Posts Tagged ‘αρχή της ισότητας’

Κατά του άρ. 4 παρ. 4 Συντ.

26 Απριλίου 2008

Μία από τις ωραίες εκείνες διατάξεις του όχι και τόσο πολυχρονεμένου ελληνικού Συντάγματος είναι το άρ. 4 παρ. 4 Συντ., το οποίο επιφυλάσσει την είσοδο στην ακριβή δημόσια υπηρεσία μόνο στους ημεδαπούς. Βέβαια, μετά την τσουναμοειδή επέλαση του ευρωπαϊκού δικαίου, η διάταξη αυτή έχει καταστή γράμμα κενό για τις περιπτώσεις των Ευρωπαίων πολιτών. Παραμένει όμως απολύτως ισχυρή για τους λεγόμενους πολίτες τρίτων χωρών. Η πρότασή μου είναι η αναθεώρηση της διάταξης ως εξής: «Mόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όποιες δημόσιες λειτουργίες εισάγεται σχετική εξαίρεση με ειδικούς νόμους».

Οι τριτοχωρικοί λοιπόν πολίτες, οι τριτοκοσμικοί του 21ου αιώνα, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα υψηλά καθήκοντα του Έλληνος δημοσίου υπαλλήλου. Ο γονότυπός τους δεν τους βοηθεί στην πρωτοκόλληση, σφράγιση, προώθηση, καταλογογράφηση, έγκριση, φωτοτύπηση, αρχειοθέτηση εγγράφων. Δεν διαθέτουν επαρκή πίστη στην πατρίδα για να αποκομίσουν τα απορρίμματά μας. Οι πρόγονοί τους δεν παρέχουν εχέγγυα για να διδάξουν αριθμητική στα παιδιά μας. Η ιστορία τους δεν είναι αρκετά ένδοξη για να μπορούν να παραλαμβάνουν τις φορολογικές μας δηλώσεις, μόνο και μόνο για να βρουν λάθη και παραλείψεις σε αυτές.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί φυσικά μια πολύ μεγάλη στρέβλωση στην αγορά εργασίας: το σύνολο των ημιμαθών και ημικαλλιέργητων Ελλήνων αποφοίτων Λυκείου και Πανεπιστημίου αναζητεί εναγωνίως, με την Απογευματινή, το Έθνος και άλλες τέτοιες φυλλάδες στο χέρι, «θέσεις», «διαγωνισμούς», «προκηρύξεις», «συμβάσεις».

Οι συνομήλικοί τους τριτοχωρίτες, παιδιά ενός κατώτερου Συντάγματος, απλώς δουλεύουν.

Για πολλά χρόνια η διαφορά εργαζομένων στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα ήταν διαφορά κομματική: ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ. Πλέον, βοηθούσης και της απλοχεριάς των κυβερνώντων, με ξένα κόλυβα πάντα, η διαφορά ολοένα γίνεται και εθνική:

Ελλάς Ελλήνων Δημοσίων Υπαλλήλων.

Συμπλήρωση 06Ιουν08: Μου είχε διαφύγει ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει συν τοις άλλοις και μη αναθεωρήσιμη κατ’ άρ. 110 παρ. 1 Συντάγματος. Ενώ δηλαδή το άσυλο της κατοικίας, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, η απαγόρευση των βασανιστηρίων ή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν έτυχαν αυτής της ακριβής τιμής, το ρουσφέτι υπέρ των ιθαγενών έχει κατοχυρωθή, πολύ προνοητικά, στο Σύνταγμα…

Advertisements

Μονόπρακτο περί δεξισμού

15 Δεκεμβρίου 2007


Dramatis personae:


Ολοφυρόμενος Αριστεριστής

Ωρυόμενος Αριστεριστής

Αλαλάζων Αριστεριστής

Συνιστολόγος

Χορός Ευαισθήτων Κυριών με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας

Κάποτε στον 21ο αιώνα. Κάπου στην πεπολιτισμένη Δύση. Ίσως σε κάποιο σεμινάριο πολιτικής φιλοσοφίας. Ίσως στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ.

