Posts Tagged ‘έμφυλες διακρίσεις’

Η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων ως έμφυλη διάκριση

24 Οκτωβρίου 2007

Καταπιάνομαι σήμερα με το γνωστό και πιασάρικο ζήτημα του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, μπας και πουλήσουμε κανά φύλλο παραπάνω. Δεν θα ασχοληθώ φυσικά με το εάν και κατά πόσον ένας τέτοιος γάμος θα έπρεπε να αναγνωριστῄ νομικώς, πράγμα που θεωρώ δεδομένο, αλλά με την προσφορώτερη νομική του θεμελίωση.

Συνήθως αναφερόμαστε σε γάμο ομοφυλοφίλων, επειδή προφανώς οι ομοφυλόφιλοι είναι οι κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενοι. Αυτό όμως πόρρω απέχει του να είναι ακριβές∙ όπως ακριβώς όσοι παντρεύονται σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκην ετεροφυλόφιλοι και, πολύ περισσότερο, δεν απαιτείται να είναι, έτσι και σε ένα πιθανό γάμο ομοφύλων οι μελλόνυμφοι καθόλου δεν απαιτείται να είναι ομοφυλόφιλοι.

Νομίζω ότι αυτή η απλή διαπίστωση μπορεί να έχῃ σοβαρές συνέπειες στην επιχειρηματολογία όλων ημών που υποστηρίζουν την θέσπιση ενός ομόφυλου γάμου. Κατά κανόνα δηλαδή προβάλλουμε το δικαίωμα του γενετήσιου αυτοπροσδιορισμού, το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, την απαγόρευση διακρίσεων βάσει γενετήσιου προσανατολισμού ως (ασφαλώς πειστικά ρητορικώς, λίγο όμως εκτός στόχου κατά την γνώμη μου) κανονιστικά επιχειρήματα υπέρ της άποψής μας. Τα πράγματα όμως ενδέχεται να γίνωνται πιο απλά και, κυρίως, πιο εύστοχα με άλλου είδους επιχειρηματολογία.

Αφής στιγμής διευκρινίστηκε ότι το ποιος-βάζει-τι-σε-ποιον δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον θεσμό του γάμου, καθώς ο γάμος ούτε σκοπό την τεκνοποιία έχει (αν είχε, θα απαγορευόταν στους στείρους!) ούτε απαγορεύεται φυσικά υπό την παρούσα μορφή του στους ομοφυλόφιλους (ένας ομοφυλόφιλος άνδρας μπορεί κάλλιστα να παντρευτῄ μια ομοφυλόφιλη γυναίκα!), απομένει κατά την γνώμη μου η οπτική γωνία της απαγόρευσης των εμφύλων διακρίσεων. Η σκέψη αυτή μοιάζει κάπως παράξενη εκ πρώτης όψεως, νομίζω όμως ότι μπορεί να αποτελέσῃ ισχυρό κανονιστικό θεμέλιο.

Εκείνο που κάνει την (ερμηνευτικώς συναγόμενη μέχρι τώρα) απαγόρευση τόσο άδικη είναι ότι γίνεται βάσει του φύλου. Υπάρχει με άλλα λόγια μια σύμβαση, ο γάμος, η οποία επιτρέπεται να τελήται μόνο από αντισυμβαλλόμενους με ωρισμένο συνδυασμό φύλων και όχι άλλο. Αυτό όμως αντίκειται όχι μόνο στην αρχή της συμβατικής ελευθερίας, αλλά και στην απαγόρευση της αυθαιρεσίας ως ειδικώτερη εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, το φύλο και μάλιστα η διαφορά φύλου δεν είναι νομικώς κρίσιμη για την σύναψη της εν λόγῳ συμβατικής σχέσης! Η διαφορά του φύλου θα έπρεπε να ενδιαφέρῃ μόνο στον βαθμό που αφορᾴ τους ελεύθερους συμβαλλομένους. Από εκεί και πέρα, de generibus non disputandum.

