Archive for the ‘Πολιτικά’ Category

Πού είναι η ευρωπαϊκή πατρίδα μας;

16 Απριλίου 2008

Τι είναι η ευρωπαϊκή πατρίδα μας; Μην είναι η βαθυκύανος αστερόεσσα; Μην είναι ο ποπ ύμνος An die Freude; Μην είναι το Εράσμους της ακαδημαϊκής ανεμελιάς; Μην είναι οι ευρωκράτες των κανονισμών και των οδηγιών;

Δύσκολα ερωτήματα όλα αυτά και ερεθιστικά. Ας περιμένουν όμως∙ σήμερα θα προσπαθήσω να απαντήσω σε ένα άλλο, ίσως πιο πρακτικό ερώτημα. Πού είναι η ευρωπαϊκή πατρίδα μας;

Γενικά, θα μπροούσα να σκεφτώ τρεις πιθανές και εύλογες οροθετήσεις του ημιφαντασιώδους πολιτικού και πολιτισμικού χώρου που καλείται «Ευρώπη»: την λύση της Κανταβρίας – Καλαβρίας (μικρή λύση), την λύση των δύο Γαλικιών (μέση λύση) και την λύση των δύο Ιβηριών (μεγάλη λύση).

α) Η λύση Κανταβρίας – Καλαβρίας αφορά πλέον το ιστορικό μας παρελθόν. Θα ήταν μια λύση μικρή γεωγραφικώς, από την Κανταβρία της Ισπανίας ως την Καλαβρία της Ιταλίας, μια λύση μικρή όμως και πολιτικώς: θα ταίριαζε σε μια Ευρώπη στενά δυτική, καθολική και ευαγγελική, γερμανόφωνη και ρωμανόφωνη. Μια Ευρώπη, για να είμαστε δίκαιοι, δίχως άλλο συνεκτικώτερη, πλουσιώτερη, ομογενέστερη, αλλά ομοίως ψευδώνυμη: όχι Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μάλλον Εσπερική Ένωση. Εκπλήσσομαι σε κάποιο βαθμό που η λύση αυτή δεν επεκράτησε, περισσότερο όμως επιχαίρω που ο λάτρης των αφρικανικών αδαμάντων Βαλέριος Γισκάρδος Δεσταίγγος, ο αγωνιστής της Γαλλικής Αντίστασης Φραγκίσκος Μιττεράνδος, ο Ελμούτος Λάχανος (μεταφράζω το επώνυμό του για να μην το μεταγλωττίσω∙ μας διαβάζουν και μικρά παιδιά) και οι λοιποί παλαιοί ευρωκράτορες επέδειξαν θάρρος. Ας το έχουμε αυτό υπόψιν.

β) Η λύση των δύο Γαλικιών παίρνει ως σημεία αναφοράς την Γαλικία της Ισπανίας και την Γαλικία των πολωνοουκρανικών συνόρων. Την ονομάζω μέση λύση όχι μόνο γιατί δίνει την μέση λύση στο γεωγραφικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής επέκτασης, αλλά και επειδή αμφιταλαντεύεται και ως προς το όχι καινοφανές ζήτημα της γεωπολιτισμικής ένταξης των σλαβικών ορθόδοξων λαών. Είναι το σημείο στο οποίο στέκεται αυτήν την στιγμή η ευρωπαϊκή πορεία, για να ξανασάνη ή για να ριζώση: οι νότιοι (και οι δυτικοί φυσικά) Σλάβοι μέσα, οι ανατολικοί έξω. Ποιο είναι το πρακτέον;

γ) Η λύση των δύο Ιβηριών αναφέρεται στον γεωπολιτισμικό χώρο που ορίζει η Ιβηρική χερσόνησος στην Δύση και η Γεωργία στην Ανατολή. Αποτελεί το αναγκαστικό επόμενο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα βήμα όμως τόσο μεγάλο και τόσο επικίνδυνο, ώστε τρομάζει. Κινούμαστε ήδη προς τις γεωγραφικές και πολιτισμικές παρυφές της Ευρώπης και κατά πάσα πιθανότητα πλησιάζουμε στην έξοδο από την εννοιολογική άλω της πολιτικής έννοιας της Ευρώπης. Η λύση των δύο Ιβηριών, ο κοινός ευρωπαϊκός Οίκος από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, θα συμπεριελάμβανε στην Ηνωμένη, στην πραγματικότητα πλέον και όχι μόνο κατ’ επίφασιν, Ευρώπη την Ουκρανία, την Λευκορρωσσία, την Γεωργία, την Αρμενία, την Ρωσσία.

Την Ρωσσία; Κάπου εδώ συνοφρυώνεται το πράγμα.

Advertisements

Περί απεργίας και ψευδαπεργίας

19 Μαρτίου 2008

Κάποτε υπήρχε η απεργία. Ένα ατομικό δικαίωμα κάπως ιδιόμορφο, γιατί ασκείτο μόνο συλλογικά (όπως και δυο τρία άλλα βέβαια), το οποίο στην βάση του ήταν κάτι σαν εκβίαση, στρεφόμενη κατά του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας άλλων συμπολιτών. Βασάνισε τους νομικούς για κάμποσο καιρό, αλλά τελικά μπόρεσαν να την τιθασεύσουν: ο απεργός εργαζόμενος εκβιάζει τον εργοδότη για να επιτύχῃ κάποια αναπροσαρμογή των όρων της μεταξύ τους σύμβασης. Απλό, μια δυαδική σχέση είναι. Κάποια ερωτήματα, όπως γιατί το ελληνικό Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα της (αντ)απεργίας και στους εργοδότες ή πόσο μπορεί να περιορίσῃ ο νόμος την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας σε ωρισμένες κατηγορίες δημοσίων ή άλλων υπαλλήλων, ας μείνουν εδώ αναπάντητα.

Μετά χρόνια και καιρούς γεννήθηκε η ψευδαπεργία. Είχε το ίδιο όνομα με την απεργία, αλλά τελείως διαφορετική δομή, στόχευση και λειτουργία. Πλέον δεν απεργούσαν οι εργαζόμενοι, αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι ή και οι μικροεργοδότες. Η απεργία των εργαζομένων δεν στρεφόταν πλέον κατά του εργοδότη, απειλώντας την οικονομική ελευθερία του και τα πολύτιμα κέρδη του, αλλά κατά του κοινωνικού συνόλου. Η απεργία μεταλλάχθηκε από εκβίαση σε αρπαγή: οι απεργοί έπιαναν ομήρους όλους τους άλλους συμπολίτες τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι είχαν στα χέρια τους μονοπώλια με θεμελιώδη σημασία για το κοινωνικό σύνολο. Και φυσικά ποιο θεμελιωδέστερο μονοπώλιο και ποιο πιο μονοπωλιακό θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης από τον κρατικό μηχανισμό; Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: άλλαξε ο αποδέκτης των αιτημάτων της απεργίας, που δεν ήταν πλέον ο εργοδότης, αλλά το παντοδύναμο, πολυέλεο, πολυεύσπλαγχνο, πολυπλόκαμο Κράτος. Η ψευδαπεργία έγινε πλέον τριγωνική σχέση.

Μία ακόμη αναπάντεχη συνέπεια της γέννησης της ψευδαπεργίας ήταν μια κάπως απρόσμενη εφαρμογή του νόμου του Γρεσχάμου: η κακή απεργία εξαφάνισε πλήρως την καλή. Η απεργία που είχε νόημα, σκοπό, κοινωνικό περιεχόμενο υποχώρησε προτροπάδην στην ψευδαπεργία των δημοσίων υπαλλήλων κατοχής, του τσαμπουκά χαβαλέ και των προνομίων που βαφτίζονται «κεκτημένα».

Εγώ δεν απεργώ σήμερα. Δεν μου φταίνε σε τίποτε οι εντολείς μου. Δεν θέλω τίποτε από το κράτος, εκτός από την ησυχία μου. Ας βγούνε άλλοι στους δρόμους με όπλα στους ώμους.