Ολοφυρόμενος Αριστεριστής: (κατηφής, χαμηλόφωνα, αλλά με εξάρσεις της έντασης της φωνής σε κρίσιμα σημεία) Πολλές είναι οι συμφορές μέσα στον κόσμο, αλλά καμιά δεν μοιάζει με την συμφορά που βαραίνει εμάς τους αριστεριστές. Εμείς, οι λίγοι, η μειονότητα που συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε κυρίως το αριστερό μας χέρι, είμαστε παντού ξένοι, παντού παρείσακτοι, παντού ιδιόμορφοι. Όταν γράφουμε με το μολύβι, όταν κόβουμε με το ψαλίδι, όταν οπλίζουμε το G3, όταν ψήνουμε ένα καφφέ, όταν οδηγούμε, όταν, όπως τώρα, πιάνουμε το έρμο το ποντίκι του υπολογιστή, παντού και πάντα η τυραννία των δεξιστών μας κατατρέχει. Αιώνες καταπίεσης μας κυνηγούν, όταν οι πατέρες μας και οι προπατέρες μας τιμωρούνταν στο σχολείο, επειδή έγραφαν με το αριστερό, ή, ακόμα χειρότερα, έκαναν τον σταυρό τους με το αριστερό χέρι. Το ίδιο μας το όνομα, αριστεριστής, είναι ένα σύμβολο καταπίεσης, μια προσπάθεια των δεξιστών να ξορκίσουν ευφημιστικά τον λαιό τρόμο που είχε δημιουργήσει η προκατάληψή τους. Η Γη περιστρέφεται προς τα δεξιά, ο Υιός κάθηται εκ δεξιών του Πατρός και οι ευνοϊκοί οιωνοί πετούν προς τα δεξιά από τότε που ο δεξιστικός ολοκληρωτισμός έδειξε για πρώτη φορά το απαίσιο πρόσωπό του. «Να πάνε όλα δεξιά», «δεξιοτέχνης» και «αδέξιος», «μπαίνω με το δεξί» είναι τα αιώνια γλωσσοκοινωνιολογικά σύμβολα της καταπίεσής μας. Σε ένα κόσμο φτειαγμένο από δεξιστές, με δεξιστές και μόνο για δεξιστές καλούμαστε να επιβιώσουμε εμείς, τα απολωλότα ερίφια της ζωής.

Χορός Ευαισθήτων Κυριών

με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας: (έκπληκτες και έντρομες) Ωχού, τα καημενούλια μου!

Ωρυόμενος Αριστεριστής: (με αυτοπεποίθηση και ελαφρό στόμφο) Ναι∙ αλλά τώρα αντιπαλεύουμε με ορμή την καταπίεση. Νέος αιώνας ανατέλλει, όπου δεν θα υπάρχουν πάνω στην γη αριστεριστές και δεξιστές, παρά μόνο άνθρωποι, δεν θα υπάρχουν προκαταλήψεις, τιμωρίες και αντιπαραθέσεις ούτε εκμετάλλευση παρά μόνο αρμονία και συμφιλίωση των χεριών. Η εποχή της πραγματικής ισότητας και της άρσης κάθε σύγκρουσης έρχεται!

Αλαλάζων Αριστεριστής: (αλαλάζοντας δίκην γενικής συνελεύσεως) Συνάδελφε Ωρυόμενε Αριστεριστά, θέλει δουλειά πολλή μέχρι να μπορέσουμε να πετύχουμε την πραγματική ισότητα, όχι αυτήν την νομικίστικη, την αραχνιασμένη μέσα στις μουχλιασμένες σελίδες των βιβλιοθηκών, αλλά την αληθινή, αυτή που ποθούμε και θα μπορέσῃ να κάνῃ την ζωή μας πιο πλήρη, πιο μεστή νοήματος. Δύο δρόμους βλέπω να ανοίγωνται μπροστά μας: ο δρόμος του σκληρού τύπου, που μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων και αδιαφορεί για την ουσία τους, που σχολαστικίζει το γράμμα του νόμου και καταπίνει το πνεύμα του αμασητί. Είναι ο δρόμος που κλείνει τα μάτια στην μακραίωνη καταπίεση, στην ιστορική αδικία που έχει συντελεστεί, στο κοινωνικό μειονέκτημα που μας επιβάλλεται εξ απαλών ονύχων και, ακόμα, αδυνατεί να κατανοήσῃ τον πλούτο που κομίζει ο αριστερισμός μας στην κοινωνική συμβίωση, σε κάθε επίπεδο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Υπάρχει όμως και ο άλλος δρόμος. Αυτός είναι ο δρόμος της πραγματικής δικαιοσύνης, που μας αποζημιώνει για τα κακά που έχουμε υποστεί, που αποκαθιστᾴ την ισότητα στην εκκίνηση της ζωής καθενός από εμάς, που ευνοεί τον αγαθό σκοπό μιας πολυφωνικής και αμφιχερικής κοινωνίας, που, για να επιτύχῃ αυτόν τον μεγάλο σκοπό, είναι έτοιμη να αντισταθμίσῃ το συνθλιπτικό κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε με θετικές διακρίσεις, διακρίσεις που διευκολύνουν για πρώτη φορά τους αριστεριστές να διακριθούν, να ξεχωρίσουν, να μην ντρέπωνται για τον αριστερισμό τους.

