Archive for the ‘Παιγνιώδη’ Category

Η γκιουλιβεριανή αγελάδα του νομικού

21 Δεκεμβρίου 2007

Στον έξω από το Συνιστολόγιο κόσμο, στις καρδιές των ανθρώπων που δεν είναι νομικοί (ή -ορθότερα- που είναι μη-νομικοί) επικρατεί μια σταθερή καχυποψία απέναντι στους νομικούς. Επικρατεί η γνώμη και η πεποίθηση ότι οι νομικοί προβαίνουν σε τερτίπια με τη γλώσσα και το δίκαιο (ή καλύτερα με τη γλώσσα του δικαίου), κοροϊδεύοντας τον απλό κοσμάκη και κάνοντας τελικά το δικό τους, ενόσω η «πραγματική» Δικαιοσύνη κοιμάται τον γνωστό μακάριο ύπνο της…
Ο κόσμος δεν πιστεύει γρι από τις αναλύσεις των νομικών, όχι μόνο δεν τις καταλαβαίνει αλλά και είναι βαθιά προκατειλημμένος εναντίον τους ακόμη και όταν κάποτε είναι σε θέση να τις καταλάβει. Θεωρεί ότι το Δίκαιο μονοπωλείται από μια συντεχνία καπάτσων σοφιστών που με πονηριές και ρητορείες αθωώνουν τους ενόχους, ενοχοποιούν τους αθώους, καταδικάζουν τους δίκαιους και δικαιώνουν τους αδίκους…Για τον πολύ κόσμο η διαστροφή του δικαίου οφείλεται και μπορεί να αναχθεί σε μια διαστροφή των νομικών, ενώ και το άδικο -ως διεστραμμένο δίκαιο- δεν είναι παρά το προϊόν που παρήγαγε το στραβό κεφάλι ενός διεστραμμένου νομικού (δικαστή ή δικηγόρου)…

Υποψιάζομαι ότι οι ρίζες αυτής της αντίληψης είναι βαθιές. Υποψιάζομαι επίσης ότι στη σχετική προκατάληψη μετέχουν τόσο ένας πυρήνας αληθείας όσο και ένας περίβολος ανάμικτος από φθόνο για τους κλειδοκράτορες του δικαίου, δέος μπροστά στην πολύπλοκη (και δύσκολη!) νομική σκέψη, βαθιά απογοήτευση για πραγματικές αδικίες του παρελθόντος, κοινωνικά συμπλέγματα, ταξικούς ανταγωνισμούς και άλλα πολλά. Προχθές μάλιστα, σε μια από τις ιστορίες στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Jonathan Swift, βρήκα μια εξαιρετική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης με την οποία ο μη-νομικός μου εαυτός γέλασε από καρδιάς και το νομικό μου alter-ego ντράπηκε και κοκκίνισε μέχρι τ’αυτιά.

Νομίζω λοιπόν, ότι ενόψει εορτών και σχετικής περισυλλογής μπορώ να αποχαιρετήσω τη χρονιά που φεύγει με ένα αυτοκριτικό post: Παραθέτοντας αντί για δικές μου μπαρούφες, μια απολαυστική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης κατά του είδους μου, του Homo-Juristus, σε πρόχειρη μετάφραση. Μιλάει ο Γκιούλιβερ του Swift και περιγράφει γλαφυρά στον συνομιλητή του την εικόνα των νομικών και την κατάσταση-λειτουργία της Δικαιοσύνης στη χώρα του, εκεί στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα…Πόσα έχουν άραγε αλλάξει μέχρι σήμερα; Ας μας απαντήσουν οι μη-νομικοί.

