Laissez baiser!

17 Μαρτίου 2008 by

Το παρόν είχε δημοσιευθεί αρχικά στην Αναμόρφωση· ευχαριστώ όσους έκαναν τον κόπο να σχολιάσουν εκεί, ιδίως τον Ασμοδαίο, που διώρθωσε τα ανύπαρκτα γαλλικά μου. Στο αρχικό κείμενο προσέθεσα κάποια σημεία από την εμπειρία των τελευταίων μηνών.

Το αρχαιότερο επάγγελμα, η πορνεία, η επ’ αμοιβῄ έκδοση ή όπως αλλιώς το αποκαλέσουμε κατά πολιτικήν ευπρέπειαν λαθροβιοί στην σημερινή Ελλάδα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς μεταξύ νομιμοφανούς παρανομίας και ημιπαράνομης νομιμότητας. Η πορνεία είναι μεν νόμιμη, οι προϋποθέσεις όμως που της επιβάλλονται αρμόζουν περισσότερο σε μια κοινωνικώς επιβλαβή συμπεριφορά που κατ’ ανοχήν επιτρέπεται και καλύτερα θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου παρά σε αυτό που πράγματι είναι, προσφορά ερωτικών υπηρεσιών μεταξύ συναινούντων υποκειμένων, όπου κάθε ηθική αξιολόγηση εκ μέρους του κράτους περιττεύει. Επιχειρηματολογώ συνεπώς ότι η ισχύουσα κρατική ρύθμιση είναι υποκριτική, διότι, ενῴ ισχυρίζεται ότι εκλαμβάνει την πορνεία ως μια οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στην πραγματικότητα, αφορμώμενη όχι λίγο από παλαιού τύπου ηθικισμό, επιχειρεί να την περιορίσῃ με κάθε είδους περιττούς διοικητικούς περιορισμούς και να θέσῃ τον πληθυσμό των συγκεκριμένων επαγγελματιών υπό ασφυκτικό έλεγχο, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το δικαίωμά τους να εργάζωνται και για την διαφθορά των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων. Στα επόμενα σχολιάζω κάποιους από αυτούς τους περιορισμούς και επιχειρώ να εξαγάγω τα σχετικά συμπεράσματα.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι ο Ν. 2734/1999 (ΦΕΚ Α-161) περί εκδιδόμενων επ’ αμοιβῄ προσώπων. Μερικά από τα περιεχόμενα του νόμου αυτού που με προβληματίζουν είναι τα ακόλουθα:

Στο κατά τ’ άλλα λογικό άρ. 1 προβλέπεται ότι για να μπορέσῃ κάποιο πρόσωπο, συνήθως γυναίκα, να ασκήσῃ το συγκεκριμένο επάγγελμα πρέπει να είναι άγαμη, χήρα ή διαζευγμένη. Δεν πρόκειται για κανένα πολύ σημαντικό προαπαιτούμενο από πρακτική άποψη, αλλά νομίζω το διέπει ένας αδικαιολόγητος ηθικισμός: αν κάποια δεν ενδιαφέρεται για τον γάμο της αρκετά, ώστε να προτιμᾴ να είναι πόρνη ή, πολύ περισσότερο, συναινεί ο άντρας της, δεν είναι δουλειά του κράτους να προμαχῄ υπέρ ενός γάμου ήδη νεκρού ή, εν πάσῃ περιπτώσει, ανορθόδοξου. Όποιου το δικαίωμα σε αποκλειστική γενετήσια συνάφεια προσβάλλεται, ας υποβάλῃ αγωγή διαζυγίου.

Εκείνο βέβαια που δεν προκύπτει ευθέως από το άρ. 1, αλλά από την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4, είναι ότι, προκειμένου να εκδοθῄ το πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, η εκδιδόμενη δακτυλοσκοπείται στην Αστυνομία. Ποιος ο λόγος να υποβληθῄ σε μία διαδικασία που εκλαμβάνεται ως ταπεινωτική και προσβλητική; Διανοήθηκε κανείς να δακτυλοσκοπήσῃ τους κομμωτές ή τους ιχθυοπώλες;

Στο άρ. 2 του νόμου προβλέπεται ότι «Πρόσωπα, που κατέχουν πιστοποιητικό που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, υποχρεούνται, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες, να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, με μέριμνα των υγειονομικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθῄ ο κάθε αναγνώστης. Πρόκειται για στοιχειώδες μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας, σωστά; Όσο και αν ακουστῄ παράξενο όμως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η υποχρεωτική δεκαπενθήμερη ιατρική εξέταση έχει κάποιο νόημα. Δεν αμφισβητώ το γεγονός φυσικά όχι μόνο της ύπαρξης και μακροημέρευσης του AIDS, αλλά περισσότερο ίσως της έξαρσης των μεταδιδόμενων νοσημάτων, από τα κονδυλώματα ως την ηπατίτιδα. Απλώς μου γεννάται η εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κατάλοιπο της εποχής της σύφιλης και ότι η ιατρική εξέταση, το βιβλιάριο και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ακόμα μέσο ελέγχου και εξουσίασης του συγκεκριμένου πληθυσμού. Αν δηλαδή η αιτία είναι ότι οι συγκεκριμένες επαγγελματίες έρχονται σε ερωτική επαφή με πολλούς άνδρες, για να είμαστε ειλικρινείς ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με όσες (και όσους!) μη επαγγελματίες κάνουν το ίδιο. Κανείς δεν σκέφτηκε βέβαια να επιβάλῃ κάτι τέτοιο στον μπήχτη ή στην παρτόλα της γειτονιάς. Στο κάτω κάτω οι παράνομες πόρνες έχουν την νοημοσύνη να ελέγχωνται μόνες τους και η διάδοση ασθενειών δεν οφείλεται τόσο σε αυτές όσο στους πιεστικούς, μερακλήδες πλην αμβλύνοες πελάτες τους…

Στο άρ. 3 παρ. 1 του νόμου προβλέπεται μια σύγχρονη μορφή δουλοπαροικίας: η εκδιδόμενη είναι υποχρεωμένη να εκδίδεται σε συγκεκριμένο οίκο ανοχής, ένα και μοναδικό, εφοδιάζεται δε με ειδική άδεια εγκατάστασης, που την προσδένει αμετάκλητα με τον συγκεκριμένο οίκο. Με τον τρόπο αυτό τίθεται στην παρανομία χωρίς λόγο η πορνεία των ροζ αγγελιών, του κολ γκερλ, της συνοδού και γενικώς της βίζιτας: η πορνεία πολυτελείας, εκείνη που αποφέρει τα περισσότερα έσοδα, δωρίζεται χωρίς πολλά πολλά στην παρανομία και στα κυκλώματα του υποκόσμου. Λαμπρή ιδέα.

Στο άρ. 3 παρ. 3 και 4 εξάλλου προβλέπονται τα εξής: «3. Οι δήμοι και οι κοινότητες καθορίζουν, με απόφασή τους, τον αριθμό των εν λόγω αδειών που επιτρέπεται να χορηγούνται στην περιφέρειά τους, με βάση τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ανάγκες, που σχετίζονται κυρίως με τον πληθυσμό τους και τη σύνθεση αυτού, την ύπαρξη στρατοπέδων, λιμανιών και βιομηχανικών μονάδων, καθώς και με την ανάπτυξη εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων που επιβάλλουν απασχόληση ή διέλευση ατόμων από άλλες περιοχές. […] 4. Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια, καθώς και σε χώρους που δεν είναι κύριας χρήσεως και δεν πληρούν τους όρους του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Επίσης, Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση σε κτίρια που απέχουν, σε ακτίνα λιγότερο από 200 μέτρα, από ναούς, σχολεία, νηπιαγωγεία, φροντιστήρια, παιδικούς σταθμούς, νοσηλευτικά ιδρύματα, κέντρα νεότητας, αθλητικά κέντρα, οικοτροφεία, βιβλιοθήκες και ευαγή ιδρύματα, καθώς και από πλατείες και παιδικές χαρές».

Συνέπεια αυτών των διατάξεων, σε συνδυασμό και με το άρ. 3 παρ. 2, είναι ότι σχεδόν όλοι οι οίκοι ανοχής στεγάζονται σε κοτέτσια. Από την στιγμή που ο νόμος απαγορεύει την στέγαση σε πολυκατοικίες, αν δεν συναινέσουν όλοι, δηλαδή ποτέ, απαγορεύει όμως και την στέγαση σε διατηρητέα, τι απομένει; Μπορεί να το διαπιστώσῃ με τα μάτια του ο καθένας στην Λιοσίων.