Χορός Ευαισθήτων Κυριών

με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας: Ναι, ναι, να τα βοηθήσουμε τα παιδιά!

Από μηχανής Συνιστολόγος: Οι αυθαίρετες διακρίσεις είναι πάντοτε απαράδεκτες, είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Και αυθαίρετες είναι οι διακρίσεις όταν δεν τελούν σε καμία συνάφεια με τον κοινώς αποδεκτό ως επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα, ακόμη και επαινετά, και μάλιστα ιδίως τότε. Το ορθό προηγείται του αγαθού σε μια φιλελεύθερη θέσμιση της κοινωνίας. Ο θετικός ρατσιστής διαφέρει από τον αρνητικό μόνο στο πρόσημο. Η ισότητα ενώπιον του νόμου είναι η δικιά μου κόκκινη γραμμή. Όσο για τας ευαισθήτους κυρίας και τας φιλοσοφικάς ανησυχίας των, θα έπρεπε να είχαν υποψιαστεί ότι μπήκαν σε αυτό το μονόπρακτο μόνο και μόνο ένεκα θετικής διακρίσεως!

Η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων ως έμφυλη διάκριση

24 Οκτωβρίου 2007

Καταπιάνομαι σήμερα με το γνωστό και πιασάρικο ζήτημα του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, μπας και πουλήσουμε κανά φύλλο παραπάνω. Δεν θα ασχοληθώ φυσικά με το εάν και κατά πόσον ένας τέτοιος γάμος θα έπρεπε να αναγνωριστῄ νομικώς, πράγμα που θεωρώ δεδομένο, αλλά με την προσφορώτερη νομική του θεμελίωση.

Συνήθως αναφερόμαστε σε γάμο ομοφυλοφίλων, επειδή προφανώς οι ομοφυλόφιλοι είναι οι κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενοι. Αυτό όμως πόρρω απέχει του να είναι ακριβές∙ όπως ακριβώς όσοι παντρεύονται σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκην ετεροφυλόφιλοι και, πολύ περισσότερο, δεν απαιτείται να είναι, έτσι και σε ένα πιθανό γάμο ομοφύλων οι μελλόνυμφοι καθόλου δεν απαιτείται να είναι ομοφυλόφιλοι.

Νομίζω ότι αυτή η απλή διαπίστωση μπορεί να έχῃ σοβαρές συνέπειες στην επιχειρηματολογία όλων ημών που υποστηρίζουν την θέσπιση ενός ομόφυλου γάμου. Κατά κανόνα δηλαδή προβάλλουμε το δικαίωμα του γενετήσιου αυτοπροσδιορισμού, το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, την απαγόρευση διακρίσεων βάσει γενετήσιου προσανατολισμού ως (ασφαλώς πειστικά ρητορικώς, λίγο όμως εκτός στόχου κατά την γνώμη μου) κανονιστικά επιχειρήματα υπέρ της άποψής μας. Τα πράγματα όμως ενδέχεται να γίνωνται πιο απλά και, κυρίως, πιο εύστοχα με άλλου είδους επιχειρηματολογία.

Αφής στιγμής διευκρινίστηκε ότι το ποιος-βάζει-τι-σε-ποιον δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον θεσμό του γάμου, καθώς ο γάμος ούτε σκοπό την τεκνοποιία έχει (αν είχε, θα απαγορευόταν στους στείρους!) ούτε απαγορεύεται φυσικά υπό την παρούσα μορφή του στους ομοφυλόφιλους (ένας ομοφυλόφιλος άνδρας μπορεί κάλλιστα να παντρευτῄ μια ομοφυλόφιλη γυναίκα!), απομένει κατά την γνώμη μου η οπτική γωνία της απαγόρευσης των εμφύλων διακρίσεων. Η σκέψη αυτή μοιάζει κάπως παράξενη εκ πρώτης όψεως, νομίζω όμως ότι μπορεί να αποτελέσῃ ισχυρό κανονιστικό θεμέλιο.