Ας κάνουμε ένα μικρό διανοητικό πείραμα: αν το κράτος απαγόρευε π.χ. την σύμβαση μισθώσεως μεταξύ γυναικών, θα υπήρχε μήπως κάποιο συνταγματικό πρόβλημα; Η απάντηση είναι εύγλωττη. Γιατί να ισχύῃ κάτι διαφορετικό στην σύμβαση του γάμου;

Συμπέρασμα: η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων συνιστᾴ έμφυλη διάκριση, διότι ευνοεί εντελώς αυθαίρετα κάποιους συνδυασμούς φύλων έναντι κάποιων άλλων.

Το κράτος όμως (πρέπει να) είναι σαν τους αγγέλους: δεν έχει φύλο!

Advertisements

Ο σουφφραζέττος

1 Αυγούστου 2007

Σύμφωνα με το άρ. 4 παρ. 2 του Συντάγματος «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις», όπου τα «ίσα» αναφέρεται, κατά την ορθή ερμηνεία, σε όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια των ανομοίων, επιτρέπει δηλαδή την άνιση μεταχείριση όπου απουσιάζει η κρίσιμη κανονιστική ομοιότητα. Κατά τα άλλα, η δική μου ερμηνεία είναι ότι όχι μόνο οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους Έλληνες, αλλά ισχύει και το αντίστροφο: και οι Έλληνες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τις Ελληνίδες. Η ισότητα είναι μαθηματικώς μια αμφίδρομη ταυτότητα. Αυτονότητα πράγματα ε;

Όχι βέβαια.

Σήμερα, στην φαιδρά πατρίδα μας, το γυναικείο φύλο απολαμβάνει αρκετά μεγάλης συμβολικής και πρακτικής αξίας προνόμια, τα οποία δεν έχουν θέση σε ένα κράτος με πραγματική ισότητα ενώπιον του νόμου και πραγματική αποστροφή προς κάθε έμφυλη διάκριση.

Δεν θα αναφερθώ σε οντικά ζητήματα, αλλά αποκλειστικά σε κανονιστικά. Δεν με νοιάζει ποιος πλένει τα πιάτα στο σπίτι και ποιος φέρνει τις παντόφλες, ποιος είναι ο κουβαλητής και ποιος καθαρίζει για λογαριασμό του άλλου με την αρειμάνια μαγκιά του, ποιος ξεσκατώνει το μωρό και ποιος σκίζει τα ξύλα για την σόμπα. Αυτά είναι δουλειά των κοινωνιολόγων του δικαίου, των εγκληματολόγων και των μεσημβρινών εκπομπών κλάψας.

Απαριθμώ λοιπόν τις σεξιστικές, ρατσιστικές υπέρ των γυναικών ρυθμίσεις του ισχύοντος ελληνικού δικαίου (οι οποίες σημειωτέον δεν καλύπτονται ούτε ως λεγόμενες «θετικές διακρίσεις» από το άρ. 116 παρ. 2 Συντ., γιατί ισχύουν από παλιά), τις οποίες φυσικά καμία οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν έκανε ποτέ τον κόπο να καταγγείλῃ:

Οι γυναίκες δεν στρατεύονται, κατά παράβαση του άρ. 4 παρ. 6 Συντ. Οι άντρες ναι.

Οι γυναίκες δικαιούνται άδεια μητρότητας. Οι άντρες όχι.

Οι γυναίκες, τέκνα συνταξιούχων αποβιωσάντων δημοσίων υπαλλήλων, δικαιούνται την σύνταξή τους. Οι άντρες όχι.

Οι γυναίκες συνταξιοδοτούνται αρκετά χρόνια νωρίτερα από τους άντρες. Ευτυχώς όχι για πολύ ακόμα.

Οι γυναίκες (όχι απλώς οι μητέρες!) δικαιούνται να διασωθούν πρώτες σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, πλημυρών, ναυαγίων κ.τ.τ. Οι άντρες όχι.