Επιπλέον, ο περιορισμός της απόστασης από πλατείες, σχολεία, ναούς κ.λπ. δεν νομίζω ότι ωφελεί. Εντάξει, έχει κάποιο νόημα, αλλά όχι σήμερα, που η πορνογραφία π.χ. είναι μέσα σε κάθε σπίτι μέσῳ του Διαδικτύου∙ αν υπάρχῃ κάποιος κίνδυνος, ας τον αναζητήσουν εκεί οι ηθικολογούντες.

Επιπλέον, οι περιορισμοί δεν είναι νομίζω και συνταγματικώς ανεκτοί. Δεν είναι δυνατόν να τίθενται τέτοιοι που να απαγορεύουν στην πράξη την άσκηση μιας νόμιμης δραστηριότητας σε σχεδόν ολόκληρη την έκταση του Δήμου Αθηναίων! Υπάρχουν και λειτουργούν περί τους 250 οίκους ανοχής∙ από αυτούς είναι ευρέως γνωστό ότι άδεια έχει ένας (1) και μοναδικός…

Όσο για τον περιορισμό στην έκδοση των αδειών, είναι προφανές ότι είναι δώρο ουρανόσταλτο στα κάθε λογής ανεξέλεγκτα μασατζίδικα: αφού υπάρχει η ζήτηση για αγοραίο έρωτα, θα καλυφθῄ ούτως ή άλλως. Ο νόμος (και τα δημοτικά συμβούλια που καλούνται να τον εφαρμόσουν) απλώς προτιμᾴ να στρουθοκαμηλίζῃ και να ευνοῄ κατ’ αποτέλεσμα τους σκοτεινούς καναπέδες κάποιων μπαρ από τα νόμιμα πορνεία. Η NIMBY νοοτροπία των δημοτικών μας αρχόντων τέτοια αποτελέσματα έχει.

Στο άρ. 5 προβλέπεται ότι «Η χρήση οικημάτων για άσκηση επαγγελματικού ομαδικού εταιρισμού με οποιοδήποτε μορφή, όνομα ή τίτλο απαγορεύεται». Και αυτή η διάταξη δεν προσφέρει τίποτα και μου είναι ακατανόητη. Η περιβόητη απαγόρευση του ομαδικού εταιρισμού, εκτός του ότι αφήνει τις μεμονωμένες πόρνες έκθετες στους κάθε λογής «προστάτες», έχει οδηγήσει και στην εξής παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία: υπάρχουν νόμιμες και παράνομες παρτούζες! Ναι, όπως το διαβάσατε, το ελληνικό κράτος έχει γνώμη για το σε ποιους συνδυασμούς επιτρέπται να κάνουν έρωτα επί πληρωμῄ τρία άτομα. Έτσι, για να χρησιμοποιήσω την πορνογραφική συμβολολογία, ο συνδυασμός MFΜ ή ΜΜF επιτρέπεται, ο συνδυασμός όμως FΜF ή FFM συνιστᾴ «ομαδικό εταιρισμό», απαγορεύεται και συνεπάγεται αυτόφωρο!

Τέλος πάντων, το χειρότερο έρχεται στο άρ. 6: «1. Η άδεια εγκατάστασης και χρήσης οικήματος αφαιρείται για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως τρεις (3) μήνες και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι έξι (6) μήνες, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 3, στις εξής περιπτώσεις: […] β. Όταν μέσα στο οίκημα ή εξαιτίας της χρήσης αυτού τελούνται στην περιοχή εγγύς του οικήματος αξιόποινες πράξεις ή εκδηλώνονται αταξίες αντικοινωνικού χαρακτήρα, που προκαλούν το κοινό αίσθημα ή δημιουργούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία ή τη νεολαία ή τα ήθη». Ξέχασαν το δημοκρατικό πολίτευμα…

Στο ίδιο πνεύμα πνεύμα εντάσσεται και η ποινική διάταξη του άρ. 5: «4. Με φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών τιμωρείται όποιος δημοσία παρενοχλεί το κοινό, προκαλώντας αυτό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις ή κινήσεις». Ως προς το τι προστατεύει ακριβώς αυτή η διάταξη, ο ευρών αμειφθήσεται… Πρόκειται για την διάταξη που εφαρμόζεται κυρίως εις βάρος των παρενδυσιών που κάνουν πεζοδρόμιο, για να αντιμετωπιστῄ αυτός ο μείζων κίνδυνος για την κοινωνία μας…

Για να μην παρεξηγηθώ, κανείς δεν υποστηρίζει ότι η πορνεία δεν πρέπει να υπόκηται σε απολύτως κανενός είδους περιορισμό. Υποστηρίζω όμως ότι οι περιορισμοί αυτοί αφενός δεν πρέπει να είναι ασφυκτικοί, ώστε εν τοις πράγμασιν να καταπνίγουν μια καθ’ όλα νόμιμη δραστηριότητα, αφετέρου να είναι πρακτικοί, να υπηρετούν δηλαδή κάποια σκοπιμότητα του 21ου αιώνα και των προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει.

Από οικονομικής άποψης, το αποτέλεσμα όλων αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να περιγραφῄ ως εξής: ο νόμος ανεβάζει το κόστος εισόδου στην αγορά της πορνείας σε επίπεδο ανώτερο του σημείου ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης χωρίς αποχρώντα λόγο. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργήται αναπόφευκτα μαύρη αγορά. Γυναίκες ανατολικοευρωπαϊκής κυρίως και αφρικανικής προέλευσης εξαναγκάζονται να μπουν στο κύκλωμα της παρανομίας και να αναζητήσουν προστάτη από τους αστυνομικούς ελέγχους και την απειλή της απέλασης. Δεν οφείλεται μόνο εδώ βέβαια φυσικά το φρικτό φαινόμενο του λεγόμενου trafficking, η σημερινή υποκριτική κατάσταση όμως οπωσδήποτε δεν βοηθάει: σε ποιον να αποταθῄ η παράνομη πόρνη, η πόρνη που εξαναγκάζεται από την πληθώρα των διοικητικών περιορισμών να γίνῃ παράνομη;

Δεν νομίζω λοιπόν ότι κάνω λάθος υποστηρίζοντας ότι το πιο ελεύθερο σεξ είναι δίχως αμφιβολία καλό για όλους μας και πρώτα μάλιστα για τις ιέρειες του έρωτα…

Advertisements

Ορθογραφικά

12 Μαρτίου 2008 by

Όποιος με έχει διαβάσει έστω και μία φορά, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να θυμάται όχι τις ιδέες και τις απόψεις μου, όσο την, ας πούμε ιδιόρρυθμη, ορθογραφία μου. Ο λόγος για αυτήν την υπεροχή της μορφής έναντι του περιεχομένου είναι όχι μόνο τα ελαττώματα του περιεχομένου, αλλά και ότι ακολουθώ μια αυστηρή ιστορική ορθογραφία, κατά βάσιν ίδια με αυτήν την απλής καθαρεύουσας που ίσχυε μέχρι την ράλλεια ορθογραφική μεταρρύθμιση, την οποία προφανώς δεν αποδέχομαι.

Στο άρθρο αυτό όμως δεν θέλω να αυτοδιαφημιστώ ούτε να προπαγανδίσω τα κάλλη των υπογεγραμμένων, αλλά να εκθέσω κάποιες ορθογραφικές απορίες μου, με την ελπίδα ότι κάποιος εγκρατέστερος χριστιανός θα βρεθῄ για να τις λύσῃ.

– Πώς ορθογραφείται το απαρέμφατο του αορίστου, με το οποίο σχηματίζονται οι συντελεσμένοι χρόνοι; Η κρατική δημοτική τα ορθογραφεί όλα ισοπεδωτικά σε -ει, αλλά ετυμολογικά δεν δικαιολογείται αυτό. Κάποια προέρχονται όντως από απαρέμφατα μελλοντικά σε -σειν, άλλα όμως προήλθαν από απαρέμφατα παθητικού αορίστου, γιαυτό νομίζω ότι πρέπει να ορθογραφούνται ανάλογα. Άρα: έχω αγαπήσει, έχω φιλήσει, αλλά έχω αγαπηθή, έχω φιληθή. Η διαφοροποίηση αυτή αντικατοπτρίζει, αν δεν κάνω λάθος, ακριβέστερα το ιστορικό έτυμο. Μέχρι τώρα δεν ακολουθούσα αυτόν τον κανόνα, αλλά θα αλλάξω μάλλον στο εξής γραμμή πλεύσης.

– Πώς ορθογραφείται ο μέλλοντας; Η λύση που έχω επιλέξει εγώ είναι η πιο αυστηρή και ιστορικά συνεπής. Συγκεκριμένα, γράφω π.χ. θα γράψῃ, γιατί η συνεκφορά προέρχεται ιστορικώς από μια συντετμημένη τελική πρόταση, του τύπου ήθελε ίνα γράψῃ – ήθελε γράψῃ. Η λύση αυτή ξενίζει όμως οπτικά και, το κυριώτερο, παραπέμπει σε άλλη έγκλιση, την υποτακτική αντί της οριστικής. Εξάλλου, έχει ως αποτέλεσμα ότι γράφονται διαφορετικά ομόηχοι (για τον Νεοέλληνα ομιλητή) μελλοντικοί τύποι της αρχαίας και της νέας, πράγμα που είναι και αυτό κάπως απρόσμενο. Ίσως η αναλογία θα δικαιολογούσε εδώ την απόκλιση από την ιστορική ορθογραφική ορθοδοξία. Προβληματίζομαι.

– Πώς ορθογραφούνται οι αναφορικοϋποθετικές προτάσεις; Εξαρτάται κατ’ εμέ από την έγκλισή τους, άρα από τον υποθετικό λόγο στον οποίο αντιστοιχούν. Λαμπρά, άρα: «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται» = «Αν κάποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», γιατί δεν εκφράζει το προσδοκώμενο, αλλά το πραγματικό, ενῴ το «Όποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» = «Αν κάποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» εκφράζει το προσδοκώμενο και ορθογραφείται αναλόγως. Διακρίνω λοιπόν διαφορά στο νόημα ανάμεσα στο «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», που μας λέει ότι κάποιος όντως μυγιάζεται από την στιγμή που πράγματι έχει την μύγα, και στο «Όποιος έχῃ την μύγα, μυγιάζεται», που ισοδυναμεί με το «Κάθε φορά που κάποιος έχῃ τυχόν την μύγα, μυγιάζεται».

– Πώς ορθογραφούνται οι δευτερεύουσες προτάσεις με αν/όταν/αν και/και αν, δηλαδή οι υποθετικές προτάσεις και συναφώς οι εναντιωματικές και παραχωρητικές; Το πρόβλημα εδώ είναι ότι στην νεοελληνική υπάρχει μόνο το αν ως εισαγωγικός σύνδεσμος, ενῴ έχει χαθεί το ει, οπότε μπορώ είτε να ορθογραφήσω τα πάντα με υποτακτική, επειδή το αν συντάσσεται πάντα με υποτακτική, είτε να διακρίνω την ουσία του νοήματος και να ορθογραφώ ανάλογα με τον υποθετικό λόγο, ανάλογα με το περιεχόμενο δηλαδή και όχι την μορφή. Αυτό μου φαίνεται πιο σωστό, αν και δεν το έχω ακολουθήσει ως τώρα.

– Συναφής απορία: πώς θα ορθογραφηθούν οι πλάγιες ερωτήσεις που εισάγονται με αν; Ως τώρα τις έγραφα όλες ανεξαιρέτως με υποτακτική, αλλά μάλλον δεν είναι σωστό αυτό: το νόημά τους εκφράζει πιο συχνά το πραγματικό, αντιστοιχούν δηλαδή σε ευθείες ερωτήσεις κρίσεως, οπότε η οριστική ενδείκνυται.

Αυτά τα ολίγα. Ισοσ βεβεα θα επρεπε να ακολυθισο τιν πιο δραστικι λισι κε να ξεbερδεβο με τισ πολεσ πολεσ πολιτελιεσ!


Το φαινόμενο Τσίπρα ως occasio για μία γενική πολιτική απογραφή

5 Μαρτίου 2008 by

Στην παρθενική μου εμφάνιση στο φιλόξενο συνιστολόγιό σας (καταφύγιο για τους πνευματικά κατατρεγμένους…) θα ήθελα να ασχοληθώ με το πολιτικό φαινόμενο των ημερών, τον Αλέξη. Σκοπεύω να χάσω την συνιστολογική μου παρθενία με ένα «πιασάρικο» θέμα. Οι φιλοσοφίες ίσως έρθουν αργότερα, ίσως και ποτέ.

Το φαινόμενο Τσίπρα «προβληματίζει» – όπως λέγουν οι δημοσιογράφοι – το Μαξίμου, την Χαριλάου και τον Περισσό (ως εκ …περισσού μάλλον). Τί αντιπροσωπεύει όμως ο Αλέξης; Από πού έρχεται και πού θέλει να (μας) πάει;

Είναι προφανές ότι ο Αλέξης είναι ευφυής άνθρωπος, όπως άλλωστε και ο πολιτικός του μέντορας, ο Αλέκος. Διαισθάνθηκε γρήγορα τί συμβαίνει σ’ αυτήν εδώ την χώρα, πόσο κουρασμένο είναι το πολιτικό κατεστημένο, όπως επίσης και ο λαός που ψάχνει να βρει τους Μεσσίες του στους γόνους των γνωστών οικογενειών – από φύλαρχο σε φύλαρχο πάμε, όπως σε κάθε τριτοκοσμική χώρα που σέβεται τον εαυτό της. Ο Αλέξης και ο Αλέκος είδαν ότι υπάρχει κενό. Κενό φιλοδοξιών, κενό αγωνιστικότητας και κενό υπαρξιακό. Μία κουρασμένη πολιτική τάξη βολοδέρνει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Ο Πρωθυπουργός μέχρι στιγμής δεν θέλει να αναμετρηθεί με την ιστορία, βιώνοντας προφανώς ένα υπαρξιακό δράμα «θείας» φροϋδικής προελεύσεως. Προσπαθεί να ικανοποιεί το δικό του κομματικό κατεστημένο διαρκώς, αγοράζοντας έτσι εσωκομματική ειρήνη στον χαμηλότερο δυνατό παρονομαστή. Ο ΓΑΠ …απλώς «δεν κάνει το παιδί» (κατά τον γνωστό «γερόλυκο» της πολιτικής)! Η Γενική Γραμματέας αισθάνεται άνετα με το ποσοστό της και δεν θέλει να μπαίνει σε περιπέτειες συνεργασίας με άλλους, που μπορεί να μολύνουν το ακήρατο και διαιώνιο δόγμα. Αυτές είναι οι συνιστώσες του πολιτικού μας συστήματος.

Όποιος ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, με μαχητικότητα και διάθεση ουσιαστικών κοινωνικών μεταβολών, θα κερδίσει το στοίχημα του μέλλοντος. Ο Αλέξης είναι παιδί «ζυμωμένο» στις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες. Είναι παιδί των καταλήψεων, ξέρει από κοινωνική μηχανική, είναι περισσότερο κοινωνικός παρά πολιτικός μηχανικός. Ανέβηκε πάνω στο κύμα της σύγκρουσης και έφτασε πλέον, όταν μιλάει, να του δίνουν όλοι σημασία. Βγήκε στο πεζοδρόμιο, συγκρούσθηκε με τις «δυνάμεις καταστολής», γιατί ξέρει ότι η κάθε εξουσία βασίζεται σε μία επίφαση νομιμότητας και ότι ασφαλώς καμία εξουσία δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Ξέρει δηλαδή ότι η κοινωνική δυναμική αλλάζει τις υφιστάμενες δομές. Και σ’ αυτό έχει απόλυτο δίκιο. Είναι μαρξικός και καλά κάνει. Λίγος Μαρξ δεν βλάπτει, όπως και κάποιοι άλλοι ελάσσονες πολιτικοί φιλόσοφοι ή πολιτειολόγοι. Μ’ αυτούς θα έπρεπε να είχαν ασχοληθεί και στην δεξιά, η οποία ιστορικά στην χώρα μας, και πολύ περισσότερο τώρα στην περίοδο της «ήπιας προσαρμογής», βιώνει το δικό της δράμα: ενώ διαχρονικά χαράσσει την σωστή κατεύθυνση στις βασικές επιλογές για την πορεία του τόπου (οικονομία της ελεύθερης αγοράς και ένταξή μας στην ΕΟΚ), δεν έχει επιχειρήματα, λόγω προφανούς έλλειψης καλλιέργειας των στελεχών της, για να στηρίξει τις θέσεις και τις επιλογές της. Τα στελέχη της λίγο έχουν «ζυμωθεί» στις κοινωνικές διεργασίες και δύσκολα μπαίνουν στον κόπο να πείσουν τους άλλους. Και όποιος δεν μπαίνει στον κόπο να πείσει τους άλλους, όταν μάλιστα τον πνίγει το δίκιο, στρέφεται προς τον λαϊκισμό και τις «ήπιες προσαρμογές» και τελικά χάνει το δίκιό του!