Εκείνο που κάνει την (ερμηνευτικώς συναγόμενη μέχρι τώρα) απαγόρευση τόσο άδικη είναι ότι γίνεται βάσει του φύλου. Υπάρχει με άλλα λόγια μια σύμβαση, ο γάμος, η οποία επιτρέπεται να τελήται μόνο από αντισυμβαλλόμενους με ωρισμένο συνδυασμό φύλων και όχι άλλο. Αυτό όμως αντίκειται όχι μόνο στην αρχή της συμβατικής ελευθερίας, αλλά και στην απαγόρευση της αυθαιρεσίας ως ειδικώτερη εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, το φύλο και μάλιστα η διαφορά φύλου δεν είναι νομικώς κρίσιμη για την σύναψη της εν λόγῳ συμβατικής σχέσης! Η διαφορά του φύλου θα έπρεπε να ενδιαφέρῃ μόνο στον βαθμό που αφορᾴ τους ελεύθερους συμβαλλομένους. Από εκεί και πέρα, de generibus non disputandum.

Ας κάνουμε ένα μικρό διανοητικό πείραμα: αν το κράτος απαγόρευε π.χ. την σύμβαση μισθώσεως μεταξύ γυναικών, θα υπήρχε μήπως κάποιο συνταγματικό πρόβλημα; Η απάντηση είναι εύγλωττη. Γιατί να ισχύῃ κάτι διαφορετικό στην σύμβαση του γάμου;

Συμπέρασμα: η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων συνιστᾴ έμφυλη διάκριση, διότι ευνοεί εντελώς αυθαίρετα κάποιους συνδυασμούς φύλων έναντι κάποιων άλλων.

Το κράτος όμως (πρέπει να) είναι σαν τους αγγέλους: δεν έχει φύλο!

Υπέρ της απλής αναλογικής

14 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογές πλησιάζουν, ας γράψουμε και κάτι εκλογικώτερον, αναλογικώτερον, αλλά και λογικώτερον…

Το ισχύον εκλογικό δίκαιο (κωδικοποιητικό π.δ. 96/2007) προβλέπει ένα εκλογικό σύστημα, το οποίο χάριν κοσμιότητος αποκαλείται συνήθως «ενισχυμένη αναλογική» στα εγχειρίδια Συνταγματικού Δικαίου. Στην πραγματικότητα βέβαια υπάρχει λίγη αναλογική και πολλή ενίσχυση του πρώτου κόμματος βεβαίως βεβαίως, το οποίο με την περίφημη διάταξη του άρ. 99 παρ. 3 προικίζεται, ούτε λίγο ούτε πολύ με 40 έδρες που αναλογούν σε ψήφους πολιτών που ψήφισαν άλλα κόμματα. 40 επί 300 εδρών λοιπόν σημαίνει κατά 13,3% φαλκίδευση της ισότητας της ψήφου. Ή: Όλων οι ψήφοι είναι ίσες, αλλά των ψηφοφόρων του πρώτου κόμματος κατά 13,3% πιο ίσες…

Αυτή η καταφανής νόθευση, ίνα μή τι χείρον είπω, της συνταγματικής αρχής της ισότητας της ψήφου, επιχειρείται να δικαιολογηθῄ διττώς: είτε συνεπειοκρατικά (η απλή αναλογική θα βάλῃ τον Καρατζαφέρη στην Βουλή, θα κατακερματίσῃ τις πολιτικές δυνάμεις, θα φέρῃ αστάθεια, δίνει υπερβολικά μεγάλη δύναμη στο τρίτο κόμμα, δεν είμαστε αρκετά ώριμοι κ.λπ.) είτε με την επίκληση της περίφημης κυβερνητικής ευστάθειας. Θα ασχοληθώ λίγο, όσο της αξίζει, με την τελευταία.

Η κυβερνητική σταθερότητα ανάγεται από ωρισμένους σχολιαστές σε συνταγματική αρχή, ίσης περίπου περιωπής με την αρχή της ισότητας της ψήφου. Πολλού γε και δει: από τα άρ. 81 επ. Συντ. προκύπτει το πολύ η συνταγματική υποχρέωση ύπαρξης κάποιας κυβέρνησης, όχι όμως η ύπαρξη μιας σταθερής κυβέρνησης. Κυβέρνηση πρέπει να υπάρχῃ ακόμα και όταν η Βουλή έχῃ διαλυθεί, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Στο κάτω κάτω της γραφής τα εκλογικά συστήματα της ενισχυμένης κατ’ επίφασιν αναλογικής παρήγαγαν κυβερνήσεις τόσο ευσταθείς ώστε να οδηγούν την χώρα σε πρόωρες εκλογές επί μονίμου βάσεως. Ίσως θα έπρεπε να ασχολούμαστε πιο πολύ συνεπώς με την σταθερότητα των Βουλών μας και όχι με την σταθερότητα των κυβερνήσεών μας, που, υποτίθεται, εξαρτώνται από τα πρώτα…