«…υπήρχε μια κοινότητα ανθρώπων μεταξύ μας, μεγαλωμένοι από τα μικράτα τους στην τέχνη της απόδειξης, με πολυλογίες γι’αυτό, ότι το άσπρο είναι μαύρο και το μαύρο άσπρο, ανάλογα με το πόσο πληρώνονταν. Σ’ αυτή την κοινότητα όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι σκλάβοι. Για παράδειγμα, αν ο γείτονάς μου εποφθαλμιά την αγελάδα μου βρίσκει και έναν δικηγόρο για να αποδείξει ότι επιβάλλεται να μου την πάρει. Πρέπει τότε κι εγώ να προσλάβω έναν άλλον για να υπερασπιστώ το δικαίωμά μου, καθώς αντίκειται στους ορισμούς του νόμου ένας άνθρωπος να μπορεί να εκπροσωπήσει τον εαυτό του. Τώρα, σ’αυτή την περίπτωση, εγώ που είμαι ο δικαιούχος (της αγελάδας) βρίσκομαι ενώπιον δύο σοβαρών μειονεκτημάτων: Πρώτα πρώτα ο δικηγόρος μου, καθώς έχει σχεδόν από την κούνια του εξασκηθεί στο να υπερασπίζεται το ψέμα, είναι αρκετά έξω από τα νερά του όταν καλείται να υπερασπιστεί το Δίκιο, πράγμα που είναι μια αφύσικη αποστολή που την επιχειρεί πάντα με μεγάλη αδεξιότητα, αν όχι με κακοτροπία. Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι ο δικηγόρος μου πρέπει να προχωρήσει με μεγάλη προσοχή αλλιώς θα τον επιπλήξουν οι δικαστές και θα τον αποδιώξουν οι συνάδελφοί του, σαν κάποιον που ευτελίζει την πράξη του δικαίου. Και κατά συνέπεια, δεν μένουν παρά δύο μέθοδοι για να διατηρήσω την αγελάδα μου. Η πρώτη είναι να εξαγοράσω με διπλάσια αμοιβή τον δικηγόρο του αντιδίκου μου που τότε θα προδώσει τον πελάτη του, υποβάλλοντας του ύπουλα την ιδέα ότι έχει το δίκιο με το μέρος του. Ο δεύτερος δρόμος είναι να κάνει ο δικηγόρος μου την υπόθεσή μου να φανεί όσο πιο άδικη γίνεται, επιτρέποντας έτσι η αγελάδα να ανήκει στον αντίδικό μου: και αυτό, αν γίνει με δεξιοτεχνία, σίγουρα θα κερδίσει προκαταβολικά την εύνοια της έδρας. Τώρα πρέπει η Υψηλότης σας να ξέρει ότι οι δικαστές της έδρας είναι πρόσωπα διορισμένα να κρίνουν όλες τις διαφορές περί κυριότητας καθώς επίσης και τη δίκη των εγκληματιών και επιλέγονται μεταξύ των πιο δεινών δικηγόρων που είτε έχουν πια γεράσει ή έχουν γίνει τεμπέληδες: και καθώς είναι σε όλη τους τη ζωή προκατειλημμένοι κατά της αλήθειας και της αμεροληψίας, βρίσκονται σε μια τόσο αναπόδραστη ανάγκη να υπερασπίζονται την απάτη, τη διαστροφή και την καταπίεση, ώστε γνωρίζω μερικούς από αυτούς που προτίμησαν να αρνηθούν ένα γερό λαδωμα από την πλευρά που είχε το δίκιο με το μέρος της, παρά να προδώσουν τον κλάδο τους κάνοντας κάτι που αντίκειται στη φύση ή τη δουλειά τους»…

υγ. Ο τίτλος μου παραπέμπει σε παλιότερο άρθρο του Συ-Συνιστολόγου μου ΑΑ. Τον διάλεξα γιατί θέλω η «ρωλσιανή κατσίκα» του γείτονα και η «γκιουλιβεριανή αγελάδα» του νομικού να κάνουν στο εξής παρέα στο Συνιστολόγιο και να ξυπνούν με τους μυκηθμούς τους τα νομικά και τα φιλοσοφικά μας αντανακλαστικά.

Advertisements

Μονόπρακτο περί δεξισμού

15 Δεκεμβρίου 2007


Dramatis personae:


Ολοφυρόμενος Αριστεριστής

Ωρυόμενος Αριστεριστής

Αλαλάζων Αριστεριστής

Συνιστολόγος

Χορός Ευαισθήτων Κυριών με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας

Κάποτε στον 21ο αιώνα. Κάπου στην πεπολιτισμένη Δύση. Ίσως σε κάποιο σεμινάριο πολιτικής φιλοσοφίας. Ίσως στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ.