Το φαινόμενο Τσίπρα ως occasio για μία γενική πολιτική απογραφή

5 Μαρτίου 2008

Στην παρθενική μου εμφάνιση στο φιλόξενο συνιστολόγιό σας (καταφύγιο για τους πνευματικά κατατρεγμένους…) θα ήθελα να ασχοληθώ με το πολιτικό φαινόμενο των ημερών, τον Αλέξη. Σκοπεύω να χάσω την συνιστολογική μου παρθενία με ένα «πιασάρικο» θέμα. Οι φιλοσοφίες ίσως έρθουν αργότερα, ίσως και ποτέ.

Το φαινόμενο Τσίπρα «προβληματίζει» – όπως λέγουν οι δημοσιογράφοι – το Μαξίμου, την Χαριλάου και τον Περισσό (ως εκ …περισσού μάλλον). Τί αντιπροσωπεύει όμως ο Αλέξης; Από πού έρχεται και πού θέλει να (μας) πάει;

Είναι προφανές ότι ο Αλέξης είναι ευφυής άνθρωπος, όπως άλλωστε και ο πολιτικός του μέντορας, ο Αλέκος. Διαισθάνθηκε γρήγορα τί συμβαίνει σ’ αυτήν εδώ την χώρα, πόσο κουρασμένο είναι το πολιτικό κατεστημένο, όπως επίσης και ο λαός που ψάχνει να βρει τους Μεσσίες του στους γόνους των γνωστών οικογενειών – από φύλαρχο σε φύλαρχο πάμε, όπως σε κάθε τριτοκοσμική χώρα που σέβεται τον εαυτό της. Ο Αλέξης και ο Αλέκος είδαν ότι υπάρχει κενό. Κενό φιλοδοξιών, κενό αγωνιστικότητας και κενό υπαρξιακό. Μία κουρασμένη πολιτική τάξη βολοδέρνει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Ο Πρωθυπουργός μέχρι στιγμής δεν θέλει να αναμετρηθεί με την ιστορία, βιώνοντας προφανώς ένα υπαρξιακό δράμα «θείας» φροϋδικής προελεύσεως. Προσπαθεί να ικανοποιεί το δικό του κομματικό κατεστημένο διαρκώς, αγοράζοντας έτσι εσωκομματική ειρήνη στον χαμηλότερο δυνατό παρονομαστή. Ο ΓΑΠ …απλώς «δεν κάνει το παιδί» (κατά τον γνωστό «γερόλυκο» της πολιτικής)! Η Γενική Γραμματέας αισθάνεται άνετα με το ποσοστό της και δεν θέλει να μπαίνει σε περιπέτειες συνεργασίας με άλλους, που μπορεί να μολύνουν το ακήρατο και διαιώνιο δόγμα. Αυτές είναι οι συνιστώσες του πολιτικού μας συστήματος.

Όποιος ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, με μαχητικότητα και διάθεση ουσιαστικών κοινωνικών μεταβολών, θα κερδίσει το στοίχημα του μέλλοντος. Ο Αλέξης είναι παιδί «ζυμωμένο» στις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες. Είναι παιδί των καταλήψεων, ξέρει από κοινωνική μηχανική, είναι περισσότερο κοινωνικός παρά πολιτικός μηχανικός. Ανέβηκε πάνω στο κύμα της σύγκρουσης και έφτασε πλέον, όταν μιλάει, να του δίνουν όλοι σημασία. Βγήκε στο πεζοδρόμιο, συγκρούσθηκε με τις «δυνάμεις καταστολής», γιατί ξέρει ότι η κάθε εξουσία βασίζεται σε μία επίφαση νομιμότητας και ότι ασφαλώς καμία εξουσία δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Ξέρει δηλαδή ότι η κοινωνική δυναμική αλλάζει τις υφιστάμενες δομές. Και σ’ αυτό έχει απόλυτο δίκιο. Είναι μαρξικός και καλά κάνει. Λίγος Μαρξ δεν βλάπτει, όπως και κάποιοι άλλοι ελάσσονες πολιτικοί φιλόσοφοι ή πολιτειολόγοι. Μ’ αυτούς θα έπρεπε να είχαν ασχοληθεί και στην δεξιά, η οποία ιστορικά στην χώρα μας, και πολύ περισσότερο τώρα στην περίοδο της «ήπιας προσαρμογής», βιώνει το δικό της δράμα: ενώ διαχρονικά χαράσσει την σωστή κατεύθυνση στις βασικές επιλογές για την πορεία του τόπου (οικονομία της ελεύθερης αγοράς και ένταξή μας στην ΕΟΚ), δεν έχει επιχειρήματα, λόγω προφανούς έλλειψης καλλιέργειας των στελεχών της, για να στηρίξει τις θέσεις και τις επιλογές της. Τα στελέχη της λίγο έχουν «ζυμωθεί» στις κοινωνικές διεργασίες και δύσκολα μπαίνουν στον κόπο να πείσουν τους άλλους. Και όποιος δεν μπαίνει στον κόπο να πείσει τους άλλους, όταν μάλιστα τον πνίγει το δίκιο, στρέφεται προς τον λαϊκισμό και τις «ήπιες προσαρμογές» και τελικά χάνει το δίκιό του!

Επανέρχομαι όμως στον Αλέξη. Καθόλο το διάστημα που προηγήθηκε της ανάρρησής του στην ηγεσία του Συνασπισμού έκανε παρέα με τους «ακραίους», για να μπορέσει να ακουστεί. Σε μεγάλο βαθμό τους χρησιμοποίησε. Αυτοί έκαναν βροντερό το παρόν του, σ’ αυτούς οφείλει ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Τώρα, όμως, θα πρέπει σιγά-σιγά να εγκαταλείψει το επαναστατικό του παρελθόν (όχι πλήρως, αφού θα το θυμάται που-και-που). Τώρα πια έφτασε η ώρα της αστικοποίησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις τον ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Πολλοί θα αντιλέξουν, αλλά προβλέπω ότι σταδιακά θα αρχίσει να γίνεται περισσότερο «αστυφιλικός», για να σταματήσει να φοβίζει τους αστούς, που τους αρέσει μεν η επανάσταση, αλλά αγαπάνε εξίσου το παρκαρισμένο μερτσεντικό τους στην Φιλοθέη και δεν θέλουν να το παραχωρήσουν στο κράτος, για να αγοράζει ο Αλέξης πετρέλαιο από τον Τσάβεζ… Και ο Αλέξης τους ξέρει καλά, γι’αυτό και θα τους ικανοποιήσει, δυσαρεστώντας φυσικά τους «ακραίους», δηλαδή την εξωκοινοβουλευτική άκρα αριστερά, που δεν την ενδιαφέρει η (όποια) εξουσία. Τον Αλέξη όμως τον ενδιαφέρει. Η πορεία προς τον λαό είναι πορεία προς την εξουσία. Ήδη με την χθεσινή του εμφάνιση στο Προεδρικό Μέγαρο ο Αλέξης κάνει μία ανεπαίσθητη στροφή (σ’ αυτές τις τακτικές, λεπτές μεταμορφώσεις θα πρέπει να συνηθίσουμε στο εξής): εξερχόμενος από το Μέγαρο μιλάει, για πρώτη φορά, για έναν «νέο πατριωτισμό» που έχει ανάγκη ο τόπος και φοράει πλέον πουκάμισο με το γνωστό αλογάκι.

Όσο περνάει ο καιρός, λοιπόν, ο Αλέξης όλο και περισσότερο θα πλησιάζει προς το κέντρο, κλέβοντας ένα κομματάκι από την εκκλησία-Πασόκ και επιστρέφοντας αμέσως πίσω στην αριστερή φωλιά του. Και όσο παραμένει στο Πασόκ ο ΓΑΠ, ο Αλέξης θα έρχεται πιο κοντά στην εξουσία. Αυτά είναι μάλλον προφανή…

Απομένουν όμως τρεις σοβαρές διευκρινίσεις, για να μην παρεξηγηθώ:

α. Η όλη τακτική του Αλέξη και του Αλέκου δεν έχει πολιτικά τίποτε το μεμπτό. Ληστεύουν «εκκλησίες» οι άνθρωποι και καλά κάνουν. Είναι, επίσης, παρήγορο για την αριστερά στον τόπο μας ότι, παρ’ όλο τον κρατισμό της και τη στείρα άρνησή της απέναντι σε κάθετι καινούργιο, τόλμησε ένα προοδευτικό βήμα και ανέδειξε ως ηγέτη της ένα νέο άνθρωπο, με συγκρότηση, λόγο και παρουσία (αυτές τις ιδιότητες δύσκολα μπορεί να τού τις αρνηθεί κανείς). Τούτο για τα υπόλοιπα κόμματα είναι αδιανόητο. Αυτά χρησιμοποιούν και προωθούν είτε γόνους των γνωστών οικογενειών είτε τραγικές (και αντιαισθητικές) φιγούρες του κομματικού σωλήνα ή δημοσιογράφους του εκδοτικού-μιντιακού κατεστημένου (φταίει βεβαίως και ο κόσμος που τους ψηφίζει). Για τους άλλους δεν υπάρχει στον ήλιο μοίρα. Και εδώ ο Συνασπισμός και τα στελέχη του κάνουν ένα επαναστατικό βήμα και μπράβο τους.