Ένα σχόλιο ακόμα για το ισχύον εκλογικό δίκαιο: Ανάμεσα στις προβλέψεις του εν λόγῳ π.δ., περίοπτη θέση καταλαμβάνει το άρ. 99 παρ. 1, το οποίο προβλέπει το περίφημο εκλογικό όριο του 3%. Το όριο αυτό θεωρώ ότι παραβιάζει τοὐλάχιστον δύο συνταγματικές διατάξεις. Πρώτον, είναι οφθαλμοφανής η παραβίαση της αρχής της ισότητας της ψήφου: όλες οι ψήφοι είναι ίσες, εάν και μόνον εάν όμως ο συνδυασμός υπέρ ου ερρίφθη η ψήφος υπερβῄ το 3%. Δεύτερον και ίσως ακόμα πιο σημαντικό, παραβιάζεται το παθητικό εκλογικό δικαίωμα: δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν αναγνωρίζεται συνταγματικώς μόνο στο πλαίσιο συνδυασμών που πανελλαδικά συγκεντρώνουν άνω του 3%, αλλά και αυτοτελώς. Όταν όμως καμιά (ή σχεδόν καμία) εκλογική περιφέρεια δεν συγκεντρώνῃ αυτό το ποσοστό, ο πολίτης υποχρεώνεται εκ του νόμου, όχι όμως εκ του συντάγματος, να ενταχθῄ σε κάποιο συνδυασμό αντί να εκτεθῄ ως ανεξάρτητος. Ένα εκλογικό σύστημα όμως που «επιτρέπει» στον πολίτη να κατέλθῃ ως ανεξάρτητος, του απαγορεύει όμως να εκλεγῄ δεν μπορεί να συνᾴδῃ με το Σύνταγμα.

Για τους λόγους αυτούς, που κάπως συνοπτικά ανέπτυξα εδώ, τάσσομαι όχι απλά υπέρ του αναλογικού εκλογικού συστήματος, αλλά υπέρ αυτού ως μόνου επιβαλλόμενου συνταγματικώς.

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, αλλά και σλαβομακεδονική, πομακική κ.λπ.

11 Αυγούστου 2007

(Μεσούσης της θερινής ραστώνης, αναδημοσιεύω εδώ ένα παλαιότερο άρθρο μου από εδώ∙ όχι πως έχει αλλάξει και τίποτα βέβαια στην επίσημη γλωσσική πολιτική).

Στην πατρίδα μας ομιλούνται παραδοσιακά, πλην της σαρωτικώς επικρατούσας ελληνικής, και κάποιες άλλες γλώσσες. Αυτές είναι λίγο πολύ οι εξής:

Η αρβανιτική, νοτιοαλβανική τοσκική διάλεκτος.

Η αρωμουνική, κλάδος της χυδαίας βαλκανικής υστερολατινικής, ξαδερφάκι της ρουμανικής (κατά την ορθότερη άποψη).

Η τουρκική, αλταϊκή μη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.

Η αθιγγανική, ινδική γλώσσα.

Η ισπανοεβραϊκή, η γλώσσα των Εβραίων της βόρειας κυρίως Ελλάδας.

Η πομακική γλώσσα/διάλεκτος, συγγενής έως συγγενεστάτη της βουλγαρικής.

Η σλαβομακεδονική γλώσσα/διάλεκτος, ομοίως ως ανωτέρω.

Εκτός από αυτές τις μη ελληνικές γλώσσες ομιλούνται και δύο παραμελημένοι ελληνικοί γλωσσικοί θησαυροί:

Η τσακωνική γλώσσα/διάλεκτος, συγγενής της αρχαίας δωρικής.

Η ποντιακή γλώσσα/διάλεκτος.

Δυό διευκρινίσεις είναι απαραίτητες:

Ως γνωστόν, είναι συχνότατα πολύ δύσκολο να διακριθῄ η γλώσσα από την διάλεκτο. Επειδή το θέμα είναι και πολιτικό, τείνω να υιοθετήσω το σαφές πραγματιστικό κριτήριο «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με δικό της στρατό, ναυτικό [τέλος πάντων, αυτό μπορεί να λείπῃ] και αεροπορία» αντί του επιστημονικώτερου της αμοιβαίας κατανόησης. Βάσει αυτού, η σλαβομακεδονική είναι γλώσσα, η πομακική όχι, η τσακωνική όχι, η ποντιακή όχι.