Ολοφυρόμενος Αριστεριστής: (κατηφής, χαμηλόφωνα, αλλά με εξάρσεις της έντασης της φωνής σε κρίσιμα σημεία) Πολλές είναι οι συμφορές μέσα στον κόσμο, αλλά καμιά δεν μοιάζει με την συμφορά που βαραίνει εμάς τους αριστεριστές. Εμείς, οι λίγοι, η μειονότητα που συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε κυρίως το αριστερό μας χέρι, είμαστε παντού ξένοι, παντού παρείσακτοι, παντού ιδιόμορφοι. Όταν γράφουμε με το μολύβι, όταν κόβουμε με το ψαλίδι, όταν οπλίζουμε το G3, όταν ψήνουμε ένα καφφέ, όταν οδηγούμε, όταν, όπως τώρα, πιάνουμε το έρμο το ποντίκι του υπολογιστή, παντού και πάντα η τυραννία των δεξιστών μας κατατρέχει. Αιώνες καταπίεσης μας κυνηγούν, όταν οι πατέρες μας και οι προπατέρες μας τιμωρούνταν στο σχολείο, επειδή έγραφαν με το αριστερό, ή, ακόμα χειρότερα, έκαναν τον σταυρό τους με το αριστερό χέρι. Το ίδιο μας το όνομα, αριστεριστής, είναι ένα σύμβολο καταπίεσης, μια προσπάθεια των δεξιστών να ξορκίσουν ευφημιστικά τον λαιό τρόμο που είχε δημιουργήσει η προκατάληψή τους. Η Γη περιστρέφεται προς τα δεξιά, ο Υιός κάθηται εκ δεξιών του Πατρός και οι ευνοϊκοί οιωνοί πετούν προς τα δεξιά από τότε που ο δεξιστικός ολοκληρωτισμός έδειξε για πρώτη φορά το απαίσιο πρόσωπό του. «Να πάνε όλα δεξιά», «δεξιοτέχνης» και «αδέξιος», «μπαίνω με το δεξί» είναι τα αιώνια γλωσσοκοινωνιολογικά σύμβολα της καταπίεσής μας. Σε ένα κόσμο φτειαγμένο από δεξιστές, με δεξιστές και μόνο για δεξιστές καλούμαστε να επιβιώσουμε εμείς, τα απολωλότα ερίφια της ζωής.

Χορός Ευαισθήτων Κυριών

με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας: (έκπληκτες και έντρομες) Ωχού, τα καημενούλια μου!

Ωρυόμενος Αριστεριστής: (με αυτοπεποίθηση και ελαφρό στόμφο) Ναι∙ αλλά τώρα αντιπαλεύουμε με ορμή την καταπίεση. Νέος αιώνας ανατέλλει, όπου δεν θα υπάρχουν πάνω στην γη αριστεριστές και δεξιστές, παρά μόνο άνθρωποι, δεν θα υπάρχουν προκαταλήψεις, τιμωρίες και αντιπαραθέσεις ούτε εκμετάλλευση παρά μόνο αρμονία και συμφιλίωση των χεριών. Η εποχή της πραγματικής ισότητας και της άρσης κάθε σύγκρουσης έρχεται!

Αλαλάζων Αριστεριστής: (αλαλάζοντας δίκην γενικής συνελεύσεως) Συνάδελφε Ωρυόμενε Αριστεριστά, θέλει δουλειά πολλή μέχρι να μπορέσουμε να πετύχουμε την πραγματική ισότητα, όχι αυτήν την νομικίστικη, την αραχνιασμένη μέσα στις μουχλιασμένες σελίδες των βιβλιοθηκών, αλλά την αληθινή, αυτή που ποθούμε και θα μπορέσῃ να κάνῃ την ζωή μας πιο πλήρη, πιο μεστή νοήματος. Δύο δρόμους βλέπω να ανοίγωνται μπροστά μας: ο δρόμος του σκληρού τύπου, που μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων και αδιαφορεί για την ουσία τους, που σχολαστικίζει το γράμμα του νόμου και καταπίνει το πνεύμα του αμασητί. Είναι ο δρόμος που κλείνει τα μάτια στην μακραίωνη καταπίεση, στην ιστορική αδικία που έχει συντελεστεί, στο κοινωνικό μειονέκτημα που μας επιβάλλεται εξ απαλών ονύχων και, ακόμα, αδυνατεί να κατανοήσῃ τον πλούτο που κομίζει ο αριστερισμός μας στην κοινωνική συμβίωση, σε κάθε επίπεδο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Υπάρχει όμως και ο άλλος δρόμος. Αυτός είναι ο δρόμος της πραγματικής δικαιοσύνης, που μας αποζημιώνει για τα κακά που έχουμε υποστεί, που αποκαθιστᾴ την ισότητα στην εκκίνηση της ζωής καθενός από εμάς, που ευνοεί τον αγαθό σκοπό μιας πολυφωνικής και αμφιχερικής κοινωνίας, που, για να επιτύχῃ αυτόν τον μεγάλο σκοπό, είναι έτοιμη να αντισταθμίσῃ το συνθλιπτικό κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε με θετικές διακρίσεις, διακρίσεις που διευκολύνουν για πρώτη φορά τους αριστεριστές να διακριθούν, να ξεχωρίσουν, να μην ντρέπωνται για τον αριστερισμό τους.