β. Σε επίπεδο ουσίας, εντούτοις, ο Αλέξης δεν λέγει τίποτε καινούριο, απλώς συνεχίζει πιστά το έργο της ανάσχεσης οποιασδήποτε προόδου στην χώρα. Συντάσσεται με τον κρατισμό και τους κρατικοδίαιτους (βλ. την πρόσφατη έφοδο στην ΔΕΗ), που αυτοί ουσιαστικά – και όχι αφηρημένα το σύστημα! – βασανίζουν την γενιά των 700 ευρώ. Μια γενιά που της βγαίνει η ψυχή για τα προς το ζήν και έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά τους προνομιούχους συνδικαλιστές των μεγάλων δημοσίων οργανισμών, με τους οποίους συντάσσεται ο Αλέξης. Από τις συνεχείς απεργίες ή καταλήψεις σε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες δεν πλήττεται ο Σωκράτης, ο Βαρδής ή η Γιάννα, αυτοί έχουν τα λεφτάκιά τους να στείλουν τα παιδιά τους στα καλλίτερα (ιδιωτικά) σχολεία ή πανεπιστήμια ή να νοσηλευθούν στα καλλίτερα νοσοκομεία του κόσμου. Αυτοί που πλήττονται είναι οι μικρο-μεσαίοι, οι μικρο-αστοί, που ζουν και τον πρόσθετο εφιάλτη της ανεργίας, κυρίως επειδή κάποιοι μάχονται λυσσαλέα την ελεύθερη οικονομία και την κάθε μορφής δημιουργικότητα (για να διατηρήσουν φυσικά τα δικά τους προνόμια).

γ. Βεβαίως, ο Αλέξης την δουλειά του κάνει. Τα δύο μεγάλα κόμματα τού έχουν ανοίξει διάπλατα την πόρτα με την στάση τους να απομονώνουν κάθε γνήσια λιμπεραλιστική φωνή (είτε δεξιόθεν είτε αριστερόθεν), που αποτάσσεται τον κρατισμό, τάσσεται υπέρ της ελευθερίας ως θεμελιώδους αρχής στην κοινωνία μας, υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και προτείνει μία περισσότερο εξωστρεφή εξωτερική πολιτική χωρίς φοβικά και μειονεκτικά σύνδρομα, σαν αυτήν που εισηγείται ο συνιστολόγος Αναγνωστόπουλος. Φωνάζει π.χ. ο Μάνος για τις προκλητικές αμοιβές των συμβολαιογράφων ή το 3% των άνευ παραστατικών εξόδων των επιχειρήσεων των ΜΜΕ, αλλά η καθεστηκυία τάξη κωφεύει και κάνει ωσάν περί άλλα να τυρβάζει. Συντηρεί προκλητικά προνόμια υπέρ ολίγων και ετοιμάζεται να δρέψει τους καρπούς της παντελούς έλλειψης ιδεολογίας που την διακρίνει: θα συρθεί κάποια στιγμή να συγκυβερνήσει με τον Αλέξη, είτε το θέλει είτε όχι.

Το τελευταίο δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, αλλά μπορεί να αποτελέσει άσχημη εξέλιξη για τον τόπο, αν δεν υπάρξει ιδεολογικός αντίλογος, γνήσια λιμπεραλιστικός, που θα αντικρούει και θα εξισορροπεί, ακόμη και στο πλαίσιο μιας συγκυβέρνησης, τις σοσιαλεπώνυμες ονειροπολήσεις. Ζούμε πλέον σε ένα νέο περιβάλλον, με βαλκάνιους γείτονες στα βόρεια σύνορά μας, που κάθε άλλο παρά συμπλεγματικοί είναι και τρέχουν με γοργό βήμα προς το μέλλον, διψώντας για διακρίσεις και ευημερία. Κι εμείς τί κάνουμε; Βάζουμε λουκέτο παντού. Κυρίως στα όνειρα των νέων ανθρώπων για ένα δημιουργικό αύριο…

Ευχαριστώ για την ανοχή σας!

Το σώμα θύσεις τουμόν, ουχί τούνομα

24 Φεβρουαρίου 2008

Τις τελευταίες ημέρες εκτός από την τραγῳδία του Κοσσυφοπεδίου, παίζεται στο διεθνές θέατρο το παλιό και αγαπημένο σατυρικό δράμα του Μακεδονικού σε πολλοστή επανάληψη. Οι θεατές χασμώνται ελαφρώς, αλλά αποδίδουν τον προσήκοντα φόρο τιμής στα ιερά τέρατα της διεθνούς υποκριτικής που ερμηνεύουν τους χαρακτήρες. Ας γράψω και γω μια ταπεινή κριτική.

Η ΠΓΔΜ είναι ζωτική για την ασφάλειά μας και αποτελεί τα τελευταία χρόνια τον αδύναμο κρίκο των δυτικών Βαλκανίων, καθώς βρίσκεται στο σημείο ζεύξης δύο αντίρροπων εθνικισμών, του αλβανικού και του σλαβομακεδονικου. Είτε μας αρέσει είτε όχι, πρέπει να διαλέξουμε άλογο σε αυτήν την ιπποδρομία. Η κύρια αλυτρωτική και αναθεωρητική δύναμη στην χερσόνησό μας είναι οι Αλβανοί (όχι σώνει και καλά η Αλβανία!), ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις μας, καλώς ή κακώς. Αν μας αρέσει το status quo, που νομίζω μας αρέσει, πρέπει εκείνους να αναχαιτίσουμε και όχι τους δημογραφικά άκακους Σλαβομακεδόνες (στο εξής: Σ/Μ). Η ΠΓΔΜ, αν δεν συνεχίσῃ τον βίο της ως ανεξάρτητο κράτος, θα γίνῃ επαρχία βουλγαρική ή αλβανική. Είναι οφθαλμοφανώς προτιμώτερος ο Σ/Μ μεγαλοϊδεατισμός από οποιονδήποτε άλλον. Εθνικιστές και ονειροπόλοι υπάρχουν παντού, η παρούσα δεξιά κυβέρνηση της ΠΓΔΜ ασφαλώς και δεν έχει δειχθεί απρόσβλητη στο μικρόβιο, ας φανούμε έξυπνοι διαλέγοντας τους πιο αδύναμους. Η ΠΓΔΜ λειτουργεί αντικειμενικά σαν απορροφητήρας των εθνικιστικών κραδασμών. Γιατί να θέλουμε να αναλάβουμε εμείς αυτόν τον θεάρεστο ρόλο με την διάλυσή της;

Είναι προς το απόλυτο συμφέρον μας η ύπαρξη ενός μικρού, αλλά βιώσιμου Σ/Μ κράτους (όχι κρατιδίου, ούτε κρατικού μορφώματος, λίγος σεβασμός δεν βλάπτει και είναι και δωρεάν), οικονομικού δορυφόρου και ενεργειακά εξηρτημένου από εμάς, που θα προσβλέπῃ στην δική μας βοήθεια για να ενταχθῄ στις δυσώνυμες ευρωατλαντικές δομές και να προασπίσῃ την ανεξαρτησία του από την παλαιά βουλγαρική και την νεώτερη αλβανική απειλή.

