Archive for the ‘Αρχαιολογικά’ Category

Αρχαιολογική Α.Ε. ΙΙ

4 Φεβρουαρίου 2007

Στο άρθρο αυτό προτείνω έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο η ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αποβῄ πολύτιμη για την υπόθεση της αρχαιολογίας στην Ελλάδα.

Η ιδέα φυσικά δεν είναι δική μου ούτε είναι κάτι το εξαιρετικά ευφυές. Τόσο περισσότερο λοιπόν απορώ γιατί σε μια χώρα με την αρχαιολογική παράδοση της Ελλάδας, το επιστημονικό δυναμικό και την βέβαιη τουριστική πελατεία δεν έχει δημιουργήσει κανείς μια πρότυπη αναπαράσταση αρχαίας πόλης, με την αγορά της, τους ναούς, τα στρατιωτικά σώματα και φυσικά τους κατοίκους της.Για την δημιουργία μιας τέτοιας αναπαράστασης θα μπορούσαν να εργαστούν πληθώρα αρχαιολόγων, ιστορικών, τεχνιτών και ξεναγών, παράγοντας πρωτότυπη και πολύτιμη επιστημονική εργασία. Ο επισκέπτης θα είχε ολοζώντανα μπροστά στα μάτια του έναν Αθηναίο ρήτορα, μια Κορινθία εταίρα, ένα Λακεδαιμόνιο οπλίτη, με την αμφίεση και την κόμμωση της εποχής. Θα έβλεπε τον ιερέα του Διονύσου να κάθεται στο κοίλο του θεάτρου∙ παγκρατιαστές αθλητές να ασκούνται∙ μια ομάδα οπλιτών να προετοιμάζονται για μάχη. Ακόμη τα κτήρια του άστεος, από τους ναούς μέχρι το μητρώο μέχρι ένα απλό εστιατόριο με τα εδέσματα της εποχής θα επανέρχονται στην ζωή, ακέραια, με τα λαμπρά τους χρώματα, ως χώροι εργασίας, λατρείας και επικοινωνίας των ανθρώπων και όχι ως μην αγγίζετε-μην φωτογραφίζετε-μουσειακά εκθέματα.

Περιττό να υπομνήσω πόση εκπαιδευτική αξία θα είχε μια τέτοια αναπαράσταση για τον επισκέπτη του καθ’ αυτόν αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος θα μπορῄ δίπλα στο αυθεντικό μνημείο να θαυμάζῃ την αναπαράσταση, να συγκρίνῃ, να συγκινήται, να διδάσκεται. Επίσης στους μαθητές, που συχνά βαριούνται και δεν καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται, η αναπαράσταση βοηθεί στην εποπτική διδασκαλία. Τέλος, ειδικά οι φοιτητές αρχαιολογίας είναι προφανές ότι θα ωφεληθούν εξαιρετικά από την μεταφορά των άψυχων σελίδων των βιβλίων τους σε ολοζώντανη πράξη.

Ο επιχειρηματίας από την άλλη μεριά έχει νομίζω εξασφαλισμένη πελατεία, που καθιστᾴ την επένδυσή του όχι απλώς βιώσιμη, αλλά και δυνητικά πολύ κερδοφόρο.

Μετά από όλα αυτά, εύλογα θα αναρωτηθῄ ο καλόπιστος αναγνώστης: «αφού είναι όλα τόσο προφανή και τόσο απλά, πού είναι το πρόβλημα;». Καλή ερώτηση.

Το πρόβλημα είναι ότι υποψιάζομαι πολύ έντονα ότι, αν βρισκόταν κάποιος χριστιανός πρόθυμος να δημιουργήσῃ μια τέτοια αναπαράσταση, κανείς δεν θα τον άφηνε. Κατά πρώτον, όσοι τυχόν θα υποστήριζαν την ιδέα θα γίνονταν αμέσως ύποπτοι ως «πληρωμένες γραφίδες» και «πράκτορες του κεφαλαίου». Οι εφημερίδες θα μιλούσαν για «αρχαιοτσινετσιττά» και «αρχαιοφιλία ποπκόρν». Οι διανοούμενοι θα κατήγγελλαν την ύβρη εκείνου που «αποτολμᾴ να ανεγείρῃ νέους Παρθενώνες». Το ΚΑΣ θα απέρριπτε μετά βδελυγμίας την δημιουργία «ψευδοαρχαιολογικής Ντίσνεϋλαντ». Και οι τοπικοί φορείς, ασφαλώς, θα εξανίσταντο εναντίον της «καταλήστευσης της πολιτιστικής κληρονομιάς από τους εμπόρους». Και όλοι, όλοι όμως, εν χορῴ, θα ζητούσαν από το Κράτος να κατασκευάσῃ Εκείνο μια αναπαράσταση, για να την βλέπουν οι ξένοι που τότε έτρωγαν βελανίδια αλακρέμ κ.λπ. κ.λπ. και να χάσκουν.