Χορός Ευαισθήτων Κυριών

με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας: Ναι, ναι, να τα βοηθήσουμε τα παιδιά!

Από μηχανής Συνιστολόγος: Οι αυθαίρετες διακρίσεις είναι πάντοτε απαράδεκτες, είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Και αυθαίρετες είναι οι διακρίσεις όταν δεν τελούν σε καμία συνάφεια με τον κοινώς αποδεκτό ως επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα, ακόμη και επαινετά, και μάλιστα ιδίως τότε. Το ορθό προηγείται του αγαθού σε μια φιλελεύθερη θέσμιση της κοινωνίας. Ο θετικός ρατσιστής διαφέρει από τον αρνητικό μόνο στο πρόσημο. Η ισότητα ενώπιον του νόμου είναι η δικιά μου κόκκινη γραμμή. Όσο για τας ευαισθήτους κυρίας και τας φιλοσοφικάς ανησυχίας των, θα έπρεπε να είχαν υποψιαστεί ότι μπήκαν σε αυτό το μονόπρακτο μόνο και μόνο ένεκα θετικής διακρίσεως!

Το παράδοξο με τα blogs ή «συνιστολογία δωματίου»

4 Δεκεμβρίου 2007

Τριγυρνώντας στα blogs εδώ και καιρό, διαπίστωσα ότι υπάρχει ένας σωρός από δημοσιευμένα σκουπίδια. Σκουπίδια κάθε λογής και πάσης φύσεως, από σκουπιδογράφους λογοτέχνες, φιλοσόφους, νομικούς, ποιητές, καλλιτέχνες, πολιτικούς, δημοσιογράφους και δεν συμμαζεύεται…Αναρωτήθηκα, κατά πόσο και αυτά που γράφω εγώ και οι συν-συνιστολόγοι μου είναι σκουπίδια δημοσιευμένα από ένα εκρηκτικό μίγμα ματαιοδοξίας και δίψας για διάλογο. Γαρνιρισμένα με μιαν επίφαση νομικής φαντασίας, φιλοσοφικής επάρκειας, λογικής οξύνοιας, γλωσσικής πρωτοτυπίας (τρομάρα σου Αθανάσιε!), κριτικού πολιτικού πνεύματος ή επαρκούς ιστορικής γνώσης. Και δημοσιευμένα ελαφρά τη καρδία, ή (σπάνια!) κατόπιν σκέψεως…

Κατέληξα ότι δεν μπορώ να απαντήσω στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα και το απευθύνω στους συναδέλφους μου αναπάντητο (Γράφουμε άραγε σκουπίδια ΚΚ; Και αν ναι, πότε θα σταματήσεις επιτέλους να ταλαιπωρείς τους αναγνώστες και να ρυπαίνεις τη blogόσφαιρα ΑΑ;;). Μελαγχόλησα κάπως με αυτές τις σκέψεις. Κι έτσι, αντί να αυτοκτονήσω συγγραφικώς (πράγμα που δεν μπορώ να κάνω αν δεν προηγηθεί εμού τουλάχιστον ο συνιστολόγος ΚΚ) είπα να φανώ γενναίος και να συνεχίσω τη συνιστολογική μου σκουπιδοπαραγωγή, δημοσιεύοντας αυτή τη φορά ένα μετασκουπιδάκι: Δηλαδή ένα post-σκουπιδάκι που θα μιλάει για τα σκουπίδια και που θα εξηγεί με λογικό τρόπο γιατί ο Χ αναγνώστης που πιστεύει κάπως σε μας και τα άρθρα μας, δικαιούται και λογικώς να πιστεύει ότι στο Συνιστολόγιο δεν γράφονται σκουπίδια! Θα εξηγήσω σε όσα ακολουθούν, πώς μπορεί κανείς να επικυρώνει καθημερινά την πρόταση: «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» εφόσον βέβαια δεχθεί να την θέσει ως υπόθεση εργασίας

Όπλο μου θα είναι η τυπική λογική και ένα γνωστό παράδοξο της επιστημολογίας, το περίφημο «παράδοξο με τα κοράκια» του C.Hempel.