Εκείνο που φαίνεται να διαφεύγει την κατανόηση των δήθεν υπερασπιστών των γυναικείων δικαιωμάτων είναι το εξής: όλες αυτές οι διατάξεις θεσπίστηκαν σε εποχές στις οποίες κυριαρχούσε ένα ωρισμένο κοσμοείδωλο της γυναίκας. Η γυναίκα ήταν αδύναμη, φιλάσθενη, με ανίσχυρη βούληση, χρειαζόταν πάντα ένα ισχυρό προστάτη, κάτι σαν ένα μεγάλο μωρό δηλαδή. Οι διατάξεις που ευνοούσαν τον άντρα αφέντη, τον άντρα κεφαλή, τον άντρα πολεμιστή, τον άντρα δημιουργό αντικατοπτρίζονταν σε σύστοιχες διατάξεις προωρισμένες για την προστασία της γυναίκας εξαρτήματος, της γυναίκας υπηκόου, της γυναίκας παιδομηχανής. Το ίδιο ακριβώς κοσμοείδωλο εξακολουθούν να αναπαράγουν και σήμερα, παρά την συνταγματική επιταγή της ισότητας των φύλων, την οποία στο νομοθετικό επίπεδο περιφρονούν. Δεν ξέρω αν η κοινωνία έχῃ ωριμάσει αρκετά για να αποδεχθῄ την πλήρη ισότητα, ξέρω όμως ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος νομικώς.

Η προίκα μπορεί να καταργήθηκε, αλλά τα προικιά της ανισότητας ζουν και βασιλεύουν.

Η εφαρμογή του μουσουλμανικού ιεροδικαίου από τις μουφτείες της Θράκης

14 Νοεμβρίου 2006

Πολύτιμη βοήθεια για το άρθρο αυτό μου παρέσχε το εμπεριστατωμένο άρθρο της Αθηνάς Κοτζάμπαση, Καθηγήτριας στο Αριστοτέλειο, βλ. εν: http://www.kethi.gr/greek/meletes.

Αντικείμενο των σκέψεων που ακολουθούν αποτελεί η νομιμότητα (όχι η πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα) του παρόντος νομικού καθεστώτος του σχετικού με την διοικητική και δικαιοδοτική θέση των μουσουλμάνων μουφτήδων στην Δ. Θράκη. Και λέγοντας νομιμότητα εννοώ βεβαίως την συνταγματικότητα και την εναρμόνιση με τα διεθνή κείμενα προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που εξασφαλίζει (ή δεν εξασφαλίζει) το σημερινό καθεστώς.

Ποιο είναι όμως ακριβώς το καθεστώς αυτό;

Υπάρχει μια αρκετά διαδεδομένη παρεξήγηση σχετικώς, ότι τάχα η δικαιοδοσία των μουφτήδων προβλέπεται ή επιβάλλεται από την Συνθήκη της Λωζάννης. Ουδέν αναληθέστερον. Στα σχετικά περί προστασίας των μειονοτήτων άρθρα της Συνθήκης γίνεται αναφορά στο άρ. 42 παρ. 1 ότι «The Turkish Government undertakes to take, as regards non-Moslem minorities, in so far as concerns their family law or personal status, measures permitting the settlement of these questions in accordance with the customs of those minorities» (κατάρ. 45 ισχύει αναλόγως και για την Ελλάδα), πράγμα που παρασάγγας απέχει όμως από ιδιάζουσα δωσιδικία των εκατέρωθεν θρησκευτικών ηγετών. Πράγματι, κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να ζητήσῃ να κρίνῃ π.χ. τις περί κληρονομιών διαφορές των Ρωμιών ο Πατριάρχης. Η προστασία των σχετικών εθίμων (όχι απαραιτήτως νόμων) θα μπορούσε να γίνῃ με την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων από κρατικά δικαστήρια και όχι βέβαια με την απονομή αυτής της δικαιοδοσίας στον μουφτή.