Δεύτερον: αναφέρομαι εδώ στις, ας πούμε, ιστορικές γλώσσες και διαλέκτους του ελληνικού χώρου, σε γλωσσικά μορφώματα δηλαδή που χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες στον γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας. Αυτό έχει δύο προβλήματα: αδικεί όσες γλώσσες δεν πρόλαβαν ή δεν είχαν την τύχη να επιζήσουν μέχρι τις μέρες μας και όσες δεν πρόλαβαν να παλιώσουν. Τα ηθικά και νομικά προβλήματα που αναφύονται σχετικώς είναι πολύ ενδιαφέροντα, αλλά χάριν ευκολίας και συντομίας θα τα παραβλέψω.

(Τα όσα ακολουθούν δεν αφοράνε βασικά την τουρκική, επειδή αυτή προστατεύεται από την συνθήκη της Λωζάννης).

Στο παρελθόν τα γλωσσικά δικαιώματα προβάλλονταν πάντα ως συλλογικά. Η μειονότητα, συνήθως όχι μόνο γλωσσική, αλλά ταυτόχρονα και εθνική, διεκδικούσε συμπαγώς για όλα τα μέλη της κάποια προνόμια. Αυτό γινόταν με την συμπαράσταση κάποιου ενδιαφερόμενου άλλου έθνους, που ως οιονεί νταβατζής αντιπροσώπευε/υποστήριζε/ενίοτε εξέδιδε την πολύπαθη μειονότητα. Τα μέλη της μειονότητας δεν ερωτώντο: εάν κέρδιζαν το σχετικό προνόμιο, υποχρεούντο να διδαχθούν την γλώσσα. Αν η έξωθεν ασκούμενη πολιτική πίεση δεν ήταν αρκετή, δεν είχαν καμία τύχη να διεκδικήσουν ως άτομα κάποια γλωσσικά δικαιώματα.

Αυτά τελείωσαν όμως.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας πρέπει να θέσουμε πλέον τον κάθε άνθρωπο και την σχέση του προς την έννομη τάξη. Υπό αυτό το πρίσμα είναι ευχερώς κατανοητό ότι η μητρική γλώσσα είναι τόσο σημαντική για την ζωή μας, τόσο σπουδαίο τμήμα της προσωπικότητάς μας, ώστε το κράτος οφείλει να την σέβεται, αν όχι και να την προωθῄ. Τα γλωσσικά δικαιώματα δεν είναι προνόμια που μπορούν να απολαμβάνουν μόνο όσοι έχουν τις πλάτες κάποιου ισχυρού έθνους, αλλά ανθρώπινα δικαιώματα, που επιτρέπουν σε όσους δεν μιλούν την επικρατούσα γλώσσα να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική ζωή και να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητα τους. Την αποσύνδεση του κράτους από την επικρατούσα θρησκεία πρέπει να ακολουθήσῃ και η, στο μέτρο του εφικτού, αποσύνδεσή του από την επικρατούσα γλώσσα.

Προτείνω μετά ταύτα τα εξής:

Δίγλωσση αναγραφή των δημοσίων πινακίδων όπου αυτό εγκριθῄ από την τοπική κοινωνία, ει δυνατόν με τοπικά δημοψηφίσματα. Όπως μας κακοφαίνεται εμάς η Πρίγκηπος να αναφέρεται ως Μπουγιούκ-Αντά, άλλο τόσο είναι άσχημο το Αμύνταιο να μην είναι και Σόροβιτς. Είναι η γνωστή η ιστορία με τα μέλη του Ουράνιου Τόξου που, επειδή τόλμησαν να γράψουν «Λέριν» αντί για Φλώρινα στην πινακίδα των γραφείων τους, υπέστησαν την επιδρομή του εθνικόφρονος όχλου και τελικά καταδικάστηκαν οι ίδιοι με το απαράδεκτο άρθρο 192 ΠΚ για δημόσια πρόκληση ή διέγερση των πολιτών σε βιαιοπραγίες ή σε αμοιβαία διχόνοια. Αυτά είναι ντροπιαστικά για όλους μας.

Δημιουργία, στο μέτρο του δυνατού, πανεπιστημιακών τμημάτων διδασκαλίας των σχετικών γλωσσών. Είναι κρίμα (και ελάχιστα συμφέρον) η Αρωμουνική γλώσσα να διδάσκεται από ανθρώπους που πιστεύουν ότι οι Αρωμούνοι δεν είναι Έλληνες μακριά από τους ανθρώπους που την μιλούνε. Όμως και επιστημονικά και πολιτικά είναι ωφέλιμο και συναρπαστικό να καταγραφούν γλώσσες που δεν έχουν ακόμη αλφάβητο ή είναι εντελώς άγνωστες στον επιστημονικό κόσμο.