Προσοχή: χρησιμοποιώ επιχειρηματολογία καθαρά ψυχρή, αντιπαθητική και πραγματιστική, προσανατολισμένη στο δικό μας εθνικό συμφέρον. Θα μπορούσα να γράψω αρκετά ακόμα για το δικαίωμα κάθε έθνους να αυτοπροσδιορίζεται και, γιατί όχι, να λέῃ και ψέμματα στον εαυτό του. Κάτι θα ξέρουμε και μεις.

Και κάτι τελευταίο, μιας και η ονοματολογία έχει επανέλθει δριμύτερη: Τόσο η ελληνική όσο και οι σλαβικές γλώσσες δεν έχουν τσιτακίσει την συλλαβή που γράφτηκε στα λατινικά με ce και προφέρεται από όλους τους δυτικούς πλέον ως τσε, σε ή κάτι παρόμοιο. Αυτή η μικρή διαφοροποίηση μπορεί να κάνῃ την διαφορά. Η τσιτακισμένη Μακεδονία (Macedonia, Macedoine, Mazedonien ή όπως αλλιώς) θα παραμείνῃ σε όλες τις γλώσσες η παλιά, καλή ιστορική Μακεδονία, αυτή που μας ενδιαφέρει και αυτή για την οποία δικαίως κοπτόμεθα. Η ολοκαίνουργια Μακεδονία τώρα, αυτή των Σ/Μ και Α/Μ γειτόνων μας, του Γκότσε Ντέλτσεφ, αλλά και της ζάβαλης μάικως, του υπερεθνικιστών μεταναστών στο Τορόντο, αλλά και του Τόνι Σαβέφσκι, θα είναι η Makedonia, Makedoine, Makedonien, ώστε να αποδίδεται πιστότερα και ο ήχος του ονόματος και στην ίδια την Σ/Μ γλώσσα/διάλεκτο. Δύο Μακεδονίες σε κάθε γλώσσα, μία παλιά, μία νέα, και άσε τους ιστορικούς να βγάλουν τα μάτια τους μετά. Περισσότερο μάλιστα τους Σ/Μ με τους Βουλγάρους παρά με τους Έλληνες.

Για να μην αναλωνώμαστε λοιπόν σε σκιαμαχίες και να μην μαχώμεθα περί των ονομάτων: εάν μπορούσε το ζήτημα του ονόματος να διαχωριστῄ σε ικανοποιητικό βαθμό από το ιστορικό-εθνολογικό θέμα δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να ονομαστούν και «Πλατεία Συντάγματος» άμα τους κάπνιζε. Θεωρώ ότι αυτό είναι καθ’ όλα δυνατόν, προς το συμφέρον ημών και αυτών και ad maiorem gloriam Dei. Η επίσημη αναγνώριση πρέπει να γίνῃ με το επίσημο όνομά τους, αποδιδόμενο στα ελληνικά ως Δημοκρατία της Μακεδονίγιας. Ως εθνωνυμικά ας χρησιμοποιούμε τα Σ/Μ και Α/Μ. Εμείς τώρα μεταξύ μας μπορούμε να τους λέμε και Βλαχομπόγδανους, αν δεν μπορέσῃ ποτέ βρε παιδί μου να μας φύγῃ το σύμπλεγμα.

Όλοι ικανοποιημένοι;


mace0001.gif

Ο Ορέστης το θέτει εύστοχα εκεί στον στ. 504 της Ιφιγένειας της εν Ταύροις. Σημασία δεν έχει το σημαίνον, αλλά το σημαινόμενο.

Το Κοσσυφοπέδιο γίνεται Κόσοβο

18 Φεβρουαρίου 2008

Χτες το Κοσσυφοπέδιο της ιστορίας, των μεσαιωνικών σερβικών θρύλων και της μυθικής μάχης του 1389 έγινε Κόσοβο του σήμερα και του μέλλοντος, της Λίγκας του Πρίζρεν και της πλειοψηφίας του 90% των κατοίκων του. Το τι προηγήθηκε, δίκαιο ή άδικο, όχι μόνο τα τελευταία εννιά χρόνια, αλλά μάλλον τα τελευταία ενενήντα χρόνια δεν είναι της στιγμής. Αν θεωρήσουμε δεδομένη την ανεξαρτησία, τι μέλλει γενέσθαι στο κοντινό μέλλον; Ο Γ΄ Βαλκανικός Πόλεμος ή η Έκτη Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Μερικές παρατηρήσεις:

α. Η μακρά διαδικασία των διαπραγματεύσεων ώδινεν μυν και έτεκεν όρος. Το σχέδιο Αχτισάρι, το οποίο αποδέχθηκαν οι Κοσσυφοπέδιοι, προέβλεπε μια ολίγον έγκυο και υφ’ όρους ανεξαρτησία (πολύ πραγματικώτερη εκείνης που προέβλεπε το σχέδιο Άναν βέβαια). Η πλήρως αρνητική στάση των Σέρβων ασφαλώς συνετέλεσε σε αυτό. Ούτε όμως η μονομερώς ανακηρυχθείσα ανεξαρτησία της 17 Φεβ 08 δεν είναι στην πραγματικότητα πλήρης, καθότι εξαρτάται από την ευρωπαϊκή αποστολή, την νατοϊκή προστασία και την διεθνή οικονομική βοήθεια, είναι όμως κάτι παραπάνω. Το Κοσσυφοπέδιο χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη για να μην γίνῃ το κοσσυφοπεδικό, ακόμα ένα χρονίζον πρόβλημα της διεθνούς πολιτικής.

β. Η αναλογία και η ομοιότητα με την Κύπρο είναι διπλή: οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να παραλληλιστούν όχι μόνο με τους Κοσσυφοπέδιους σε σχέση με την Σερβία, αλλά ακόμη περισσότερο με τους Σέρβους του Β. Κοσσυφοπεδίου σε σχέση με το Κόσοβο. Οι πλειονότητες που γίνονται μειονότητες σαν μπάμπουσκες περιπλέκουν την κατάσταση. Οι εγκλωβισμένοι Σέρβοι οδηγούνται σε μια εθελοντική «απομόνωση» παρόμοια εκείνης των Τουρκοκυπρίων∙ τι θα συμβῄ αν 11 χρόνια μετά ακολουθήσῃ μια ανάλογη σερβική «ειρηνευτική επιχείρηση»;

γ. Το αλβανικό κράτος έχει επιδείξει έως σήμερα υπευθυνότητα και ψυχραιμία αξιέπαινη. Ούτε πανζουρλισμός στους δρόμους ούτε εθνικιστικές μεγαλοστομίες ούτε αλβανικός στρατός στην Πρίστινα. Δεδομένου όμως ότι ο Κόσοβο δεν είναι το αντίστοιχο μιας «μικράς Ελλάδος», αλλά μάλλον μια «δεύτερη Αλβανία», είναι ενδιαφέρον να δούμε προς τα πού θα κινηθῄ το πράγμα. Κι αν η Αλβανία γίνῃ ένα «δεύτερο Κόσοβο»;

δ. Η βόρεια ακατονόμαστη γείτων ανησυχεί. Και εύλογα. Οι Κοσοβάροι έχουν τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και του ζηλωτή, έχουν εκλέξει πολέμαρχους για αρχηγούς τους, νιώθουν ότι οι μεγάλοι της Γης θα τους υποστηρίξουν σε ό,τι και να κάνουν. Η σταθερότητα της βόρειας Μακεδονίας θα έπρεπε να είναι πρώτιστος στόχος της βαλκανικής πολιτικής μας∙ αντ’ αυτού εμείς κουτσαβακικώς αρνησικυρούμε.

ε. Το νεογνό κράτος χρειάζεται βοήθεια για να σταθῄ στα πόδια του. Και θα ευγνωμονῄ για αυτήν για πολύ. Είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να αναγνωρίσῃ μεταξύ των πρώτων το Κόσοβο, πιέζοντας ταυτόχρονα για την προστασία της σερβικής και των άλλων μειονοτήτων. Η φιλία της Ελλάδας προς την Σερβία μπορεί να εκφραστῄ με την αποστολή υπαλλήλων, διοικητικών και αστυνομικών, στην Μιτρόβιτσα και την προώθηση της ευρωπαϊκής υποψηφιότητας της Σερβίας.