Αν το παράδοξο αυτό οδήγησε στο να κάνουν λόγο οι επιστημολόγοι ειρωνικά για «ορνιθολογία δωματίου» εγώ, προτείνω, εδώ κάτι αντίστοιχο: Μια «συνιστολογία δωματίου», που θα επιτρέψει να εκφέρουμε κρίσεις για τα συνιστολογικά άρθρα κάθε φορά που θα blogaρουμε οπουδήποτε -εκτός και εντός Συνιστολογίου- στο ίντερνετ, καθισμένοι αναπαυτικά μπροστά στον υπολογιστή μας. Σημειωτέον πάντως, ότι αν τρίξουν με το αρθράκι μου τα κόκκαλα του μεγάλου Hempel δεν φταίω εγώ… Φταίει η περί τα λογικά ημιμάθειά μου αλλά και, γενικότερα, η ρημάδα η μετανεωτερικότητα που τη νίκησε την ανάλυση: Σήμερα, ο ανίερος δανεισμός της αναλυτικής ορολογίας και σοφίας από κάθε αδαή σαν και μένα, και η τροπή τους σε μεταμοντέρνα εξυπνάδα και ανοησία αποτελούν, σχεδόν, φιλοσοφικό κεκτημένο.

Ξεκινώ λοιπόν με μιαν υπόθεση και τον τρόπο της επικύρωσής της:

«Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» (ονομάζω την πρόταση αυτή Η και δίνω παρεμφερείς και ισοδύναμες διατυπώσεις της: «Για κάθε άρθρο, αν αυτό γράφτηκε από Συνιστολόγο, τότε αυτό είναι σπουδαίο», «Ό,τι γράφουν οι συνιστολόγοι αξίζει να το διαβάσει κανείς» κ.λπ. κ.λπ.)

Ας πούμε τώρα ότι την υπόθεση Η τη διατυπώνει ένας τυχαίος αναγνώστης μας ο Χ, που μας συμπαθεί κάπως. Έχει διαβάσει ο Χ στο Συνιστολόγιο κάποιο άρθρο που του άρεσε, το βρήκε σπουδαίο και τώρα θέλει να επικυρώσει μέσω παρατήρησης, τη γενικότερη υπόθεσή του ότι «τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία». Για να την επικυρώσει, ακολουθεί τον συνηθισμένο δρόμο: Διαβάζει λ.χ. ένα ακόμη άρθρο του ΑΑ, τυχαίνει κι αυτό να είναι σπουδαίο, κι έτσι η Η επικυρώνεται. Διαβάζει έπειτα ο Χ κι άλλο ένα άρθρο (του ΚΚ αυτή τη φορά) και η Η ξανα-επικυρώνεται. Και ούτω καθεξής….Η συλλογιστική πορεία στο μυαλό του Χ, που τον οδηγεί στην επικύρωση της υπόθεσης Η, ότι «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» και ισχύει μέχρι να βρεθεί ενδεχομένως ένα μη-σπουδαίο άρθρο, μπορεί να περιγραφεί με τον εξής απλό τρόπο:

Το τάδε άρθρο του ΑΑ είναι σπουδαίο
Το δείνα άρθο του ΚΚ είναι σπουδαίο
(…)
Άρα, τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία.

Μέχρις εδώ έχει καλώς. Ο λογικός αναγνώστης μου θα κατάλαβε, ότι για την επικύρωση της υπόθεσης Η, ο Χ χρειάζεται απλώς να διαβάζει τακτικά Συνιστολόγιο… Εγώ όμως δεν ήθελα να του πω αυτό. Δεν θέλω γενικώς να πείσω κανέναν να διαβάζει Συνιστολόγιο…Θέλω να επιστήσω την προσοχή του λογικού αναγνώστη μου και του Χ σε κάτι πιο ενδιαφέρον αλλά και πιο παράδοξο. Να τους πω, ότι η αρχική υπόθεση Η, ότι «τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» δεν επικυρώνεται μόνο με την ανάγνωση αυτών των ίδιων των άρθρων του Συνιστολογίου αλλά και με έναν άλλο -prima facie εξωφρενικό- τρόπο: Με την ανάγνωση οποιουδήποτε μη-σπουδαίου άρθρου σε οποιοδήποτε άλλο Blog!!