Εν πάσῃ περιπτώσει η ενδεχόμενη ιδιαιτερότητα καλύπτει κατά την Συνθήκη μόνο δύο πεδία: οικογενειακό δίκαιο και προσωπική κατάσταση. Όχι όμως και κατά τον ελληνικό νόμο, ο οποίος αγαπᾴ τα χαντίθ περισσότερο και από τους Τούρκους: στην δικαιοδοσία του μουφτή περιλαμβάνονται κατά τον Ν. 147/1914 «Tα του γάµου των εις µουσουλµανικόν ή ισραηλιτικόν θρήσκευµα ανηκόντων, ήτοι τ’ αφορώντα εις την νόµιµον σύστασιν και την διάλυσιν του γάµου και εις τας συνεστώτος αυτού προσωπικάς σχέσεις των συζύγων και τα των συγγενικών δεσµών διέπονται υπό του ιερού αυτών νόµου και κρίνονται κατ’ αυτόν», ενῴ ο ισχύων Ν. 1920/1991 υπερθεματίζει: «… επί γάµων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, χειραφεσίας ανηλίκων [κατηργημένος θεσμός], ισλαµικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Iερό Mουσουλµανικό Nόµο». Η δε νομολογία των δικαστηρίων προχωρεί ακόμη παραπέρα, αναθέτοντας στον μουφτή και τα ζητήματα γονικής μέριμνας, τα οποία όμως σε κανέναν νόμο δεν αναφέρονται. Εξ αυτών λοιπόν τοὐλάχιστον οι διαθήκες και η γονική μέριμνα δεν είναι ούτε οικογενειακό δίκαιο ούτε αναφέρονται στο προσωπική κατάσταση, άρα αυτό το πολύ σημαντικό κομμάτι δεν απολαύει της προστασίας της Συνθήκης της Λωζάννης.

Το μουσουλμανικό ιεροδίκαιο συνεπώς απολαύει στα υπόλοιπα αναφερθέντα πεδία υπερνομοθετικής τυπικής ισχύος. Αυτό καθόλου δεν το εμποδίζει όμως να αντίκηται στο Σύνταγμα. Τα προβλήματα αντισυνταγματικότητας που παρουσιάζει είναι περίπου τα εξής:

− Απηγορευμένη διάκριση βάσει θρησκεύματος. Από τον κύκλο των Ελλήνων πολιτών διαχωρίζονται κάποιοι, οι οποίοι υπάγονται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς από ό,τι οι συμπολίτες τους, αδιαφόρως του αν αυτό το νομικό καθεστώς είναι ή δεν είναι ευνοϊκώτερο για αυτούς (παλαιότερα ίσχυε κάτι παρόμοιο και για τους εβραίους). Απαγορεύονται και οι νόμοι του τύπου «όσοι είναι καλοί ορθόδοξοι χριστιανοί, παίρνουν επίδομα» και οι νόμοι του τύπου «όσοι είναι εβραίοι, πληρώνουν μεγαλύτερο φόρο».

– Ανισότητα ενώπιον του νόμου, και μάλιστα πολλαπλή: εισάγεται ειδικό δίκαιο για τους μουσουλμάνους της Θράκης, αλλά όχι των Δωδεκανήσων, για τους μουσουλμάνους, αλλά όχι για τους εβραίους κ.λπ.

– Αποστέρηση του φυσικού δικαστή. Φυσικός δικαστής είναι πρώτα από όλα ο δικαστής και όχι βέβαια ένα δευτερεύον κατά το ισλαμικό δίκαιο όργανο όπως ο μουφτής (κατ’ εξοχήν δικαιοδοτικό όργανο στο Ισλάμ είναι ο αλήστου μνήμης κατής· ο μουφτής είναι κάτι σαν ερμηνευτής που εκδίδει γνωμοδοτήσεις). Σημειωτέον ότι ο μουφτής διορίζεται και δεν εκλέγεται ακριβώς επειδή και ο δικαστής διορίζεται και δεν εκλέγεται.

– Προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, τόσο αρνητικώς όσο και θετικώς. Αρνητικώς, διότι υπάγεται υποχρεωτικώς στην δικαιοδοσία του μουφτή οποιοσδήποτε κατά τεκμήριο είναι μουσουλμάνος, επειδή π.χ. κατάγεται από μουσουλμανική οικογένεια ή φέρει μουσουλμανικό όνομα, όντας αναγκασμένος να ανταποδείξῃ μόνο προβάλλοντας την τυχόν διαφορετική θρησκευτική του πίστη ή την αθεΐα του. Και θετικώς, διότι υποχρεώνεται να προσφύγῃ στον μουφτή ακόμη και ο μουσουλμάνος που δεν το επιθυμεί, για οποιονδήποτε λόγο, εξαναγκάζεται δηλαδή να υποστῄ παρά την θέλησή του συνέπειες που συνδέονται με την ένταξή του στην κρατούσα θρησκευτική πίστη. Έχει προταθεί βέβαια το ορθόν να θεωρήται η αρμοδιότητα του μουφτή όχι αποκλειστική, αλλά συντρέχουσα, αλλά αυτά είναι ασπιρίνες.

Σημειωτέον ότι όλες αυτές οι αντιρρήσεις δεν έχουν θίξει ακόμη την ουσία του αποδιδόμενου δικαίου. Θα ίσχυαν δηλαδή στο ακέραιο, ακόμη και αν το μουσουλμανικό ιεροδίκαιο δεν βαρυνόταν ούτε με σκιά αντίθεσης στα ατομικά δικαιώματα. Πολλού γε και δει βέβαια, όπως με όλα τα θρησκευτικά δίκαια.

Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει κάτι το εξωπραγματικό στην εφαρμογή, ακόμη και από κοσμικά δικαστήρια, θρησκευτικού δικαίου, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο και όσο και αν εκ πρώτης όψεως απειλῄ την θρησκευτική ελευθερία. Υπάρχουν ελληνικές αποφάσεις οι οποίες, προκειμένου να διαγνώσουν το υποστατό ενός γάμου, καταφεύγουν στην ερμηνεία κανόνων Οικουμενικών Συνόδων. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό· μια έννομη τάξη μπορεί να παραπέμπῃ όπου θέλῃ και να ενσωματώνῃ τους κανόνες οποιασδήποτε έννομης τάξης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η παραπεμπόμενη έννομη τάξη δεν συνᾴδῃ με βασικές αξιολογήσεις της παραπέμπουσας. Το τι οφείλει να επικρατήσῃ περιττό να το αναφέρω.

Ιδού λοιπόν μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα σύγκρουσης του μουσουλμανικού ιεροδικαίου με την συνταγματική ελληνική (αλλά και τουρκική!) αρχής της ισότητας των φύλων:

− Στο μουσουλμανικό ιεροδίκαιο η γυνή δεν είναι ίση με τον άντρα τον πολλά βαρύ, δεν δικαιούται διατροφή όπως την γνωρίζουμε, παρά μόνο ενδεχομένως ένα είδος αποζημίωσης (νικιάχ), δεν έχει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, δεν υπάρχει συναινετικό διαζύγιο υπό την τρέχουσα νομική έννοια, οι λόγοι διαζυγίου είναι σχεδόν όλοι εις βάρος της, υπάρχει το διαβόητο ιδιωτικό διαζύγιο τάλακ υπέρ του ανδρός κ.λπ. Κλασσική περίπτωση αντίθεσης στην ελληνική δημόσια τάξη θεωρείται και το –μη εφαρμοζόμενο εξ όσων γνωρίζω– έθιμο της πολυγαμίας.

Συμπέρασμα: οι Ν. 147/14 και 1920/91 μπορούν αβλαβώς να καταργηθούν, χωρίς να παραβιάσῃ η Ελλάς διεθνή τινα υποχρέωση και χωρίς να παραβλαβῄ το επίπεδο προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας στην Δ. Θράκη (πολλῴ δε μάλλον που α) δικαιώματα δεν έχουν οι μειονότητες, αλλά οι άνθρωποι, β) όπως όλες οι διατάξεις διεθνών συμβάσεων που δεν άπτονται ατομικών δικαιώματων, και η συγκεκριμένη τελεί υπό τον όρο της αμοιβαιότητας). Απεναντίας, με την κατάργηση που προτείνω όχι μόνο θα εξασφαλιστῄ και για αυτούς, ιδίως δε τις γυναίκες τους, το ίδιο επίπεδο ευνομίας που απολαμβάνουν και οι λοιποί πολίτες, αλλά και θα ανοίξῃ ο δρόμος και για την ικανοποίηση του πάγιου και κατά τα λοιπά δίκαιου αιτήματός τους: της εκλογής του μουφτή.