στ. Στο μυαλό πολλών υπάρχει η σκέψη του ασκού του Αιόλου. Αν ναι στο Κόσοβο, γιατί όχι στην Τσετσενία, στην Ταταρία, την Αμπχαζία, το Κουρδιστάν; Αλλά και: γιατί όχι στην Φλάνδρα ή στην Καταλωνία; Η καθυστέρηση του Κοσόβου εξαναγκάζει την Ευρώπη να ασχοληθῄ ξανά με το πρωτοεθνικιστικό στάδιο, την στιγμή που νόμιζε ότι είχε φτάσει πλέον στο μεταεθνικιστικό. Αν μπορεί να συναχθῄ ένας κανόνας από την «μοναδικότητα» του Κοσόβου, είναι ότι η εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας προϋποθέτει τον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων των μελών των μειονοτήτων της που τυγχάνουν τοπικές πλειοψηφίες. Το πού θα εφαρμοστῄ ο κανόνας αυτός όμως μάλλον δεν πρόκειται να το αποφασίσουμε εμείς.

ζ. Δυο λόγια για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι διαδηλωτές Κοσοβάροι κρατούσαν αμερικανικές (περισσότερες) και ευρωπαϊκές (λιγώτερες) σημαίες. Είναι στο χέρι της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιστραφῄ αυτή η αναλογία∙ θα έλεγα μάλλον ότι είναι καθήκον της να το επιτύχῃ αυτό. Έναν τρόπο μπορώ να σκεφτώ εύκολα: Η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο, η Αλβανία, η Μακεντονίγια θα ενταχθούν στην Ένωση ως μέλη του ίδιου κύματος διεύρυνσης και όχι χωριστά. Ας διασπαστούν όσο θέλουν και ας κάνουν όσους μικροεμφύλιους ανταρτοπόλεμους θέλουν∙ η μοίρα τους θα είναι κοινή και ευρωπαϊκή.

η. Κρατούσαν και βρετανικές σημαίες οι Κοσοβάροι. Αυτή η σημαία θα ανήκῃ μάλλον σε κάποια χώρα εκτός Ε.Ε.

θ. Εμείς οι Έλληνες έχουμε μια συναισθηματική ροπή προς τους Σέρβους και δεν εξαιρώ φυσικά ούτε τον εαυτό μου (το αξίζουν μόνο και μόνο για το μπάσκετ, διάολε!). Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε όχι μόνο τα εγκλήματα του εθνικισμού τους, όχι μόνο τα τακτικά διπλωματικά τους λάθη, αλλά και να προσαρμοστούμε στην πραγματικότητα και να κοιτάξουμε μπροστά. Μόνο έτσι θα βοηθήσουμε αποτελεσματικά και τους φίλους μας τους Σέρβους.

Ευρωτουρκικά

2 Φεβρουαρίου 2008

Έχουν κλείσει πια δύο χρόνια από την περιφανή νίκη των εβετζήδων στην ευρωπαϊκή σύνοδο του Λουξεμβούργου. Μέρες ευφορίας τότε για τους φιλότουρκους Ευρωπαίους, και δη και τους Έλληνες. Ας θυμηθούμε, σαν ευτυχή χρυσόψαρα που είμαστε, τι μεσολάβησε αυτά τα δύο χρόνια.

02266496_400.jpg


Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα απαγορεύθηκε στην Τουρκία κατά διαστήματα το
wordpress και το youtube. Τα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα παρέμειναν αποκλεισμένα από τους τουρκικούς προορισμούς, παρά τις επανειλημμένες περί του αντιθέτου δεσμεύσεις. Αποκεφαλίστηκαν Τούρκοι προσήλυτοι. Δολοφονήθηκαν Αρμένιοι δημοσιογράφοι και Ιταλοί ιερείς. Ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα Έλληνες δημοσιογράφοι. Το άρ. 301 τουρκΠΚ δεν καταργήθηκε. Η Αρμενική Γενοκτονία δεν αναγνωρίστηκε. Ο τουρκικός στρατός κατοχής των 40.000 ανδρών παραμένει σε κυπριακό έδαφος. O τουρκικός στρατός κατοχής του ιρακινού Κουρδιστάν ετοιμάζεται. Η τουρκική νεολαία πλημυρίζει τους δρόμους μόνο για να γίνῃ στρατιωτική εισβολή στο Ιράκ ή για να γίνῃ σεβαστή εις τους αιώνας των αιώνων η βούληση του Κεμάλ Ατατούρκ. Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση απηύθυνε και νέο κάσους μπέλλι. Ο Σγος Ηλιάκης δολοφονήθηκε. Ο κεμαλικός Μανολιός έβαλε τα ισλαμικά του ρούχα αλλιώς. Ο μύθος του Λευκού Τούρκου χλόμιασε.

Αλήθεια, αν το τουρκικό καθεστημένο, η τουρκική άρχουσα τάξη, ο τουρκικός λαός δεν ήθελαν την προσχώρηση στην ΕΕ, πόσο πιο σαφείς θα μπορούσαν να είχαν γίνει;

Η Τουρκία δεν ανήκει στην Ευρώπη. Ούτε γεωγραφικά (όπως δεν ανήκει η Ισπανία στην Αφρική και η Γαλλία στην Αμερική) ούτε πολιτισμικά –ναι, πολιτισμικά. Σήμερα επιτέλους δεν αντιμετωπίζεται (νομίζω!) σαν λεπρός όποιος αναφέρεται στην κοινή πολιτιστική εμπειρία των ευρωπαϊκών λαών και επιχειρεί να την οροθετήσῃ. Η ένταξη της Τουρκίας θα προκαλούσε μύρια όσα προβλήματα και στην ίδια, αλλά και στην Ε.Ε. Θα ανακούφιζε ενδεχομένως κάποιους περιδεείς και εμπερίστατους στο ΥπΕξ, αλλά θα σήμαινε το τέλος της Ευρώπης ως οράματος κοινής πατρίδας.

Η Ελλάδα έχει μείνει απελπιστικά μόνη στην πάσῃ θυσίᾳ προώθηση της υποψηφιότητας της Τουρκίας. Αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για ένα χαμένο σκοπό και κυρίως για ένα βαθύτατα αντιευρωπαϊκό σκοπό. Extra Europam nulla salus!, ανακράζουν έμφοβοι. Είναι όμως ίδιον των υπεύθυνων πολιτικών να αναγνωρίζουν τα σφάλματά τους. Ό,τι καρπούς είχε να αποδώσῃ στην Ελλάδα η μικρο-πολιτική αυτή τακτική, ευφυής ως ένα σημείο, απέδωσε. Είναι καιρός όμως να ασχοληθούμε πιο σοβαρά και με την μακρο-πολιτική. Είναι καιρός να κατεβούμε από το εδώ και καιρό εκτροχιασμένο τραίνο της τουρκικής υποψηφιότητας. Είναι καιρός να προτάξουμε το ευρωπαϊκό συμφέρον του ελλαδικού.

Ο Επιμενίδης, η Ντόρα και ο Αντώναρος

10 Ιανουαρίου 2008

Το αυτί μου έπιασε σήμερα στην TV δύο δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών. Θέλω να τις σχολιάσω εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα χρονιά στο Συνιστολόγιο με πολιτική κριτική.
Είπε ο κ. Αντώναρος: «Όπως γνωρίζετε εγώ δεν σχολιάζω τοποθετήσεις τις οποίες κάνουν οι υπουργοί. Είναι γνωστό ότι αυτή η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κ.Καραμανλή, και όλα τα μέλη της κυβέρνησης μιλάνε πάντα τη γλώσσα της αλήθειας». [δήλωση 1]

Είπε η κ. Ντόρα Μπακογιάννη: «Οι πολιτικοί δεν τολμούν να μιλήσουν καθαρά. Η κοινή γνώμη υποστηρίζει ότι δεν αξίζει να ακούς έναν πολιτικό γιατί όλοι λένε ψέματα». [δήλωση 2]

Οι παραπάνω δηλώσεις παρουσιάζουν πολυδιάστατο ενδιαφέρον. Θα αναφερθώ μόνο σε ορισμένες λογικές και πολιτικές πτυχές αυτού του ενδιαφέροντος.