Πάμε να δούμε πως γίνεται αυτό, με ολίγη λογική…Είπαμε ότι η πρόταση που θέλει ο Χ να επικυρώσει είναι η Η: «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» και ότι η πρόταση Π1 του Χ «Το ψ άρθρο είναι του ΑΑ και είναι σπουδαίο» επικυρώνει ως ατομικό στιγμιότυπο την Η (ισχύει δηλ. H→ Π1). Η πρόταση Η όμως, είναι λογικώς ισοδύναμη με μιαν άλλη πρόταση, την Η΄ που έχει ως εξής: «Μη σπουδαία άρθρα γράφονται σε ιστολόγια άλλα από το Συνιστολόγιο». Η λογική ισοδυναμία των Η και Η΄ προκύπτει από τον νόμο της αντιθετοαναστροφής και θα πρέπει να συμφωνεί με τη λογική σας διαίσθηση…Απλά πράγματα: Ισχύει ότι p→q ↔ ~q→ ~p.

Ας δούμε, τώρα, πώς επικυρώνεται η Η΄: Η καθολική αυτή πρόταση επικυρώνεται κάθε φορά που ο Χ διαβάζει ένα άρθρο-σκουπίδι σε blog άλλο από το Συνιστολόγιο, οπότε και διατυπώνει μια αντίστοιχη ατομική πρόταση Π2: «Το τάδε άρθρο είναι σκουπίδι (= μη-σπουδαίο) και γράφτηκε στο δείνα blog» (ισχύει τώρα ότι H΄→Π2).

Λόγω της ισοδυναμίας των Η και Η΄, όμως, καταλήγουμε σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: Η υπόθεση Η δεν επικυρώνεται μόνο από την πρόταση Π1 αλλά και από την πρόταση Π2! Δηλαδή, η πρόταση «Το τάδε άρθρο είναι σκουπίδι και γράφτηκε στο δείνα blog» επικυρώνει την πρόταση «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία». Ακριβώς όπως η πρόταση «Αυτό εδώ είναι μια κίτρινη γραβάτα» επικυρώνει την υπόθεση «Τα κοράκια είναι μαύρα»!

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που ο αναγνώστης Χ θα διαβάζει ένα άρθρο-σκουπίδι σε blogs διαφορετικά από το Συνιστολόγιο, θα επικυρώνει τη σπουδαιότητα των άρθρων των Συνιστολόγων! Κάθε φορά που κάποιος δεν θα κλικάρει το Συνιστολόγιο, αλλά θα προτιμά να διαβάσει άλλους αρθρογράφους που θα τον απογοητεύουν με την ποιότητα των γραπτών τους, θα ενισχύει ολοένα περισσότερο την υπόθεση ότι τα άρθρα των Συνιστολόγων αξίζει τον κόπο να τα διαβάσει κανείς!

Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό αγαπητοί αναγνώστες; Όταν ενίοτε δεν μας διαβάζετε και απογοητεύεστε από σκουπιδογράφους σε γειτονικά blogs, επικυρώνετε ουσιαστικά την υπόθεσή σας ότι στο Συνιστολόγιο γράφονται σπουδαία πράγματα (αρκεί, βεβαίως, να έχετε κάνει μια τέτοια υπόθεση!) Μαζί με την επικύρωση αυτή, ενισχύετε και την ορθοπρακτική επιλογή και απόφασή σας, να μας διαβάζετε στο μέλλον!

Υγ1. Και με όλα αυτά βεβαίως-βεβαίως, συμβάλλετε στο να τονώνεται η αυτοπεποίθηση και η πίστη των Συνιστολόγων στο (θεάρεστο) έργο τους…

Υγ2. Για τον λογικό αναγνώστη: Ενδέχεται το παρόν άρθρο να διαψεύδει ποππεριανώς την υπόθεση Η. Οπότε και θα αυτοκαταστραφεί μέσα σε 5 δεύτερα αφότου διαβάσετε το παρόν υστερόγραφο.

(Μπουμ!)