Γιατί δεν θα γίνω ποτέ πρωθυπουργός

27 Σεπτεμβρίου 2006

Αυτές είναι δέκα πολιτικές –και όχι μόνο– θέσεις που υποστηρίζω, όχι σε ιεραρχική σειρά:

α. Πλήρης ισοπολιτεία στους ομοφυλόφιλους. Εδώ συμπεριλαμβάνονται κάθε είδους φορολογικά, συνταξιοδοτικά, δικονομικά και οικογενειακά δικαιώματα, με κορυφαία φυσικά ανάμεσά τους τα δικαιώματα γάμου και υιοθεσίας.

β. Αυστηρός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας. Η θέση αυτή συνεπάγεται κυρίως την κατάργηση του ψευδεγκλήματος του προσηλυτισμού, την ελεύθερη ανέγερση και συντήρηση ευκτηρίων οίκων άλλων θρησκειών, την αναγνώριση όλων των θρησκειών ως νομικών προσώπων ειδικού εκκλησιαστικού δικαίου και, ασφαλώς, την κατάργηση της ιερονομικής δικαιοδοσίας λόγῳ θρησκεύματος. Σε συνδυασμό με την θέση αυτή έρχεται και ο

γ. Χωρισμός Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δηλαδή: εύλογη αποζημίωση της Εκκλησίας για την περιουσία της που έχει κατά καιρούς κρατικοποιηθεί με παράλληλη διακοπή της μισθοδοσίας του κλήρου από το Υπουργείο, κατάργηση της υποχρεωτικής προσευχής και εκκλησιασμού στα σχολεία και στον στρατό. Δεν θεωρώ αντισυνταγματικό πάντως τον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τον προαιρετικό θρησκευτικό γάμο, ενῴ δέχομαι την σκοπιμότητα του χαρακτηρισμού της «επικρατούσας θρησκείας» και ό,τι αυτός συνεπάγεται, όπως σταυρό στην σημαία και στον κοντό, αγιασμούς και τιμητικά αγήματα, ως ιστορικού και κοινωνικού δεδομένου.

δ. Φιλελευθεροποίηση του Ποινικού Δικαίου, που περιλαμβάνει απεγκληματοποίηση της καλλιέργειας και χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, απεγκληματοποίηση της εμπορίας οργάνων και της κλωνοποίησης και κατάργηση σειράς παραδοσιακών εγκλημάτων, όπως της εξύβρισης, της απλής δυσφήμησης, της βλασφημίας, της αιμομιξίας, της επαιτείας, της απόδρασης, της προσβολής συμβόλων του κράτους, της παράλειψης χρήσης κράνους από οδηγούς διτρόχων.

ε. Απόκρουση των λεγόμενων θετικών διακρίσεων, άρα και του άρ. 116 παρ. 2 Συντ. Ο ρατσισμός δεν είναι καλός ή κακός, δεν έχει πρόσημο, δεν καθαγιάζεται από τον σκοπό του.

στ. Γλωσσικός αυτοκαθορισμός: γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης είναι εκείνη που επιθυμεί ο τοπικός πληθυσμός.

ζ. Περιωρισμένα πολιτικά δικαιώματα στους αλλοδαπούς, βασικά εκλογικό δικαίωμα στις τοπικές εκλογές.

η. Περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, άρα ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση, μείωση φορολογίας. Πάσχουμε από υπερβολικό, σπάταλο, διεφθαρμένο κράτος, όχι από έλλειψή του.

θ. Δημόσια επίβλεψη του τρόπου εισαγωγής στα Πανεπιστήμια· η κρατική ιδιοκτησία τους περιττεύει. Σε σχέση με αυτό:

ι. Πραγματική αυτοδιοίκηση των δημοσίων Πανεπιστημίων: μεταφορά μονίμων πόρων, κατάργηση του ασύλου και, το κυριώτερο, μετάθεση σε αυτά της απόφασης σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής.