τον Β΄ Αλβανικό Εποικισμό. Μεγαλώνοντας και εμείς μάθαμε, άλλος λιγώτερο, άλλος περισσότερο να ζούμε με αυτόν τον τόσο κοντινό Ξένο, μια ανάμνηση του εαυτού μας από τους καιρούς της φτώχειας, καταχωνιασμένη σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ξαφνικά ολοζώντανη μπροστά μας, τόσο μακρινή και τόσο οικεία.

Και γνωρίσαμε κάπως τους νεήλυδες. Μάθαμε με έκπληξη ότι υπήρχαν μουσουλμάνοι που δεν ενδιαφέρονταν να πάνε στην Μέκκα και έπιναν μπίρα και έτρωγαν πιττόγυρα όπως και μεις. Προσέξαμε με έκπληξη ότι μάθαιναν την γλώσσα μας άψογα μέσα σε λίγους μήνες. Συνηθίσαμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η ανεργία είναι πατροπαράδοτο έθιμο των ιθαγενών και όχι των καινουργιοφερμένων. Θυμηθήκαμε την πορφυρή αυτοκρατορική σημαία με τον δικέφαλο αετό. Ψηλαφήσαμε ξανά το νήμα των Σουλιωτών και των Αρβανιτών, του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του Σκεντέρμπεη, της κοινής ιστορίας που παραλίγο να καταστρέψουν εννέα τάγματα μελανοχιτώνων και μερικοί Μαβήδες. Και κοιτάμε προς το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον, ένα μέλλον χωρίς Γαλάζια Στρατιά και «κατεχόμενη» Άρτα, αλλά με ανθρώπους σαν τον Τιράνων Αναστάσιο, την Μιρέλα και τον Στρακόσα, τον Καπλάνι και τον Άγκο, με ανθρώπους που αγαπάνε την κοινή μας κληρονομιά και την πλουτίζουν με το παράδειγμά τους.

Ελληνοαλβανοί ή Αλβανοέλληνες; Προσωπικά δεν έχω ιδέα ούτε και με νοιάζει. Και αν το παλληκαράκι της φωτογραφίας είναι ο Σωτήρ Νίνι ή ο Σωτήρης Νίνης δεν μου καίγεται καρφί. Ούτως ή άλλως δικός μας είναι.

Advertisements

Πόθεν και πότε οι Έλληνες;

24 Φεβρουαρίου 2007



Εν τῳ Ινστιτούτῳ Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Ρουπρέχτου Καρόλου εν Ειδελβέργῃ επικρατεί βαθεία, πλην περίφροντις ακαδημαϊκή σιωπή. Διοπτροφόροι βοηθοί ανοίγωσι και μελετώσι εκ νέου τους σεβασμίους, κονιοβριθείς τόμους των βιβλιοθηκών. Οι πρωτοετείς φοιτηταί διαισθάνονται ότι η ακαδημαϊκή μακαριότης έχει διαταραχθεί υπό τινος καινοφανούς, απροσμένου συμβάντος. Αυτός ο Διευθυντής του Ινστιτούτου, Καθηγητής κ. Ιωσήφ Μαράνος, περιπατών επί της Οδού των Φιλοσόφων, ατενίζει την νύμφην του Νέκαρος σύννους. Άπαντες διερωτώνται, χαμηλοφώνως και στεντορείως, από κοινού και καθ’ έκαστον, εν τῃ Κυρίᾳ Οδῴ και εν ταις αγυιαίς της Παλαιάς Πόλεως: Πόθεν και πότε οι Έλληνες;

Κάπως έτσι υποθέτω θα άρχιζε η ιστορία μου, αν την περιέγραφε κάποιος δημοσιογράφος των μέσων του 19ου αιώνα, με την δικαιολογημένη τάση της εποχής προς στόμφο και εντυπωσιθηρία. Η ιστορία μου όμως δεν διαδραματίζεται τόσο παλιά∙ αντίθετα η αρχή της βρίσκεται κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Σύμφωνα με την Ιστορία που διδαχθήκαμε όλοι μας στο σχολείο, τα πρώτα ελληνικά φύλα ήρθαν σε αυτό που κάποτε θα γινόταν η Ελλάδα περί το 2000 π.Χ. Ήταν οι Αιολείς και οι Αχαιοί, εγκαινιάζοντας μια μεταναστευτική διαδικασία που έληξε περί το 1200 π.Χ., όταν κατέφθασαν και οι τελευταίοι έποικοι, οι Δωριείς, σε μία κίνηση που ωνομάστηκε «κάθοδος των Δωριέων». Σωστά;

Όχι βέβαια.