Advertisements

Αρχαιολογική Α.Ε. Ι

30 Ιανουαρίου 2007

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (άρ. 21 παρ. 1 Ν. 3028/2002), όλα τα αρχαία κινητά που ανευρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας ανήκουν στο ελληνικό κράτος. Ως εδώ ας πούμε καλώς. Θα μπορούσε να αμφισβητηθῄ θεωρητικώς ο αποκλεισμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα αρχαία αντικείμενα, αλλά δεν θα ακολουθήσω εδώ αυτήν την γραμμή επιχειρηματολογίας.

Θέλω αντιθέτως σε αυτό το άρθρο να εξερευνήσω την δυνατότητα συνεργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού με ιδιώτες στο πεδίο των ανασκαφών.

Πρόταση πρώτη:

Ένας ιδιώτης θα μπορούσε να συμμετάσχῃ φυσικά σε μια κρατική ανασκαφή ως χορηγός (αναφέρομαι φυσικά σε κάποια άλλη χώρα και όχι στην κάποτε πατρίδα της χορηγίας και σημερινή μεγαλύτερη εχθρά της Ελλάδα). Με ενδιαφέρει όμως κάτι παραπάνω: μια ιδιωτική ανασκαφή υπό κρατική επίβλεψη.

Υποστηρίζω ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα συνιστούσε μια αμοιβαίως επωφελή συμφωνία. Γιατί να το επιτρέψῃ το κράτος είναι μάλλον απλό να συναχθῄ: δει χρημάτων. Το Υπουργείο μπορεί κάλλιστα να αναθέσῃ σε ένα ιδιώτη με τους απαιτούμενους πόρους την εκτέλεση των εργασιών και να επιβλέψῃ την πρόοδό τους μέσῳ της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Το ενδιαφέρον όμως είναι να δώσουμε ένα κίνητρο στον ιδιώτη να χρηματοδοτήσῃ μια εργασία τόσο δαπανηρή και χρονοβόρα όσο η ανασκαφή.

Το κίνητρο δεν μπορεί να είναι άλλο από το κέρδος. Και το κέρδος θα μπορούσε να επιτευχθῄ με δύο βασικά τρόπους.

Πρόταση δεύτερη:

Ο πρώτος είναι η διαχείριση και εκμετάλλευση του αρχαιολογικού χώρου μετά την ανασκαφή. Όπως ακριβώς ιδιωτικές εταιρείες κατασκευάζουν ένα αυτοκινητόδρομο και εισπράττουν τα διόδια επί π.χ. εικοσαετία, έτσι ακριβώς μια ιδιωτική αρχαιολογική εταιρεία θα μπορούσε να αποσβέσῃ την επένδυσή της και να απολάβῃ κέρδος από την είσπραξη των εισιτηρίων, τις πωλήσεις αναμνηστικών και αντιγράφων, ενδεχομένως από ένα εστιατόριο ή ξενοδοχείο στον παρακείμενο χώρο κ.λπ.

Συχνά όμως αυτό δεν θα είναι αρκετό, ενόψει του ότι οι μείζονες αρχαιολογικοί χώροι έχουν λίγο πολύ ανασκαφεί. Στην περίπτωση αυτή νομίζω ότι μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα.

Πρόταση τρίτη:

Γιατί να μην εκχωρηθῄ στον ανασκαφέα το δικαίωμα να εμπορεύεται όσα ευρήματα τυχόν κρίνωνται μη σπουδαίας αρχαιολογικής αξίας από μια αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου; Πολύς κόσμος δεν συνειδητοποιεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ευρημάτων μιας ανασκαφής έχει μηδαμινή επιστημονική ή αισθητική αξία και προορίζεται κυρίως όχι βέβαια για έκθεμα σε μουσείο, αλλά για περιεχόμενο αποθηκών. Εγώ προτείνω μετά την ανασκαφή, την αποθήκευση, που περιλαμβάνει φωτογράφιση και καταλογογράφηση την πιθανή συντήρηση, την μελέτη και ενδεχόμενη δημοσίευση, όσοι λύχνοι, χάντρες, αμφορίσκοι και λοιπή αρχαία σαβούρα δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, να παραχωρήται στον ιδιώτη προς πώληση.

Σε μια τέτοια παραχώρηση της κυριότητας φυσικά θα υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί, που θα αποσκοπούν στην διατήρηση του ευρήματος στην καλύτερη δυνατή κατάσταση (αρχή της συντήρησης), στον έλεγχο της πορείας του μέχρι τον τελικό αποδέκτη (αρχή της ανιχνευσιμότητας) και στην διαθεσιμότητά του για πιθανή μελλοντική επιστημονική αξιοποίηση (αρχή της διαθεσιμότητας). Απαγορεύεται π.χ. η φθορά ή η καταστροφή του αρχαίου, απαιτείται άδεια του δικαιοπαρόχου για την μεταβίβαση της κυριότητας, απαγορεύεται η ενεχύραση, παραχωρείται στο ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού δικαίωμα προτιμήσεως.

Εύλογα θα αντέτεινε κανείς ότι κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθῄ για αντικείμενα χωρίς αρχαιολογική αξία, και μάλιστα οι μεγάλοι συλλέκτες και τα αρχαιολογικά μουσεία του εξωτερικού. Αυτό φαίνεται πιθανόν, ενδεχομένως μάλιστα να καθιστᾴ την πρότασή μου μη βιώσιμη οικονομικά, δεν μπορώ να ξέρω εκ των προτέρων. Εκείνο που δεν είναι παράλογο όμως είναι η πώληση πολλών και φτηνών σε πολλούς αντί λίγων και ακριβών σε λίγους, με άλλα λόγια η «εκλαΐκευση» της κατοχής αρχαίων αντικειμένων.

Η αρχαιοκαπηλεία γενικά βασίζεται στην ανισορροπία προφοράς και ζήτησης αρχαιολογικών αντικειμένων, την οποία προκαλεί ακριβώς το κρατικό μονοπώλιο ιδιοκτησίας επί των αρχαίων, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιήται η ζήτηση του ιδιωτικού τομέα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που παρατηρείται πάντοτε σε ανάλογες περιπτώσεις, δηλαδή η μαύρη αγορά: αρχαιοκαπηλεία, λαθρανασκαφές, διαφθορά κ.λπ. Αλλά όχι μόνο: ο γεωργός που ανακάλυψε την Αφροδίτη της Μήλου και πλούτισε ο ίδιος και την προσέφερε στην ανθρωπότητα. Ο εγγονός του όμως που, χτίζοντας το σπίτι του, τυχόν ανακάλυψε τα θεμέλια κάποιου ρωμαϊκού κτίσματος, αντί να θεωρήσῃ ότι βρήκε θησαυρό, ασφαλώς θα βιάστηκε να τα γκρεμίσῃ…

Με την πρότασή μου το πρόβλημα θεωρώ ότι αντιμετωπίζεται στην ρίζα του, διότι α) οι τιμές των προς πώλησιν αρχαίων θα μειωθούν λόγῳ της νομιμότητάς τους, άρα οι πιθανοί αρχαιοκάπηλοι χάνουν πολύ από το κίνητρό τους, β) οι τόποι λαθρανασκαφών θα αντικατασταθούν σε πολύ μεγάλο ποσοστό από νόμιμες ιδιωτικές ανασκαφές υπό κρατική επίβλεψη, άρα η ουσιαστικά μόνη πηγή προς πώλησιν αρχαίων αντικειμένων θα εκλείψῃ, άρα οι πιθανοί αρχαιοκάπηλοι χάνουν και την πρώτη ύλη τους. Δεδομένου ότι αυτή η πρώτη ύλη του εμπορίου τους δεν είναι απεριόριστη ούτε ανανεώσιμη, μακροπρόθεσμα η αρχαιοκαπηλεία θα εκλείψῃ ή εν πάσῃ περιπτώσει θα χάσῃ πολλή από την σημασία της.

Μόνο πιθανό πρόβλημα είναι φυσικά η πανταχού παρούσα νεοελληνική διαφθορά. Ας σκεφτούμε όμως: εφόσον εμπιστευόμαστε τους Έλληνες αρχαιολόγους να ανασκάπτουν μόνοι τους, χωρίς να λογοδοτούν παρά στην συνείδησή τους και στην επιστημονική κοινότητα, γιατί δεν τους εμπιστευόμαστε ως επόπτες των ανασκαφών άλλων; Περιττό να υπογραμμίσω πόσο ωφέλιμη θα μπορούσε να είναι η σχέση ιδιωτών αρχαιολόγων, εργαζόμενων σε ιδιωτικές αρχαιολογικές εταιρείες, και κρατικών αρχαιολόγων, εποπτών εκ μέρους του Υπουργείου Πολιτισμού (στην περίπτωση της Ελλάδας ίσως θα έπρεπε να λέγεται Υπουργείο Εκπολιτισμού βέβαια).

Γι’ αυτά πολεμήσαμε, έγραψε ο μέγας Μακρυγιάννης. Ασφαλώς. Πολεμήσαμε για να έχουμε την πολύτιμη ελευθερία να τιμάμε, να αγαπάμε και να αγαλλώμαστε με τα σημάδια που άφησαν οι πρόγονοί μας μέσα στον ιστορικό χρόνο. Και ο καλύτερος τρόπος να αυξήσουμε αυτήν την ελευθερία είναι αυτός που περιέγραψα στο κείμενο.