Δήλωση 1:
Στη δήλωση 1 υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση: Από τη μια ο κ. Αντώναρος λέει ότι δεν σχολιάζει δηλώσεις υπουργών και από την άλλη σχολιάζει ακριβώς αυτές τις δηλώσεις, λέγοντας ότι οι τελευταίες δεν είναι ποτέ ψευδείς. Εκτός τούτου, ο κ. Αντώναρος φαίνεται να ξεχνά ότι και ο ίδιος ανήκει υπό εύλογη έννοια στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου η δήλωση 1 αποτελεί δήλωση κυβερνητική. Έτσι, η περί αληθείας των κυβερνητικών δηλώσεων δήλωσή του, καταλαμβάνει και τον εαυτό της. Ο κ. Αντώναρος εγγυήθηκε την αλήθεια της προσωπικής του δηλώσεως περί της αλήθειας των κυβερνητικών δηλώσεων μέσω της τελευταίας. Ποιόν να έπεισε άραγε;

Δήλωση 2:
Η δήλωση αυτή, νομίζω ότι ισοδυναμεί -σε μια εύλογη ερμηνεία- με τη δήλωση «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς». Την ερμηνεία αυτή δέχτηκαν πράγματι και τα περισσότερα ΜΜΕ ως εύλογη. Το βασικό πρόβλημα της 2 αν διαβαστεί έτσι (και δεν βλέπω άλλον τρόπο να διαβαστεί), είναι ότι αποτελεί και αυτή μια πολιτική δήλωση. Το ερώτημα λοιπόν, είναι γιατί να μην δεχθεί κανείς ότι η δήλωση 2 ανήκει στις ψευδείς πολιτικές δηλώσεις την ύπαρξη των οποίων η ίδια ισχυρίζεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κ. Μπακογιάννη ψεύδεται ότι «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς» και επομένως αληθεύει ότι «Ουδεμία πολιτική δήλωση είναι ψευδής». Πώς μπορεί όμως τότε η κ. Μπακογιάννη να λέει ψέματα;

Στα παραπάνω νομίζω ότι από λογικής απόψεως λανθάνει το γνωστό από την αρχαιότητα παράδοξο του ψευδομένου (ή του Επιμενίδη). Πληρέστερη ανάλυση αυτού του παραδόξου δεν μπορεί εδώ να γίνει, αρκεί όμως να επισημανθεί ότι η λύση του στην επιστημολογία, επιχειρήθηκε κυρίως μέσω της διάκρισης δύο διαφορετικών επιπέδων γλώσσας (γλώσσα αντικείμενο-μεταγλώσσα: Μεταγλώσσα είναι η γλώσσα στην οποία γίνεται λόγος για τις προτάσεις μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας-αντικειμένου). Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία και για την πολιτική κριτική των δηλώσεων 1 και 2, στην οποία περνώ αμέσως.

Είναι οφθαλμοφανές, ότι στις δηλώσεις 1 και 2 των Αντώναρου και Μπακογιάννη, κρύβεται μια πολύ «κακή» συνήθεια των Ελλήνων πολιτικών, την οποία ο πολύς κόσμος δεν συνειδητοποιεί και ο τύπος δεν έχει στηλιτεύσει επαρκώς (γι’αυτό και η συνήθεια διατηρείται): Πρόκειται για τη συνήθειά τους να μιλούν για τους εαυτούς τους και τις δηλώσεις τους αντί να ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας γύρω τους. Να περιστρέφονται αμέριμνοι γύρω από τον προσωπικό τους άξονα, αγνοώντας όχι μόνο λογικά παράδοξα (αυτό είναι το λιγότερο!) αλλά και παράλογες καταστάσεις της καθημερινότητας, τις οποίες θα έπρεπε να εξαλείφουν ή να περιορίζουν. Να πουλάνε δήθεν ειλικρίνεια αναφερόμενοι στις δηλώσεις τους με νέες δηλώσεις, που όμως ουδένα αφορούν: Γιατί ουδείς ζήτησε από την κ.Μπακογιάννη να μας κάνει κοινωνιολογική ανάλυση σχετικά με το αν οι πολιτικοί λένε αλήθεια ή ψέματα (και θα ήταν βλακώδες να ζητήσει κανείς από έναν πολιτικό να το κάνει αυτό). Ουδείς ζήτησε επίσης από τον κ. Αντώναρο να διαβεβαιώνει την αλήθεια των δηλώσεων των κυβερνητικών στελεχών με πομπώδη τρόπο: Φαντάζομαι ότι του ετέθηκαν πολύ πιο συγκεκριμένα ερωτήματα από τους δημοσιογράφους (στα οποία όμως αμφιβάλλω αν απάντησε)…

Η λογικοπολιτική αστοχία των δηλώσεων υπό 1 και 2, έχει λοιπόν μια τραγελαφική κατάληξη: Ο μεν κ. Αντώναρος ενδέχεται με την 1 να διαβεβαίωσε την αλήθεια της δήλωσης της κ. Μπακογιάννη ότι μερικοί πολιτικοί ψεύδονται (ενώ ήθελε να μας πει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να διαψεύσει τη 2 ως προς τα κυβερνητιξά στελέχη). Η δε κυρία Μπακογιάννη ενδέχεται να μας είπε με την 2 ότι ουδείς πολιτικός ψεύδεται (ενώ ήθελε επίσης να μας πει το ακριβώς αντίθετο, αφήνοντας υπονοούμενα για κυβερνητικά στελέχη).

Και όλα αυτά, στην Ελλάδα του 2008, για έναν απλό λόγο: Διότι οι πολιτικοί της αποφάσισαν για άλλη μια φορά να μιλήσουν αυτάρεσκα για τον εαυτούλη τους ενώ θα έπρεπε να μας έχουν μιλήσει για την κοινωνία.

Populus iure naturali solutus?

28 Νοεμβρίου 2007

Το θέμα του σημερινού μου άρθρου με το ιχθυωτικό λατινοφανές γλωσσικό του ένδυμα δεν ξέρω αν καλύτερα χαρακτηρίζεται νομικό ή φιλοσοφικό. Θα ήθελα μάλλον να είναι νομικό, με την έννοια του να δοθῄ κάποια ενδονομική λύση σε αυτό, αλλά μάλλον υπάγεται στην δικαιοδοσία της πολιτικής φιλοσοφίας. Αναφέρομαι σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες κάποια, δημοκρατικώς θεσπισμένη, συνταγματική ρύθμιση είναι αντίθετη με αυτό που οι περισσότεροι από εμάς θα θεωρούσαν ως όντως Δίκαιο, είτε το ονομάσουμε αυτό φυσικό δίκαιο είτε θεϊκή εντολή είτε φιλελεύθερο παράδεισο είτε σοσιαλιστική νομιμότητα είτε αστακομακαρονάδα είτε όπως αλλιώς. Με άλλα λόγια, ποια είναι η νομική τύχη μιας συνταγματικής ρύθμισης η οποία, αν βρισκόταν στο κοινό νομοθετικό επίπεδο, θα κρινόταν αδίστακτα αντισυνταγματική και μάλιστα αντίθετη στις θεμελιώδεις διατάξεις του συγκεκριμένου συντάγματος, εκείνες ακριβώς που ανήκουν στον κοινό συνταγματικό πολιτισμό μας;

Πολλοί θα με κατηγορήσουν πάλι ότι μικρολογώ και ότι ασχολούμαι με απιθανότητες που δεν πρόκειται ποτέ να απασχολήσουν τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Μπορεί και μακάρι∙ εκτός όμως του ότι έργο του νομικού δεν είναι μόνο να κολλάῃ μεγαρόσημα, αλλά και να στοχάζεται για εκείνες τις περιπτώσεις οι οποίες δοκιμάζουν την κρίση του και οξύνουν την φαντασία του, καθόλου δεν νομίζω ότι παρόμοιες περιπτώσεις βρίσκονται στον χώρο της επιστημονικής νομικής φαντασίας: η θανατική ποινή στις ΗΠΑ και η προστασία της ζωής∙ η κληρονομική βασιλεία κάποιων χωρών της Εσπερίας και η αρχή της ισότητας.

Ας κάνουμε τώρα ένα από αυτά τα νοητικά πειράματα στα οποία αρέσκονται οι φιλόσοφοι.

Στην Δημοκρατία της Κνωσσού η Συντακτική Συνέλευση εργάζεται πυρετωδώς για το νέο Σύνταγμα της χώρας. Σε αυτό περιλαμβάνεται ομοθύμως και το εξής άρθρο:

«Κάθε χρόνο επτά νέοι και επτά νέες που επιλέγονται με κλήρωση θυσιάζονται στον Μινώταυρο».

Πρέπει να σημειώσω ότι υπήρξε κάποια συζήτηση ως προς τον τρόπο επιλογής των δεκατεσσάρων θυμάτων του Μινώταυρου. Προτάθηκαν σχετικώς διάφορες ρυθμίσεις, όπως π.χ. η μέθοδος της εκλογής με καθολική, μυστική και ίση ψηφοφορία ή η μέθοδος της αλφαβητικής εναλλαγής. Συζητήθηκε επίσης εκτενώς αν η προβλεπόμενη αναφορά σε «νέους» και «νέες», έστω και σε ίσο αριθμό, εισήγε κάποια έμφυλη διάκριση απᾴδουσα με το γράμμα και το πνεύμα άλλων συνταγματικών ρυθμίσεων, καθώς και το ενδεχόμενο αυξομείωσης των ποσοτικών εισφορών κάθε φύλου χάριν θετικής διακρίσεως. Συνελόντι ειπείν και αφού τηρήθηκαν σχολαστικά όλοι οι κανόνες της έλλογης διαβούλευσης σε μια πολυφωνική-πολυπολιτισμική-μετανεωτερική δημοκρατία, τελικά προτιμήθηκε η οδός της κλήρωσης ως η πλέον συμβατή με την συνταγματική αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται εμφατικά και στο κνωσσικό Σύνταγμα όπως και στο ελληνικό.

Ερωτάται αν αποτελῄ δίκαιο η εν λόγῳ ρύθμιση. Όχι αν εφαρμόζεται βέβαια, αυτό δεν με ενδιαφέρει. Ούτε όμως αν είναι δίκαιη: προφανώς δεν είναι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ερωτώ κατά πρώτον αν ισχύῃ∙ και σε δεύτερο βαθμό θα τολμούσα να ρωτήσω αν στοιχειοθετῄ κἀν δίκαιο.

Υπάρχουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα. Η απάντηση που ευνοώ στο πρώτο ερώτημα επιχειρεί να ανασύρῃ από την ναφθαλίνη της νομικής θεωριοθήκης την θεωρία περί αντισυνταγματικών συνταγματικών διατάξεων, η οποία, με το οξύμωρο και παράδοξο όνομά της, προσπάθησε μεταπολεμικά να προστατεύσῃ την αρτιγέννητη Δημοκρατία της Βόννης από μελλοντικούς συνταγματικούς κινδύνους. Για την διάκριση και ιεράρχηση συνταγματικών διατάξεων, κατά τρόπον ώστε να αναγνωρίζωνται διαφορετικά επίπεδα τυπικής ισχύος και ωρισμένες συνταγματικές διατάξεις να οφείλουν συμμόρφωση ή έστω μη αντίθεση σε άλλες, διακρίνω πρόχειρα δύο τρόπους: ο πρώτος, πιο τυπικός, αξιοποιεί την διάκριση αναθεωρήσιμων και μη αναθεωρήσιμων διατάξεων του Συντάγματος. Αν η διαφοροποίηση ως προς την αναθεωρησιμότητα έχῃ κάποιο νόημα, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ότι οι μη αναθεωρήσιμες διατάξεις είναι ανώτερες. Ίσως να μην είναι ανώτερες με τον τρόπο που ένας τυπικός νόμος είναι ανώτερος ενός προεδρικού διατάγματος, αλλά είναι ανώτερες.

Ο δεύτερος τρόπος που έχω κατά νου είναι ουσιαστικώτερος και, εύλογα, πιο αφῃρημένος και δυσχερής στην πρακτική του εφαρμογή. Ερείδεται στην διάκριση συνταγματικών αρχών και συνταγματικών κανόνων που απορρέουν από αυτές. Εάν ο κανόνας, η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, συγκρούεται με την αρχή, είναι ανίσχυρος.

Η διπλή απάντηση που έδωσα στο πρώτο ερώτημα, αυτό της ισχύος του επίμαχου συνταγματικού κανόνα, είναι μια απάντηση λίγο πολύ νομική και ως τέτοια έχει και νομικά όρια. Τι θα συμβῄ δηλαδή αν το κνωσσικό Σύνταγμα συμβαίνῃ να μην προστατεύῃ την ανθρώπινη ζωή σε κάποια διάταξή του; Τι θα συμβῄ αν, αντιθέτως, διακηρύσσει ότι π.χ. «η διατήρηση της ζωής του πολίτη εξαρτάται από την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος/την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης/τον σεβασμό της βούλησης της δημοκρατικώς εκπεφρασμένης πλειοψηφίας»; Μήπως εν προκειμένῳ το τεθέν συνταγματικό δίκαιο δεν είναι άξιο του ονόματος δίκαιο, αλλά είναι ένας κανόνας άλλους είδους, παρόμοιος με τους κανόνες διαρπαγής της λείας στους Ούννους ή εκτέλεσης των εντολών στους μαφιόζους;

Κάπου εδώ το ζήτημα εκφεύγει πλέον οριστικώς της επιχειρηματολογικής μου ικανότητας. Ίσως επανέλθω όταν μεγαλώσω και ωριμάσω.

ΥΓ: Μετά από παρατήρηση του Ασμοδαίου, έκανα την αναγκαία γραμματική διόρθωση στον τίτλο. Τα λατινικά στρινγκ θέλουν και επιδέξιους nates!

Περί μεταναστεύσεως

13 Νοεμβρίου 2007

Οι πιο σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσῃ η Ελλάδα τις δεκαετίες που έρχονται είναι η μετανάστευση και το ασφαλιστικό. Ιδού μερικές σκέψεις για την μεταναστευτική πολιτική του μέλλοντος.

Α) Η μετανάσταση είναι αναπόφευκτη.

Η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα. Η Ελλάδα είναι πέρασμα σε ακόμα πιο πλούσιες χώρες. Η μετανάστευση κατευθύνεται από τις φτωχές χώρες στις πλούσιες, όπως ακριβώς η θερμότητα μεταφέρεται από τα θερμά σώματα στα ψυχρά. Έτσι απλά. Όσο γρηγορώτερα το πάρουμε απόφαση, τόσο καλύτερα. Οι μετανάστες για να φτάσουν εδώ αποχαιρέτησαν οικογένειες και πατρίδες, πέρασαν βουνά και θάλασσες, πουλήθηκαν σε δουλεμπόρους, κρύωσαν, πείνασαν, θαλασσοπνίγηκαν, ανατινάχτηκαν από νάρκες. Δεν τους το ζητήσαμε, αλλά προσωπικά συγκινούμαι από τον πόνο, την ελπίδα και την λαχτάρα που συνοδεύει κάθε τέτοια ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να ζήσῃ μαζί μας. Και όχι μόνο αυτό: κατανοώ ότι κανένα Λιμενικό Σώμα, κανείς νόμος και κανένας κατάλογος ανεπιθύμητων αλλοδαπών δεν πρόκειται να σταματήσῃ την ανθρώπινη απελπισία και την ανθρώπινη ανάγκη.

Β) Η μετανάστευση είναι ωφέλιμη.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να αποφύγῃ, αλλά κατ’ ευτυχή συγκυρία έχει ανάγκη τους μετανάστες. Οι μετανάστες θα αναλάβουν την ανειδίκευτη εργασία που οι πλούσιοι και μορφωμένοι ιθαγενείς δεν θέλουν να κάνουν, οι μετανάστες θα σώσουν το ασφαλιστικό σύστημα από την κατάρρευση, οι μετανάστες θα προσφέρουν οικονομική στήριξη και δι’ αυτής πολιτική σταθερότητα στις χειμαζόμενες πατρίδες τους, οι μετανάστες θα μετατρέψουν τον άρρωστο δημογραφικό αμανίτη σε υγιά πυραμίδα, οι μετανάστες θα δώσουν το ανθρώπινο δυναμικό που θα στηρίξῃ μακροπρόθεσμα την ελληνική ανάπτυξη, την ελληνική ισχύ, την ελληνική ευημερία.