Το 1998 δημοσιεύεται στην Χαϊδελβέργη η πολυαναμενόμενη δίτομη υφηγεσία του Josef Maran, Kulturwandel auf dem Griechischen Festland und den Kykladen im späten 3. Jahrtausend v. Chr. (Πολιτιστική μεταβολή στην ελληνική ηπειρωτική χώρα και στις Κυκλάδες κατά την ύστερη τρίτη προ Χριστού χιλιετία). Το βασικό αρχαιολογικό εύρημα της εργασίας αντιστρατευόταν τον τίτλο της:

Δεν υπήρξε καμία άξια λόγου πολιτιστική μεταβολή.

Όποιοι και να ήταν οι κάτοικοι της ελληνικής χερσονήσου και των νήσων εκεί γύρω στο 2200 π.Χ., όπως και να ονομαστῄ ο πολιτισμός που είχαν αναπτύξει και, φυσικά, όποιο εθνικ(ιστικ)ό κατηγόρημα και να του αποδοθῄ, εκείνων ήταν οι απόγονοι που μια μέρα θα έχτιζαν την Πύλη των Λεόντων, θα έγραφαν καταλόγους εμπορευμάτων με ένα περίεργο και ατελές συλλαβάριο και θα έκαιγαν τον ιερό πτολίεθρο της Τροίας.

Όλα αυτά από το μακρινό 1998 έχουν γίνει κοινή γνώση στους κύκλους των πεφωτισμένων ειδικών, είναι Gemeingut ας πούμε. Τα επιστημονικά εγχειρίδια ξαναγράφτηκαν, νέες υποθέσεις διατυπώθηκαν, ο Μαράν έγινε διάσημος. Το κεντρικό όμως, το αιώνιο, το αρχαίο, το αεί υπεκρέον ερώτημα εξακολουθεί να στοιχειώνῃ τους επίδοξους προϊστορικούς αρχαιολόγους:

Πόθεν και πότε οι Έλληνες;

Πολύχρωμοι Θεοί

8 Φεβρουαρίου 2007

Στο αγαπημένο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο παρουσιάζεται αυτόν τον καιρό μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση. Πρόκεται για την αναπαράσταση της επιζωγράφησης των αρχαίων αγαλμάτων, επιτυμβιών στηλών, ζωοφόρων κ.λπ. σε σύγχρονα εκμαγεία, με όλα τα φωτεινά χρώματα του πρωτοτύπου, σε τολμηρούς έως υπερβολικούς για το αισθητήριό μας συνδυασμούς, αλλά με την γοητεία του εντωπωσιακού και την αφέλεια της ποικιλοχρωμίας. Παράλληλα, η έκθεση εξηγεί λεπτομερώς τα χρώματα που είχε στην διάθεσή του ο αρχαίος καλλιτέχνης, επιδεικνύει διαφορετικές πιθανές αναπαραστάσεις του ιδίου έργου, αναφέρει παραδείγματα από αρχαίες πηγές κ.λπ. Δημιουργός της έκθεσης, αν κατάλαβα καλά, είναι η Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Η συγκεκριμένη έκθεση δεν είναι μεν μεγάλη σε έκταση και πλήθος αντικειμένων, είναι όμως πραγματικά μεγάλη σε αφορμές για αρχαιοδιφικό και γενικώτερο πολιτιστικό στοχασμό. (Και μιας και έγραψα και τα ευχάριστα, ας μου επιτραπῄ να προτείνω και ένα πιθανό λάθος: ο γονατιστός Τρως τοξότης που με τις χρωματόεσσες περισκελίδες του δεσπόζει στην αφίσα της έκθεσης κρατᾴ τόξο ουννικού τύπου μερικές δεκάδες αιώνες πριν από τους Ούννους).