Μεσοπρόθεσμα και όχι απαραίτητα με τον όρο της αμοιβαιότητας, όπου αυτός είναι νοητός, διδασκαλία των μειονοτικών γλωσσών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως μάθημα επιλογής. Η επιλογή των σχολείων όπου θα συμβῄ αυτό θα γίνῃ με αποφάσεις των ιδίων των ενδιαφερομένων, το δε μάθημα δεν πρέπει να είναι υποχρεωτικό, γιατί σκοπός δεν είναι η δημιουργία διά της βίας ενός γλωσσολογικού μουσείου, αλλά η διάσωση και η καλλιέργεια εκείνων των γλωσσών οι ομιλητές των οποίων θέλουν να τις σώσουν. Κανείς δεν πρέπει να υποχρεωθῄ να νοιώθῃ μειονότητα μέσα στην ίδια του την πατρίδα.

Σε ένα πιο μακρινό μέλλον θα ήταν ευχής έργον να μπορῄ ο πολίτης να απευθύνεται στην διοίκηση στην μητρική του γλώσσα και να αξιώνῃ απάντηση επίσης σε αυτήν (υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αυτό σε κάποιο βαθμό συμβαίνει ήδη στην ποινική διαδικασία). Η αναγνώριση όμως ενός τέτοιου (ανθρώπινου;) δικαιώματος προσκρούει για την ώρα, εκτός από τις γνωστές πολιτικές, και σε σοβαρές οικονομικοτεχνικές δυσχέρειες.

Ο σουφφραζέττος

1 Αυγούστου 2007

Σύμφωνα με το άρ. 4 παρ. 2 του Συντάγματος «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις», όπου τα «ίσα» αναφέρεται, κατά την ορθή ερμηνεία, σε όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια των ανομοίων, επιτρέπει δηλαδή την άνιση μεταχείριση όπου απουσιάζει η κρίσιμη κανονιστική ομοιότητα. Κατά τα άλλα, η δική μου ερμηνεία είναι ότι όχι μόνο οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους Έλληνες, αλλά ισχύει και το αντίστροφο: και οι Έλληνες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τις Ελληνίδες. Η ισότητα είναι μαθηματικώς μια αμφίδρομη ταυτότητα. Αυτονότητα πράγματα ε;

Όχι βέβαια.

Σήμερα, στην φαιδρά πατρίδα μας, το γυναικείο φύλο απολαμβάνει αρκετά μεγάλης συμβολικής και πρακτικής αξίας προνόμια, τα οποία δεν έχουν θέση σε ένα κράτος με πραγματική ισότητα ενώπιον του νόμου και πραγματική αποστροφή προς κάθε έμφυλη διάκριση.

Δεν θα αναφερθώ σε οντικά ζητήματα, αλλά αποκλειστικά σε κανονιστικά. Δεν με νοιάζει ποιος πλένει τα πιάτα στο σπίτι και ποιος φέρνει τις παντόφλες, ποιος είναι ο κουβαλητής και ποιος καθαρίζει για λογαριασμό του άλλου με την αρειμάνια μαγκιά του, ποιος ξεσκατώνει το μωρό και ποιος σκίζει τα ξύλα για την σόμπα. Αυτά είναι δουλειά των κοινωνιολόγων του δικαίου, των εγκληματολόγων και των μεσημβρινών εκπομπών κλάψας.

Απαριθμώ λοιπόν τις σεξιστικές, ρατσιστικές υπέρ των γυναικών ρυθμίσεις του ισχύοντος ελληνικού δικαίου (οι οποίες σημειωτέον δεν καλύπτονται ούτε ως λεγόμενες «θετικές διακρίσεις» από το άρ. 116 παρ. 2 Συντ., γιατί ισχύουν από παλιά), τις οποίες φυσικά καμία οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν έκανε ποτέ τον κόπο να καταγγείλῃ:

Οι γυναίκες δεν στρατεύονται, κατά παράβαση του άρ. 4 παρ. 6 Συντ. Οι άντρες ναι.

Οι γυναίκες δικαιούνται άδεια μητρότητας. Οι άντρες όχι.

Οι γυναίκες, τέκνα συνταξιούχων αποβιωσάντων δημοσίων υπαλλήλων, δικαιούνται την σύνταξή τους. Οι άντρες όχι.