Επανέρχομαι όμως στον Αλέξη. Καθόλο το διάστημα που προηγήθηκε της ανάρρησής του στην ηγεσία του Συνασπισμού έκανε παρέα με τους «ακραίους», για να μπορέσει να ακουστεί. Σε μεγάλο βαθμό τους χρησιμοποίησε. Αυτοί έκαναν βροντερό το παρόν του, σ’ αυτούς οφείλει ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Τώρα, όμως, θα πρέπει σιγά-σιγά να εγκαταλείψει το επαναστατικό του παρελθόν (όχι πλήρως, αφού θα το θυμάται που-και-που). Τώρα πια έφτασε η ώρα της αστικοποίησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις τον ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Πολλοί θα αντιλέξουν, αλλά προβλέπω ότι σταδιακά θα αρχίσει να γίνεται περισσότερο «αστυφιλικός», για να σταματήσει να φοβίζει τους αστούς, που τους αρέσει μεν η επανάσταση, αλλά αγαπάνε εξίσου το παρκαρισμένο μερτσεντικό τους στην Φιλοθέη και δεν θέλουν να το παραχωρήσουν στο κράτος, για να αγοράζει ο Αλέξης πετρέλαιο από τον Τσάβεζ… Και ο Αλέξης τους ξέρει καλά, γι’αυτό και θα τους ικανοποιήσει, δυσαρεστώντας φυσικά τους «ακραίους», δηλαδή την εξωκοινοβουλευτική άκρα αριστερά, που δεν την ενδιαφέρει η (όποια) εξουσία. Τον Αλέξη όμως τον ενδιαφέρει. Η πορεία προς τον λαό είναι πορεία προς την εξουσία. Ήδη με την χθεσινή του εμφάνιση στο Προεδρικό Μέγαρο ο Αλέξης κάνει μία ανεπαίσθητη στροφή (σ’ αυτές τις τακτικές, λεπτές μεταμορφώσεις θα πρέπει να συνηθίσουμε στο εξής): εξερχόμενος από το Μέγαρο μιλάει, για πρώτη φορά, για έναν «νέο πατριωτισμό» που έχει ανάγκη ο τόπος και φοράει πλέον πουκάμισο με το γνωστό αλογάκι.

Όσο περνάει ο καιρός, λοιπόν, ο Αλέξης όλο και περισσότερο θα πλησιάζει προς το κέντρο, κλέβοντας ένα κομματάκι από την εκκλησία-Πασόκ και επιστρέφοντας αμέσως πίσω στην αριστερή φωλιά του. Και όσο παραμένει στο Πασόκ ο ΓΑΠ, ο Αλέξης θα έρχεται πιο κοντά στην εξουσία. Αυτά είναι μάλλον προφανή…

Απομένουν όμως τρεις σοβαρές διευκρινίσεις, για να μην παρεξηγηθώ:

α. Η όλη τακτική του Αλέξη και του Αλέκου δεν έχει πολιτικά τίποτε το μεμπτό. Ληστεύουν «εκκλησίες» οι άνθρωποι και καλά κάνουν. Είναι, επίσης, παρήγορο για την αριστερά στον τόπο μας ότι, παρ’ όλο τον κρατισμό της και τη στείρα άρνησή της απέναντι σε κάθετι καινούργιο, τόλμησε ένα προοδευτικό βήμα και ανέδειξε ως ηγέτη της ένα νέο άνθρωπο, με συγκρότηση, λόγο και παρουσία (αυτές τις ιδιότητες δύσκολα μπορεί να τού τις αρνηθεί κανείς). Τούτο για τα υπόλοιπα κόμματα είναι αδιανόητο. Αυτά χρησιμοποιούν και προωθούν είτε γόνους των γνωστών οικογενειών είτε τραγικές (και αντιαισθητικές) φιγούρες του κομματικού σωλήνα ή δημοσιογράφους του εκδοτικού-μιντιακού κατεστημένου (φταίει βεβαίως και ο κόσμος που τους ψηφίζει). Για τους άλλους δεν υπάρχει στον ήλιο μοίρα. Και εδώ ο Συνασπισμός και τα στελέχη του κάνουν ένα επαναστατικό βήμα και μπράβο τους.

β. Σε επίπεδο ουσίας, εντούτοις, ο Αλέξης δεν λέγει τίποτε καινούριο, απλώς συνεχίζει πιστά το έργο της ανάσχεσης οποιασδήποτε προόδου στην χώρα. Συντάσσεται με τον κρατισμό και τους κρατικοδίαιτους (βλ. την πρόσφατη έφοδο στην ΔΕΗ), που αυτοί ουσιαστικά – και όχι αφηρημένα το σύστημα! – βασανίζουν την γενιά των 700 ευρώ. Μια γενιά που της βγαίνει η ψυχή για τα προς το ζήν και έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά τους προνομιούχους συνδικαλιστές των μεγάλων δημοσίων οργανισμών, με τους οποίους συντάσσεται ο Αλέξης. Από τις συνεχείς απεργίες ή καταλήψεις σε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες δεν πλήττεται ο Σωκράτης, ο Βαρδής ή η Γιάννα, αυτοί έχουν τα λεφτάκιά τους να στείλουν τα παιδιά τους στα καλλίτερα (ιδιωτικά) σχολεία ή πανεπιστήμια ή να νοσηλευθούν στα καλλίτερα νοσοκομεία του κόσμου. Αυτοί που πλήττονται είναι οι μικρο-μεσαίοι, οι μικρο-αστοί, που ζουν και τον πρόσθετο εφιάλτη της ανεργίας, κυρίως επειδή κάποιοι μάχονται λυσσαλέα την ελεύθερη οικονομία και την κάθε μορφής δημιουργικότητα (για να διατηρήσουν φυσικά τα δικά τους προνόμια).

γ. Βεβαίως, ο Αλέξης την δουλειά του κάνει. Τα δύο μεγάλα κόμματα τού έχουν ανοίξει διάπλατα την πόρτα με την στάση τους να απομονώνουν κάθε γνήσια λιμπεραλιστική φωνή (είτε δεξιόθεν είτε αριστερόθεν), που αποτάσσεται τον κρατισμό, τάσσεται υπέρ της ελευθερίας ως θεμελιώδους αρχής στην κοινωνία μας, υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και προτείνει μία περισσότερο εξωστρεφή εξωτερική πολιτική χωρίς φοβικά και μειονεκτικά σύνδρομα, σαν αυτήν που εισηγείται ο συνιστολόγος Αναγνωστόπουλος. Φωνάζει π.χ. ο Μάνος για τις προκλητικές αμοιβές των συμβολαιογράφων ή το 3% των άνευ παραστατικών εξόδων των επιχειρήσεων των ΜΜΕ, αλλά η καθεστηκυία τάξη κωφεύει και κάνει ωσάν περί άλλα να τυρβάζει. Συντηρεί προκλητικά προνόμια υπέρ ολίγων και ετοιμάζεται να δρέψει τους καρπούς της παντελούς έλλειψης ιδεολογίας που την διακρίνει: θα συρθεί κάποια στιγμή να συγκυβερνήσει με τον Αλέξη, είτε το θέλει είτε όχι.

Το τελευταίο δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, αλλά μπορεί να αποτελέσει άσχημη εξέλιξη για τον τόπο, αν δεν υπάρξει ιδεολογικός αντίλογος, γνήσια λιμπεραλιστικός, που θα αντικρούει και θα εξισορροπεί, ακόμη και στο πλαίσιο μιας συγκυβέρνησης, τις σοσιαλεπώνυμες ονειροπολήσεις. Ζούμε πλέον σε ένα νέο περιβάλλον, με βαλκάνιους γείτονες στα βόρεια σύνορά μας, που κάθε άλλο παρά συμπλεγματικοί είναι και τρέχουν με γοργό βήμα προς το μέλλον, διψώντας για διακρίσεις και ευημερία. Κι εμείς τί κάνουμε; Βάζουμε λουκέτο παντού. Κυρίως στα όνειρα των νέων ανθρώπων για ένα δημιουργικό αύριο…

Ευχαριστώ για την ανοχή σας!

Το σώμα θύσεις τουμόν, ουχί τούνομα

24 Φεβρουαρίου 2008 by

Τις τελευταίες ημέρες εκτός από την τραγῳδία του Κοσσυφοπεδίου, παίζεται στο διεθνές θέατρο το παλιό και αγαπημένο σατυρικό δράμα του Μακεδονικού σε πολλοστή επανάληψη. Οι θεατές χασμώνται ελαφρώς, αλλά αποδίδουν τον προσήκοντα φόρο τιμής στα ιερά τέρατα της διεθνούς υποκριτικής που ερμηνεύουν τους χαρακτήρες. Ας γράψω και γω μια ταπεινή κριτική.

Η ΠΓΔΜ είναι ζωτική για την ασφάλειά μας και αποτελεί τα τελευταία χρόνια τον αδύναμο κρίκο των δυτικών Βαλκανίων, καθώς βρίσκεται στο σημείο ζεύξης δύο αντίρροπων εθνικισμών, του αλβανικού και του σλαβομακεδονικου. Είτε μας αρέσει είτε όχι, πρέπει να διαλέξουμε άλογο σε αυτήν την ιπποδρομία. Η κύρια αλυτρωτική και αναθεωρητική δύναμη στην χερσόνησό μας είναι οι Αλβανοί (όχι σώνει και καλά η Αλβανία!), ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις μας, καλώς ή κακώς. Αν μας αρέσει το status quo, που νομίζω μας αρέσει, πρέπει εκείνους να αναχαιτίσουμε και όχι τους δημογραφικά άκακους Σλαβομακεδόνες (στο εξής: Σ/Μ). Η ΠΓΔΜ, αν δεν συνεχίσῃ τον βίο της ως ανεξάρτητο κράτος, θα γίνῃ επαρχία βουλγαρική ή αλβανική. Είναι οφθαλμοφανώς προτιμώτερος ο Σ/Μ μεγαλοϊδεατισμός από οποιονδήποτε άλλον. Εθνικιστές και ονειροπόλοι υπάρχουν παντού, η παρούσα δεξιά κυβέρνηση της ΠΓΔΜ ασφαλώς και δεν έχει δειχθεί απρόσβλητη στο μικρόβιο, ας φανούμε έξυπνοι διαλέγοντας τους πιο αδύναμους. Η ΠΓΔΜ λειτουργεί αντικειμενικά σαν απορροφητήρας των εθνικιστικών κραδασμών. Γιατί να θέλουμε να αναλάβουμε εμείς αυτόν τον θεάρεστο ρόλο με την διάλυσή της;

Είναι προς το απόλυτο συμφέρον μας η ύπαρξη ενός μικρού, αλλά βιώσιμου Σ/Μ κράτους (όχι κρατιδίου, ούτε κρατικού μορφώματος, λίγος σεβασμός δεν βλάπτει και είναι και δωρεάν), οικονομικού δορυφόρου και ενεργειακά εξηρτημένου από εμάς, που θα προσβλέπῃ στην δική μας βοήθεια για να ενταχθῄ στις δυσώνυμες ευρωατλαντικές δομές και να προασπίσῃ την ανεξαρτησία του από την παλαιά βουλγαρική και την νεώτερη αλβανική απειλή.

Προσοχή: χρησιμοποιώ επιχειρηματολογία καθαρά ψυχρή, αντιπαθητική και πραγματιστική, προσανατολισμένη στο δικό μας εθνικό συμφέρον. Θα μπορούσα να γράψω αρκετά ακόμα για το δικαίωμα κάθε έθνους να αυτοπροσδιορίζεται και, γιατί όχι, να λέῃ και ψέμματα στον εαυτό του. Κάτι θα ξέρουμε και μεις.

Και κάτι τελευταίο, μιας και η ονοματολογία έχει επανέλθει δριμύτερη: Τόσο η ελληνική όσο και οι σλαβικές γλώσσες δεν έχουν τσιτακίσει την συλλαβή που γράφτηκε στα λατινικά με ce και προφέρεται από όλους τους δυτικούς πλέον ως τσε, σε ή κάτι παρόμοιο. Αυτή η μικρή διαφοροποίηση μπορεί να κάνῃ την διαφορά. Η τσιτακισμένη Μακεδονία (Macedonia, Macedoine, Mazedonien ή όπως αλλιώς) θα παραμείνῃ σε όλες τις γλώσσες η παλιά, καλή ιστορική Μακεδονία, αυτή που μας ενδιαφέρει και αυτή για την οποία δικαίως κοπτόμεθα. Η ολοκαίνουργια Μακεδονία τώρα, αυτή των Σ/Μ και Α/Μ γειτόνων μας, του Γκότσε Ντέλτσεφ, αλλά και της ζάβαλης μάικως, του υπερεθνικιστών μεταναστών στο Τορόντο, αλλά και του Τόνι Σαβέφσκι, θα είναι η Makedonia, Makedoine, Makedonien, ώστε να αποδίδεται πιστότερα και ο ήχος του ονόματος και στην ίδια την Σ/Μ γλώσσα/διάλεκτο. Δύο Μακεδονίες σε κάθε γλώσσα, μία παλιά, μία νέα, και άσε τους ιστορικούς να βγάλουν τα μάτια τους μετά. Περισσότερο μάλιστα τους Σ/Μ με τους Βουλγάρους παρά με τους Έλληνες.

Για να μην αναλωνώμαστε λοιπόν σε σκιαμαχίες και να μην μαχώμεθα περί των ονομάτων: εάν μπορούσε το ζήτημα του ονόματος να διαχωριστῄ σε ικανοποιητικό βαθμό από το ιστορικό-εθνολογικό θέμα δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να ονομαστούν και «Πλατεία Συντάγματος» άμα τους κάπνιζε. Θεωρώ ότι αυτό είναι καθ’ όλα δυνατόν, προς το συμφέρον ημών και αυτών και ad maiorem gloriam Dei. Η επίσημη αναγνώριση πρέπει να γίνῃ με το επίσημο όνομά τους, αποδιδόμενο στα ελληνικά ως Δημοκρατία της Μακεδονίγιας. Ως εθνωνυμικά ας χρησιμοποιούμε τα Σ/Μ και Α/Μ. Εμείς τώρα μεταξύ μας μπορούμε να τους λέμε και Βλαχομπόγδανους, αν δεν μπορέσῃ ποτέ βρε παιδί μου να μας φύγῃ το σύμπλεγμα.

Όλοι ικανοποιημένοι;


mace0001.gif

Ο Ορέστης το θέτει εύστοχα εκεί στον στ. 504 της Ιφιγένειας της εν Ταύροις. Σημασία δεν έχει το σημαίνον, αλλά το σημαινόμενο.

Το Κοσσυφοπέδιο γίνεται Κόσοβο

18 Φεβρουαρίου 2008 by

Χτες το Κοσσυφοπέδιο της ιστορίας, των μεσαιωνικών σερβικών θρύλων και της μυθικής μάχης του 1389 έγινε Κόσοβο του σήμερα και του μέλλοντος, της Λίγκας του Πρίζρεν και της πλειοψηφίας του 90% των κατοίκων του. Το τι προηγήθηκε, δίκαιο ή άδικο, όχι μόνο τα τελευταία εννιά χρόνια, αλλά μάλλον τα τελευταία ενενήντα χρόνια δεν είναι της στιγμής. Αν θεωρήσουμε δεδομένη την ανεξαρτησία, τι μέλλει γενέσθαι στο κοντινό μέλλον; Ο Γ΄ Βαλκανικός Πόλεμος ή η Έκτη Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Μερικές παρατηρήσεις:

α. Η μακρά διαδικασία των διαπραγματεύσεων ώδινεν μυν και έτεκεν όρος. Το σχέδιο Αχτισάρι, το οποίο αποδέχθηκαν οι Κοσσυφοπέδιοι, προέβλεπε μια ολίγον έγκυο και υφ’ όρους ανεξαρτησία (πολύ πραγματικώτερη εκείνης που προέβλεπε το σχέδιο Άναν βέβαια). Η πλήρως αρνητική στάση των Σέρβων ασφαλώς συνετέλεσε σε αυτό. Ούτε όμως η μονομερώς ανακηρυχθείσα ανεξαρτησία της 17 Φεβ 08 δεν είναι στην πραγματικότητα πλήρης, καθότι εξαρτάται από την ευρωπαϊκή αποστολή, την νατοϊκή προστασία και την διεθνή οικονομική βοήθεια, είναι όμως κάτι παραπάνω. Το Κοσσυφοπέδιο χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη για να μην γίνῃ το κοσσυφοπεδικό, ακόμα ένα χρονίζον πρόβλημα της διεθνούς πολιτικής.

β. Η αναλογία και η ομοιότητα με την Κύπρο είναι διπλή: οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να παραλληλιστούν όχι μόνο με τους Κοσσυφοπέδιους σε σχέση με την Σερβία, αλλά ακόμη περισσότερο με τους Σέρβους του Β. Κοσσυφοπεδίου σε σχέση με το Κόσοβο. Οι πλειονότητες που γίνονται μειονότητες σαν μπάμπουσκες περιπλέκουν την κατάσταση. Οι εγκλωβισμένοι Σέρβοι οδηγούνται σε μια εθελοντική «απομόνωση» παρόμοια εκείνης των Τουρκοκυπρίων∙ τι θα συμβῄ αν 11 χρόνια μετά ακολουθήσῃ μια ανάλογη σερβική «ειρηνευτική επιχείρηση»;

γ. Το αλβανικό κράτος έχει επιδείξει έως σήμερα υπευθυνότητα και ψυχραιμία αξιέπαινη. Ούτε πανζουρλισμός στους δρόμους ούτε εθνικιστικές μεγαλοστομίες ούτε αλβανικός στρατός στην Πρίστινα. Δεδομένου όμως ότι ο Κόσοβο δεν είναι το αντίστοιχο μιας «μικράς Ελλάδος», αλλά μάλλον μια «δεύτερη Αλβανία», είναι ενδιαφέρον να δούμε προς τα πού θα κινηθῄ το πράγμα. Κι αν η Αλβανία γίνῃ ένα «δεύτερο Κόσοβο»;

δ. Η βόρεια ακατονόμαστη γείτων ανησυχεί. Και εύλογα. Οι Κοσοβάροι έχουν τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και του ζηλωτή, έχουν εκλέξει πολέμαρχους για αρχηγούς τους, νιώθουν ότι οι μεγάλοι της Γης θα τους υποστηρίξουν σε ό,τι και να κάνουν. Η σταθερότητα της βόρειας Μακεδονίας θα έπρεπε να είναι πρώτιστος στόχος της βαλκανικής πολιτικής μας∙ αντ’ αυτού εμείς κουτσαβακικώς αρνησικυρούμε.

ε. Το νεογνό κράτος χρειάζεται βοήθεια για να σταθῄ στα πόδια του. Και θα ευγνωμονῄ για αυτήν για πολύ. Είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να αναγνωρίσῃ μεταξύ των πρώτων το Κόσοβο, πιέζοντας ταυτόχρονα για την προστασία της σερβικής και των άλλων μειονοτήτων. Η φιλία της Ελλάδας προς την Σερβία μπορεί να εκφραστῄ με την αποστολή υπαλλήλων, διοικητικών και αστυνομικών, στην Μιτρόβιτσα και την προώθηση της ευρωπαϊκής υποψηφιότητας της Σερβίας.

στ. Στο μυαλό πολλών υπάρχει η σκέψη του ασκού του Αιόλου. Αν ναι στο Κόσοβο, γιατί όχι στην Τσετσενία, στην Ταταρία, την Αμπχαζία, το Κουρδιστάν; Αλλά και: γιατί όχι στην Φλάνδρα ή στην Καταλωνία; Η καθυστέρηση του Κοσόβου εξαναγκάζει την Ευρώπη να ασχοληθῄ ξανά με το πρωτοεθνικιστικό στάδιο, την στιγμή που νόμιζε ότι είχε φτάσει πλέον στο μεταεθνικιστικό. Αν μπορεί να συναχθῄ ένας κανόνας από την «μοναδικότητα» του Κοσόβου, είναι ότι η εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας προϋποθέτει τον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων των μελών των μειονοτήτων της που τυγχάνουν τοπικές πλειοψηφίες. Το πού θα εφαρμοστῄ ο κανόνας αυτός όμως μάλλον δεν πρόκειται να το αποφασίσουμε εμείς.

ζ. Δυο λόγια για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι διαδηλωτές Κοσοβάροι κρατούσαν αμερικανικές (περισσότερες) και ευρωπαϊκές (λιγώτερες) σημαίες. Είναι στο χέρι της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιστραφῄ αυτή η αναλογία∙ θα έλεγα μάλλον ότι είναι καθήκον της να το επιτύχῃ αυτό. Έναν τρόπο μπορώ να σκεφτώ εύκολα: Η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο, η Αλβανία, η Μακεντονίγια θα ενταχθούν στην Ένωση ως μέλη του ίδιου κύματος διεύρυνσης και όχι χωριστά. Ας διασπαστούν όσο θέλουν και ας κάνουν όσους μικροεμφύλιους ανταρτοπόλεμους θέλουν∙ η μοίρα τους θα είναι κοινή και ευρωπαϊκή.

η. Κρατούσαν και βρετανικές σημαίες οι Κοσοβάροι. Αυτή η σημαία θα ανήκῃ μάλλον σε κάποια χώρα εκτός Ε.Ε.

θ. Εμείς οι Έλληνες έχουμε μια συναισθηματική ροπή προς τους Σέρβους και δεν εξαιρώ φυσικά ούτε τον εαυτό μου (το αξίζουν μόνο και μόνο για το μπάσκετ, διάολε!). Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε όχι μόνο τα εγκλήματα του εθνικισμού τους, όχι μόνο τα τακτικά διπλωματικά τους λάθη, αλλά και να προσαρμοστούμε στην πραγματικότητα και να κοιτάξουμε μπροστά. Μόνο έτσι θα βοηθήσουμε αποτελεσματικά και τους φίλους μας τους Σέρβους.

Περί εκλογών ΔΣΑ

13 Φεβρουαρίου 2008 by

Πολλά τα δεινά κοὐδέν δικηγόρου δεινότερον πέλει, λέει η παροιμία.

Στις 24 και 25 Φεβ 08 ψηφίζουν (-με) οι Αθηναίοι δικηγόροι τους εκπροσώπους μας. Ομολογώ ότι είναι μια εκλογή που μου προκαλεί αμηχανία. Όχι μόνο επειδή δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα με τα κοινά μας, δηλαδή με τους γόνους επιφανών οικογενειών και επιτυχημένων πατέρων, τους εργατικολογοπατέρες και την κάθε ξανθιά μπίμπω που εκτίθεται ως υποψήφια, αλλά και επειδή δεν νομίζω ότι γίνεται συζήτηση για τα θέματα που με ενδιαφέρουν ως δικηγόρο.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα ψήφιζα όποιο συνδυασμό θα υποστήριζε ταυτόχρονα τις εξής θέσεις:

– Κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης δικηγόρου σε συμβολαιογραφικές δικαιοπραξίες σχετικές με ακίνητα.

– Κατάργηση του συστήματος της κατώτατης αμοιβής.

– Κατάργηση της οργάνωσης των δικηγόρων ανά Πρωτοδικεία και των περιορισμών του ανταγωνισμού που συνδέονται με αυτήν.

– Περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας περί δικηγορικών εταιρειών.

– Ουσιαστική αναβάθμιση των εξετάσεων των ασκουμένων δικηγόρων∙ αλλιώς κατάργησή τους.

– Συγχώνευση του μερίσματος και του βοηθήματος που δίνεται σε όσους δικηγόρους έχουν ως επτά έτη δικηγορίας σε ενιαίο βοήθημα, χορηγούμενο μόνο σε δικηγόρους έως δεκαετίας.

Μάλλον δεν θα ψηφίσω φέτος…

Ευρωτουρκικά

2 Φεβρουαρίου 2008 by

Έχουν κλείσει πια δύο χρόνια από την περιφανή νίκη των εβετζήδων στην ευρωπαϊκή σύνοδο του Λουξεμβούργου. Μέρες ευφορίας τότε για τους φιλότουρκους Ευρωπαίους, και δη και τους Έλληνες. Ας θυμηθούμε, σαν ευτυχή χρυσόψαρα που είμαστε, τι μεσολάβησε αυτά τα δύο χρόνια.

02266496_400.jpg


Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα απαγορεύθηκε στην Τουρκία κατά διαστήματα το
wordpress και το youtube. Τα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα παρέμειναν αποκλεισμένα από τους τουρκικούς προορισμούς, παρά τις επανειλημμένες περί του αντιθέτου δεσμεύσεις. Αποκεφαλίστηκαν Τούρκοι προσήλυτοι. Δολοφονήθηκαν Αρμένιοι δημοσιογράφοι και Ιταλοί ιερείς. Ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα Έλληνες δημοσιογράφοι. Το άρ. 301 τουρκΠΚ δεν καταργήθηκε. Η Αρμενική Γενοκτονία δεν αναγνωρίστηκε. Ο τουρκικός στρατός κατοχής των 40.000 ανδρών παραμένει σε κυπριακό έδαφος. O τουρκικός στρατός κατοχής του ιρακινού Κουρδιστάν ετοιμάζεται. Η τουρκική νεολαία πλημυρίζει τους δρόμους μόνο για να γίνῃ στρατιωτική εισβολή στο Ιράκ ή για να γίνῃ σεβαστή εις τους αιώνας των αιώνων η βούληση του Κεμάλ Ατατούρκ. Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση απηύθυνε και νέο κάσους μπέλλι. Ο Σγος Ηλιάκης δολοφονήθηκε. Ο κεμαλικός Μανολιός έβαλε τα ισλαμικά του ρούχα αλλιώς. Ο μύθος του Λευκού Τούρκου χλόμιασε.

Αλήθεια, αν το τουρκικό καθεστημένο, η τουρκική άρχουσα τάξη, ο τουρκικός λαός δεν ήθελαν την προσχώρηση στην ΕΕ, πόσο πιο σαφείς θα μπορούσαν να είχαν γίνει;

Η Τουρκία δεν ανήκει στην Ευρώπη. Ούτε γεωγραφικά (όπως δεν ανήκει η Ισπανία στην Αφρική και η Γαλλία στην Αμερική) ούτε πολιτισμικά –ναι, πολιτισμικά. Σήμερα επιτέλους δεν αντιμετωπίζεται (νομίζω!) σαν λεπρός όποιος αναφέρεται στην κοινή πολιτιστική εμπειρία των ευρωπαϊκών λαών και επιχειρεί να την οροθετήσῃ. Η ένταξη της Τουρκίας θα προκαλούσε μύρια όσα προβλήματα και στην ίδια, αλλά και στην Ε.Ε. Θα ανακούφιζε ενδεχομένως κάποιους περιδεείς και εμπερίστατους στο ΥπΕξ, αλλά θα σήμαινε το τέλος της Ευρώπης ως οράματος κοινής πατρίδας.

Η Ελλάδα έχει μείνει απελπιστικά μόνη στην πάσῃ θυσίᾳ προώθηση της υποψηφιότητας της Τουρκίας. Αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για ένα χαμένο σκοπό και κυρίως για ένα βαθύτατα αντιευρωπαϊκό σκοπό. Extra Europam nulla salus!, ανακράζουν έμφοβοι. Είναι όμως ίδιον των υπεύθυνων πολιτικών να αναγνωρίζουν τα σφάλματά τους. Ό,τι καρπούς είχε να αποδώσῃ στην Ελλάδα η μικρο-πολιτική αυτή τακτική, ευφυής ως ένα σημείο, απέδωσε. Είναι καιρός όμως να ασχοληθούμε πιο σοβαρά και με την μακρο-πολιτική. Είναι καιρός να κατεβούμε από το εδώ και καιρό εκτροχιασμένο τραίνο της τουρκικής υποψηφιότητας. Είναι καιρός να προτάξουμε το ευρωπαϊκό συμφέρον του ελλαδικού.

ΚΤ και Μυρτώ: Ένα ειδύλλιο

29 Ιανουαρίου 2008 by

Στο έργο του Herr und Hund- Ein Idyll (μτφρ. Σκύλος και Αφέντης, Γ. Δεπάστας-εκδ. μεταίχμιο 2006), o Τόμας Μαν αναδεικνύεται σε πραγματικό ανατόμο της ψυχολογίας του σκύλου του, Μπάουσαν, και σε εξαιρετικό αφηγητή ενός «ειδυλλίου», όπως ονομάζει τη σχέση του με τον πιστό του φίλο (παίζοντας με τη διπλή έννοια του όρου). Διάβασα πριν από λίγες μέρες αυτό το μικρό βιβλίο και αναρωτήθηκα πώς δεν το είχα τόσον καιρό ανακαλύψει. Έχω, βλέπετε, κι εγώ έναν σκύλο με τον οποίο περνώ ευχάριστες ελεύθερες ώρες, ειδικά τον τελευταίο καιρό: τη Μυρτώ της φωτογραφίας…

Νομίζω ότι κάθε ιδιοκτήτης σκύλου οφείλει να διαβάσει το διήγημα του Μαν. Θα βρει σε αυτό απίστευτα λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές της συμπεριφοράς και των συνηθειών ενός σκύλου, οι οποίες μολονότι θα του είναι οπωσδήποτε γνωστές, δεν αποδίδονται εύκολα από τον καθένα, με λόγια. Η πένα του Μαν όμως κατορθώνει να περιγράψει όλες αυτές τις συνήθειες με τρόπο μοναδικά γλαφυρό: Ο ιδιόμορφος χορός του σκύλου όταν βλέπει τον αφέντη του για πρώτη φορά στη διάρκεια της μέρας ή μετά από μεγάλα διαστήματα απουσίας, τα συνεχή χασμουρητά του από ανία όταν χάνει τη βόλτα του, τα χοροπηδητά από χαρά και οι ξαφνικές, αυτοσχέδιες ξάπλες με τις οποίες προ(σ)καλεί το αφεντικό του να παίξει μαζί του είναι μόνο κάποιες από αυτές τις συνήθειες που το ταλέντο του Μαν καταφέρνει να αναπαραστήσει με τα ζωηρότερα χρώματα.

Αλλά και η περιγραφή από τον συγγραφέα της πλευράς του κυρίου του σκύλου δεν υστερεί σε αξία: Η συνεχής προσπάθεια του κυρίου να επιτύχει ισορροπία και να επιβάλει κανόνες στη σχέση του με το σκύλο, οι τύψεις του όταν αναγκάζεται να του αρνηθεί τη βόλτα ή την είσοδο στο δωμάτιο ή τον αφήνει σε ξένα χέρια για περίθαλψη, ακόμη και η εσωτερική βασανιστική του πάλη με αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι τελικά ένας κύριος «αντάξιος» των ιδιαιτεροτήτων και φυσικών χαρισμάτων του σκύλου του– όλες αυτές οι αναφορές του Μαν ολοκληρώνουν τη λεπτεπίλεπτη ανατομία του «ειδυλλίου» της κατοχής ζώου συντροφιάς, καλύπτοντας πλήρως και την πλευρά του κυρίου…

Πολύν καιρό προτού διαβάσω το Herr & Hund, ένα απόγευμα και καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που η Μυρτώ αντιδρά κάθε φορά που αντικρίζει ηλεκτρική σκούπα, έγραψα ένα μικρό ποίημα περιγράφοντας τη σχετική σκηνή. Αν κανείς σκεφτεί ότι η λογοτεχνία του Μαν αφορά έναν «σκύλο αυλής» τον Μπάουσαν που ζει κοντά στη φύση ενώ η δική μου πρόχειρη στιχουργία έναν «σκύλο σαλονιού» που αδυνατεί να συμβιβαστεί με τη νεότερη εξέλιξη της τεχνολογίας, τότε αποτρέπεται μια πιθανή σύγκρισή μου με τον Μαν (που θα με συνέτριβε!). Επιτυγχάνεται αντίθετα, μια επαλήθευση του «ειδυλλίου» μεταξύ σκύλου και αφέντη στο πέρασμα του χρόνου, ενόσω αλλάζουν τα πρόσωπα, τα είδη των σκύλων και τα λογοτεχνικά διαμετρήματα! Και μαζί, καταφέρνω να αποτίσω -μέσω Συνιστολογίου- τον προσωπικό μου φόρο αγάπης σ’έναν πιστό σύντροφο…

Μυρτώ

 «Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι σάντσοι ακολουθάνε»

Κ.Ουράνης

Ο σκύλος μου ο Δον Κιχώτης
ψηλά σηκώνει το κεφάλι
τη σκούπα βλέποντας και πάλι
να τρέχει, την ηλεκτρική
στο πάτωμα και το χαλί
ουρλιάζοντας απ΄το θυμό της

Στο σιδερένιο της το σώμα
βλέπει τον άσπονδο εχθρό του
πάνοπλο, στο άρμα το κλειστό του
φωτιά να σπέρνει και καπνούς
μες στης φυσούνας τους αρμούς
σκόνη στριμώχνοντας και χώμα

Τ’αυτιά τεντώνοντας ο ιππότης
γαβγίζει άγρια γι’αρχή
στυλώνοντας το ωραίο κορμί
και θέση παίρνοντας για μάχη
που θα κερδίσει όπως και να ‘χει
η ασύγκριτή του γενναιότης

Και σαν η σκούπα υποχωρήσει
και μπει ξανά στην αποθήκη
γιορτάζει ο ήρωας τη νίκη
τρώγοντας μέσα στο λεπτό
το γεύμα που του έχω εγώ
ο Σάντσο-Πάντσα εξασφαλίσει

Ο σκύλος μου ο Δον Κιχώτης
κοιμάται τώρα στο πλευρό μου
κι αναρωτιέμαι για καλό μου
αν όντως ζει μια φαντασία
ή αν έχει πιάσει την ουσία
που έχει χάσει η Ανθρωπότης

Αν φέρει στην ψυχή τους νόμους
που τους αναζητούν οι πάντες
δίχως να ξέρει τον Θερβάντες
δίχως να έχει λογική
αν υπακούει στην Αρχή
την άγνωστη στους ιπποκόμους

Ο Επιμενίδης, η Ντόρα και ο Αντώναρος

10 Ιανουαρίου 2008 by

Το αυτί μου έπιασε σήμερα στην TV δύο δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών. Θέλω να τις σχολιάσω εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα χρονιά στο Συνιστολόγιο με πολιτική κριτική.
Είπε ο κ. Αντώναρος: «Όπως γνωρίζετε εγώ δεν σχολιάζω τοποθετήσεις τις οποίες κάνουν οι υπουργοί. Είναι γνωστό ότι αυτή η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κ.Καραμανλή, και όλα τα μέλη της κυβέρνησης μιλάνε πάντα τη γλώσσα της αλήθειας». [δήλωση 1]

Είπε η κ. Ντόρα Μπακογιάννη: «Οι πολιτικοί δεν τολμούν να μιλήσουν καθαρά. Η κοινή γνώμη υποστηρίζει ότι δεν αξίζει να ακούς έναν πολιτικό γιατί όλοι λένε ψέματα». [δήλωση 2]

Οι παραπάνω δηλώσεις παρουσιάζουν πολυδιάστατο ενδιαφέρον. Θα αναφερθώ μόνο σε ορισμένες λογικές και πολιτικές πτυχές αυτού του ενδιαφέροντος.

Δήλωση 1:
Στη δήλωση 1 υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση: Από τη μια ο κ. Αντώναρος λέει ότι δεν σχολιάζει δηλώσεις υπουργών και από την άλλη σχολιάζει ακριβώς αυτές τις δηλώσεις, λέγοντας ότι οι τελευταίες δεν είναι ποτέ ψευδείς. Εκτός τούτου, ο κ. Αντώναρος φαίνεται να ξεχνά ότι και ο ίδιος ανήκει υπό εύλογη έννοια στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου η δήλωση 1 αποτελεί δήλωση κυβερνητική. Έτσι, η περί αληθείας των κυβερνητικών δηλώσεων δήλωσή του, καταλαμβάνει και τον εαυτό της. Ο κ. Αντώναρος εγγυήθηκε την αλήθεια της προσωπικής του δηλώσεως περί της αλήθειας των κυβερνητικών δηλώσεων μέσω της τελευταίας. Ποιόν να έπεισε άραγε;

Δήλωση 2:
Η δήλωση αυτή, νομίζω ότι ισοδυναμεί -σε μια εύλογη ερμηνεία- με τη δήλωση «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς». Την ερμηνεία αυτή δέχτηκαν πράγματι και τα περισσότερα ΜΜΕ ως εύλογη. Το βασικό πρόβλημα της 2 αν διαβαστεί έτσι (και δεν βλέπω άλλον τρόπο να διαβαστεί), είναι ότι αποτελεί και αυτή μια πολιτική δήλωση. Το ερώτημα λοιπόν, είναι γιατί να μην δεχθεί κανείς ότι η δήλωση 2 ανήκει στις ψευδείς πολιτικές δηλώσεις την ύπαρξη των οποίων η ίδια ισχυρίζεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κ. Μπακογιάννη ψεύδεται ότι «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς» και επομένως αληθεύει ότι «Ουδεμία πολιτική δήλωση είναι ψευδής». Πώς μπορεί όμως τότε η κ. Μπακογιάννη να λέει ψέματα;

Στα παραπάνω νομίζω ότι από λογικής απόψεως λανθάνει το γνωστό από την αρχαιότητα παράδοξο του ψευδομένου (ή του Επιμενίδη). Πληρέστερη ανάλυση αυτού του παραδόξου δεν μπορεί εδώ να γίνει, αρκεί όμως να επισημανθεί ότι η λύση του στην επιστημολογία, επιχειρήθηκε κυρίως μέσω της διάκρισης δύο διαφορετικών επιπέδων γλώσσας (γλώσσα αντικείμενο-μεταγλώσσα: Μεταγλώσσα είναι η γλώσσα στην οποία γίνεται λόγος για τις προτάσεις μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας-αντικειμένου). Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία και για την πολιτική κριτική των δηλώσεων 1 και 2, στην οποία περνώ αμέσως.

Είναι οφθαλμοφανές, ότι στις δηλώσεις 1 και 2 των Αντώναρου και Μπακογιάννη, κρύβεται μια πολύ «κακή» συνήθεια των Ελλήνων πολιτικών, την οποία ο πολύς κόσμος δεν συνειδητοποιεί και ο τύπος δεν έχει στηλιτεύσει επαρκώς (γι’αυτό και η συνήθεια διατηρείται): Πρόκειται για τη συνήθειά τους να μιλούν για τους εαυτούς τους και τις δηλώσεις τους αντί να ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας γύρω τους. Να περιστρέφονται αμέριμνοι γύρω από τον προσωπικό τους άξονα, αγνοώντας όχι μόνο λογικά παράδοξα (αυτό είναι το λιγότερο!) αλλά και παράλογες καταστάσεις της καθημερινότητας, τις οποίες θα έπρεπε να εξαλείφουν ή να περιορίζουν. Να πουλάνε δήθεν ειλικρίνεια αναφερόμενοι στις δηλώσεις τους με νέες δηλώσεις, που όμως ουδένα αφορούν: Γιατί ουδείς ζήτησε από την κ.Μπακογιάννη να μας κάνει κοινωνιολογική ανάλυση σχετικά με το αν οι πολιτικοί λένε αλήθεια ή ψέματα (και θα ήταν βλακώδες να ζητήσει κανείς από έναν πολιτικό να το κάνει αυτό). Ουδείς ζήτησε επίσης από τον κ. Αντώναρο να διαβεβαιώνει την αλήθεια των δηλώσεων των κυβερνητικών στελεχών με πομπώδη τρόπο: Φαντάζομαι ότι του ετέθηκαν πολύ πιο συγκεκριμένα ερωτήματα από τους δημοσιογράφους (στα οποία όμως αμφιβάλλω αν απάντησε)…

Η λογικοπολιτική αστοχία των δηλώσεων υπό 1 και 2, έχει λοιπόν μια τραγελαφική κατάληξη: Ο μεν κ. Αντώναρος ενδέχεται με την 1 να διαβεβαίωσε την αλήθεια της δήλωσης της κ. Μπακογιάννη ότι μερικοί πολιτικοί ψεύδονται (ενώ ήθελε να μας πει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να διαψεύσει τη 2 ως προς τα κυβερνητιξά στελέχη). Η δε κυρία Μπακογιάννη ενδέχεται να μας είπε με την 2 ότι ουδείς πολιτικός ψεύδεται (ενώ ήθελε επίσης να μας πει το ακριβώς αντίθετο, αφήνοντας υπονοούμενα για κυβερνητικά στελέχη).

Και όλα αυτά, στην Ελλάδα του 2008, για έναν απλό λόγο: Διότι οι πολιτικοί της αποφάσισαν για άλλη μια φορά να μιλήσουν αυτάρεσκα για τον εαυτούλη τους ενώ θα έπρεπε να μας έχουν μιλήσει για την κοινωνία.

Όσα αφήνουμε πίσω

30 Δεκεμβρίου 2007 by

sminagos.jpg

Και συνεχίζουμε λίγο διαφορετικοί, λίγο άλλοι…