Μπορώ να πω ότι πέραν των αρχαιολογικών ζητημάτων που προκύπτουν, τα οποία φυσικά είναι πολύ συναρπαστικά, η έκθεση έρχεται εκούσα άκουσα να συνεισφέρῃ στον γενικό διάλογο περί εθνικής ταυτότητας που διεξάγεται –μαίνεται είναι ίσως καλύτερη λέξη– τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Εξηγούμαι: στον πολύ κόσμο είναι άγνωστο το γεγονός ότι οι αρχαίοι ημών επιζωγράφιζαν και μάλιστα με έντονα χρώματα όχι μόνο τα αγάλματα, αλλά και τους ναούς τους. Για πολλούς από μας το αρχαίο κάλλος έχει ταυτιστεί με την λευκότητα του πεντελικού μαρμάρου, με το παιχνίδι του με το μεσογειακό φως, με την αυστηρότητα και μεγαλοπρέπεια που υποβάλλει. Η εικόνα του πάλλευκου Παρθενώνα όπως προβάλλεται στον αττικό ουρανό δεν είναι πλέον μια απλή διαφήμιση: είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας. Ο Παρθενώνας δεν μπορεί να είναι γαλάζιος, όπως και ο ουρανός δεν μπορεί να είναι λευκός. Και ξαφνικά όλα αυτά κατεδαφίζονται: οι πατέρες του μέτρου και της αρμονίας επέλεγαν για τους θεούς τους συνδυασμούς χρωμάτων που νομίζαμε ότι μόνο οι βλαχομπαρόκ απόγονοί τους συνήθιζαν. Ο πειρασμός να ονομάσῃ κανείς κιτς το όλο θέαμα, τοὐλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις, είναι μεγάλος και είμαι βέβαιος ότι για πολλούς από τους επισκέπτες της έκθεσης μόνο ο σεβασμός προς τους αρχαίους ημών τους εμπόδισε να ανακράξουν ότι ο βασιλιάς είναι όχι μόνο γυμνός, αλλά και πλουμιστός ωσάν ποικιλόχρωμο ερίφιο… (Για να είμαι ειλικρινής, περιμένω από μέρα σε μέρα εκείνον που θα εισβάλῃ στο Μουσείο κραδαίνοντας την σημαία και απαιτώντας από τους χωροφύλακες να διακόψουν αμέσως την έκθεση).

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μία ακόμη περίπτωση στην οποία η πραγματική εθνική ταυτότητα συγκρούεται με την φαντασιακή, η πραγματικότητα με την αντίληψή μας για την πραγματικότητα, η κατασκευασμένη ταυτότητα με την αληθινή. Ίσως όμως αυτό είναι ακριβώς το θέμα μας: ποια ταυτότητα δεν είναι τάχα κατασκευασμένη; Και ποια είναι πράγματι αληθινή; Εθνικόν το αληθές βέβαια, αλλά το ερώτημα του Πιλάτου θα κατατρύχει πάντοτε τον ύπνο των εσωτερικευμένων πεποιθήσεών μας.

Ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγ. Λαύρα στις 25 Μαρ 1821 ή έπινε τον φραπουτσίνο του στην Αγ. Νικολάου στην Πάτρα; Ο Μεταξάς είπε ΟΧΙ ή μήπως είπε «Λουλού, φτειάξε μου ένα σκέτο να ξυπνήσω»; Έψαλλε στα δεξιά ο Πατριάρχης στην τελευταία λειτουργία πριν την Άλωση ή την είχε κοπανήσει με τον χρυσό του κράτους για τις Μπαχάμες; Ερωτήσεις, ερωτήσεις…

Ο Παλαιών Πατρών δεν ήταν στην Αγ. Λαύρα ούτε ώρκισε τα μπαρουτοκαπνισμένα παλληκάρια των Καλαβρύτων στον Σταυρό. Ο Μεταξάς δεν είπε ΟΧΙ, αλλά «allors, cest la guerre». Και την αποφράδα 29 Μαι 1453 δεν υπήρχε Πατριάρχης, καθώς ο θρόνος ήταν κενός από πολλούς μήνες.

Ε και;

Και οι δύο αλήθειες, η επιστημονική και η βιωμένη είναι εξίσου αληθινές. Γιατί είναι και οι δύο δικές μας.

Και αυτό είναι που κάνει τους Πολύχρωμους Θεούς τόσο όμορφους.