Γ) Η μετανάστευση είναι δίκαιη.

Όχι μόνο όμως είναι αναπόφευκτη, όχι μόνο είναι συμφέρουσα, αλλά η μετανάστευση συνιστᾴ εκπλήρωση και ενός ηθικού χρέους αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Είτε ευθυνώμαστε είτε όχι για την γενοκτονία στο Σουδάν ή την ανέχεια στην Μολδαβία, από την στιγμή που συνάνθρωποί μας δυστυχούν δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: κάτι πρέπει να κάνουμε. Και η μετανάστευση είναι μια καλή αρχή.

Δ) Τι δέον γενέσθαι;

Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική είναι ακριβώς αυτό: τυπικά ελληνική. Από την ολοκληρωτική έλλειψη ρύθμισης της δεκαετίας του ’90, δηλαδή την ολοκληρωτική παρανομία, την πλήρη ασυδοσία και ανασφάλεια, περάσαμε στην υπερρύθμιση της δεκαετίας του ’00, τις ατελείωτες λεπτομέρειες, τον ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό έλεγχο, την εισπρακτική λογική, τις αυστηρές ποινές, την συνακόλουθη ημιπαρανομία.

Ο ισχύων μεταναστευτικός νόμος είναι ο ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3536/2007. Θέλω να σχολιάσω ειδικά ένα τμήμα του νόμου αυτού, την αναγωγή σε έγκλημα της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, που προβλέπεται στο άρ. 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, και την τιμώρηση αυτού του ψευδεγκλήματος με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και με εξοντωτική χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων ευρώ.

Αντ’ αυτού η ρύθμιση θα έπρεπε να έχῃ ως εξής: η είσοδος στην επικράτεια παραμένει άδικη πράξη, γιατί κάθε κράτος έχει συμφέρον να ελέγχῃ ποιος εισέρχεται στο έδαφός του. Το άδικο της πράξης όμως είναι διοικητικό και μόνο. Η σχετική παράβαση τιμωρείται με διοικητική απέλαση. Η ποινική διάταξη αναδιατυπώνεται ώστε η τέλεση οποιουδήποτε εκ δόλου πλημμελήματος ή κακουργήματος να είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, δηλαδή η παράνομη είσοδος στην επικράτεια θα τιμωρήται ως έγκλημα αν και μόνον αν ο υπαίτιος διαπράξῃ στην συνέχεια κάποιο εκ δόλου πλημμέλημα ή κακούργημα. Η διοικητική απέλαση δεν αποκλείει την μεταγενέστερη νόμιμη είσοδο στην επικράτεια, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου.

Με αυτήν την απoποινικοποίηση επιτυγχάνεται αφενός η προστασία της κρατικής κυριαρχίας, εφόσον ούτως ή άλλως όποιος εισέρχεται παράνομα θα απελαύνεται, αφετέρου, το κυριώτερο, ο αποστιγματισμός του παράνομου μετανάστη, ο οποίος ως τώρα θεωρείται εγκληματίας, απειλείται με βαρύτατες ποινές, έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο και όχι σπάνια μένει φυλακισμένος για πολλούς μήνες, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί να πληρώσῃ τις ασύλληπτες χρηματικές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου, θα διατηρῄ πάντοτε την ελπίδα, γιατί η Ελλάδα δεν θα έχῃ κλείσει οριστικά τις πόρτες της για αυτόν, αλλά μόνο στον βαθμό που θα επιχειρῄ την παράνομη είσοδο.

Όλοι οι καλοί χωράνε.


Η ελεύθερη αγορά των αισθημάτων ΙΙ

3 Νοεμβρίου 2007

Ας αναλογιστούμε λίγο τον παραλληλισμό που έκανα την προηγούμενη φορά. Καθένας μας πουλάει και αγοράζει στην αγορά του έρωτα. Πουλάει τον εαυτό του (τα πτυχία του, το πνεύμα του, τα ποντίκια του, τα λεφτά του μπαμπά του, το δασύτριχο στέρνο του) και αγοράζει με αυτόν το αντικείμενο του πόθου του. Σε αυτήν την συμβαση ανταλλαγής την τιμή καθορίζει η ίδια η αγορά, και μάλιστα χωρίς καμία απολύτως παρέμβαση. Αν ο Καλλίρης αξίζει δύο Αναγνωστόπουλους, θα το κρίνῃ η αγορά, δηλαδή εν προκειμένῳ όσοι και όσες «αγοράζουν» άντρες. Αν ο Αναγνωστόπουλος δεν τα καταφέρῃ, λυπούμεθα, ας πρόσεχε.

Ας προχωρήσω με ένα νοητικό πείραμα. Η τα πάντα πληρούσα Κυβέρνηση, θεωρώντας απαράδεκτη την ισορροπία τιμών που έχει διαμορφωθεί στην αγορά του έρωτα και διαβλέποντας κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής στην ολοένα μεγαλύτερη αντιζηλία Ωραίων και Άσχημων, προβαίνει στον διοικητικό καθορισμό των τιμών, προβλέποντας ανώτατη τιμή πωλήσεως της ομορφιάς και κατώτατη εγγυημένη τιμή πωλήσεως της ασχήμιας. Και για να μην παραβιαστούν ατομικά δικαιώματα σε δραστικό βαθμό, η πάνσοφος Κυβέρνηση παραγγέλλει την κατασκευή του Ερμαφρόδιτου, ενός εξειλιγμένου ανθρωποειδούς μηχανήματος, κατάλληλου να ικανοποιήσῃ όλες τις ερωτικές επιθυμίες. Σε κάθε Άσχημο παρέχεται η εγγύηση δισεβδομαδιαίας χρήσης του πλησιέστερου διαθέσιμου Ερμαφρόδιτου έναντι συμβολικού ποσού∙ για φοιτητές και συνταξιούχους προβλέπονται ειδικές τιμές.

Προς στιγμήν οι Άσχημοι αναθαρρεύουν από την πολιτική τους νίκη∙ μπορούν πλέον να έχουν την ασφάλεια ότι σε κάθε περίπτωση θα μπορούν να βρουν ερωτικό σύντροφο. Η πραγματικότητα όμως άλλα κελεύει: Πολλοί Άσχημοι, γνωρίζοντας ότι θα βρουν Ωραίους συντρόφους, έστω και από τους λιγώτερο Ωραίους, χάνουν κάθε κίνητρο να βελτιώσουν την εμφάνισή τους, ώστε να περάσουν στην κατηγορία των Ωραίων, π.χ. χάνοντας βάρος ή πηγαίνοντας στο γυμναστήριο ή διαβάζοντας Συνιστολόγιο. Αντιθέτως, κάποιοι Ωραίοι συνειδητοποιούν ότι συμφέρει περισσότερο η περιωρισμένη, αλλά βέβαιη ερωτική επιτυχία των Άσχημων παρά ο μόχθος της δίαιτας, των ονυχοκόμων και της τοπικής αποτρίχωσης για να παραμείνῃ κανείς Ωραίος. Χάνοντας κάθε σχετικό κίνητρο, μεταπίπτουν στην κατηγορία των Άσχημων. Πολύ σύντομα οι Άσχημοι πολλαπλασιάζονται και όχι πολύ μετά εξαφανίζονται οι Ωραίοι. Όσοι κατά τύχη γεννιούνται Ωραίοι, προσπαθούν να το κρύψουν εξαιτίας της κοινωνικής κατακραυγής, υποβαλλόμενοι σε πλαστικές εγχειρήσεις και αντιγράφοντας το χτένισμα του τρίτου εκ των συνιστολόγων. Δεν υπάρχουν πλέον Άσχημοι και Ωραίοι και όλοι μπορούν να κάνουν σεξ με όλους, τηρώντας την πολιτική ευπρέπεια βεβαίως βεβαίως. Το κράτος μπορεί πλέον να μαραθῄ και η κρατική παρέμβαση να σταματήσῃ: ο ερωτικός κομμουνισμός έχει επιτευχθεί.

Τι θα έχῃ απογίνει όμως η ομορφιά;