Οι γυναίκες συνταξιοδοτούνται αρκετά χρόνια νωρίτερα από τους άντρες. Ευτυχώς όχι για πολύ ακόμα.

Οι γυναίκες (όχι απλώς οι μητέρες!) δικαιούνται να διασωθούν πρώτες σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, πλημυρών, ναυαγίων κ.τ.τ. Οι άντρες όχι.

Εκείνο που φαίνεται να διαφεύγει την κατανόηση των δήθεν υπερασπιστών των γυναικείων δικαιωμάτων είναι το εξής: όλες αυτές οι διατάξεις θεσπίστηκαν σε εποχές στις οποίες κυριαρχούσε ένα ωρισμένο κοσμοείδωλο της γυναίκας. Η γυναίκα ήταν αδύναμη, φιλάσθενη, με ανίσχυρη βούληση, χρειαζόταν πάντα ένα ισχυρό προστάτη, κάτι σαν ένα μεγάλο μωρό δηλαδή. Οι διατάξεις που ευνοούσαν τον άντρα αφέντη, τον άντρα κεφαλή, τον άντρα πολεμιστή, τον άντρα δημιουργό αντικατοπτρίζονταν σε σύστοιχες διατάξεις προωρισμένες για την προστασία της γυναίκας εξαρτήματος, της γυναίκας υπηκόου, της γυναίκας παιδομηχανής. Το ίδιο ακριβώς κοσμοείδωλο εξακολουθούν να αναπαράγουν και σήμερα, παρά την συνταγματική επιταγή της ισότητας των φύλων, την οποία στο νομοθετικό επίπεδο περιφρονούν. Δεν ξέρω αν η κοινωνία έχῃ ωριμάσει αρκετά για να αποδεχθῄ την πλήρη ισότητα, ξέρω όμως ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος νομικώς.

Η προίκα μπορεί να καταργήθηκε, αλλά τα προικιά της ανισότητας ζουν και βασιλεύουν.

Η ρωλσιανή κατσίκα του γείτονα

10 Νοεμβρίου 2006

Είμαστι δυου σπίτια ούλα κι ούλα στου χουριού. Ιγού, ου Θανάης, κι ου γείτουνάς μ’, ου Θύμιους. Σπίρνουμι τα χουράφια μ’ς κι ζούμι ήσυχα. Κακού διεν μπαίνει στου κεφάλ’ μας. Τηράμι τουν ουρανού κι κάνουμι του σταυρού μας. Ισότης.

Μέχρι που μια μέρα ου Θύμιους ιέπιασε στου λόγγου ιένα αγριοκάτσ’κου. Του τάισε, τ’ ανάθρεψε, του μιγάλουσι κι τούρα αρμέγει την λιάρα τ’. Ιγού ιέμεινα μ’ τα χουράφια μ’ μόνου. Βέβαια, ιεπειδή του Θύμιου δεν τ’ φτάνουν πια τα γιεννήματά τ’, αγουράζει κι απ’ τα δικά μ’ για να θρέψ’ τη Λιάρα. Έτσι ιέχου κι γου του κατιτίς μ’. Πάει καλά.

Αγάλι’ αγάλι’ μάζιψα κι γου λίγους παράδ’ς. Ου Θύμιους ιέχι’ τούρα τη Λιάρα, τ’ν Ασπρούλα, την Γκόλφω και τ’ν Μαυρούλα τ’· τουν παρικάλεσα και μώδοκε τη Λιάρα. Πάλι πιο πολλές μαρτίνες ιέχι’, αλλά χαλάλι τ’, κι για μένα ιέχι’ ου Θεούς. Αρχή της διαφουράς π’ λέμ’.

Όμως ου Θύμιους διεν καταλαβαίνι’ απού φιλουσουφίες κι κουραφέξαλα. Σ’ λέει, άμα ου Θανάης είνι ανιπρούκουπους, τ’ παίρνου ιγού τα χτήματά τ’ κι του βιους τ’ κι τα κάνου καλά. Κι μι τα πήρ’ ου αθεούφουβους ούλα κι τα αβγάτισ’ κι πήρ’ κι μ’λάρ’, του Ρούσου, κι ένα πουλόσκυλου, τουν Ασίκ’, και κάνι’ του σταυρού τ’ σαν καλούς χριστιανούς κι λέει: «Προύτη φουρά του χουριού μας είνι τόσου πλούσιου!». Ουφελιμισμούς ένα πράμ’.

Ε μα, να ψουφήσ’ η κατσίκα του γείτουνα!