Η ελεύθερη αγορά των αισθημάτων ΙΙ

3 Νοεμβρίου 2007

Ας αναλογιστούμε λίγο τον παραλληλισμό που έκανα την προηγούμενη φορά. Καθένας μας πουλάει και αγοράζει στην αγορά του έρωτα. Πουλάει τον εαυτό του (τα πτυχία του, το πνεύμα του, τα ποντίκια του, τα λεφτά του μπαμπά του, το δασύτριχο στέρνο του) και αγοράζει με αυτόν το αντικείμενο του πόθου του. Σε αυτήν την συμβαση ανταλλαγής την τιμή καθορίζει η ίδια η αγορά, και μάλιστα χωρίς καμία απολύτως παρέμβαση. Αν ο Καλλίρης αξίζει δύο Αναγνωστόπουλους, θα το κρίνῃ η αγορά, δηλαδή εν προκειμένῳ όσοι και όσες «αγοράζουν» άντρες. Αν ο Αναγνωστόπουλος δεν τα καταφέρῃ, λυπούμεθα, ας πρόσεχε.

Ας προχωρήσω με ένα νοητικό πείραμα. Η τα πάντα πληρούσα Κυβέρνηση, θεωρώντας απαράδεκτη την ισορροπία τιμών που έχει διαμορφωθεί στην αγορά του έρωτα και διαβλέποντας κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής στην ολοένα μεγαλύτερη αντιζηλία Ωραίων και Άσχημων, προβαίνει στον διοικητικό καθορισμό των τιμών, προβλέποντας ανώτατη τιμή πωλήσεως της ομορφιάς και κατώτατη εγγυημένη τιμή πωλήσεως της ασχήμιας. Και για να μην παραβιαστούν ατομικά δικαιώματα σε δραστικό βαθμό, η πάνσοφος Κυβέρνηση παραγγέλλει την κατασκευή του Ερμαφρόδιτου, ενός εξειλιγμένου ανθρωποειδούς μηχανήματος, κατάλληλου να ικανοποιήσῃ όλες τις ερωτικές επιθυμίες. Σε κάθε Άσχημο παρέχεται η εγγύηση δισεβδομαδιαίας χρήσης του πλησιέστερου διαθέσιμου Ερμαφρόδιτου έναντι συμβολικού ποσού∙ για φοιτητές και συνταξιούχους προβλέπονται ειδικές τιμές.

Προς στιγμήν οι Άσχημοι αναθαρρεύουν από την πολιτική τους νίκη∙ μπορούν πλέον να έχουν την ασφάλεια ότι σε κάθε περίπτωση θα μπορούν να βρουν ερωτικό σύντροφο. Η πραγματικότητα όμως άλλα κελεύει: Πολλοί Άσχημοι, γνωρίζοντας ότι θα βρουν Ωραίους συντρόφους, έστω και από τους λιγώτερο Ωραίους, χάνουν κάθε κίνητρο να βελτιώσουν την εμφάνισή τους, ώστε να περάσουν στην κατηγορία των Ωραίων, π.χ. χάνοντας βάρος ή πηγαίνοντας στο γυμναστήριο ή διαβάζοντας Συνιστολόγιο. Αντιθέτως, κάποιοι Ωραίοι συνειδητοποιούν ότι συμφέρει περισσότερο η περιωρισμένη, αλλά βέβαιη ερωτική επιτυχία των Άσχημων παρά ο μόχθος της δίαιτας, των ονυχοκόμων και της τοπικής αποτρίχωσης για να παραμείνῃ κανείς Ωραίος. Χάνοντας κάθε σχετικό κίνητρο, μεταπίπτουν στην κατηγορία των Άσχημων. Πολύ σύντομα οι Άσχημοι πολλαπλασιάζονται και όχι πολύ μετά εξαφανίζονται οι Ωραίοι. Όσοι κατά τύχη γεννιούνται Ωραίοι, προσπαθούν να το κρύψουν εξαιτίας της κοινωνικής κατακραυγής, υποβαλλόμενοι σε πλαστικές εγχειρήσεις και αντιγράφοντας το χτένισμα του τρίτου εκ των συνιστολόγων. Δεν υπάρχουν πλέον Άσχημοι και Ωραίοι και όλοι μπορούν να κάνουν σεξ με όλους, τηρώντας την πολιτική ευπρέπεια βεβαίως βεβαίως. Το κράτος μπορεί πλέον να μαραθῄ και η κρατική παρέμβαση να σταματήσῃ: ο ερωτικός κομμουνισμός έχει επιτευχθεί.

Τι θα έχῃ απογίνει όμως η ομορφιά;

The cat is under the tree (ή «Ο γάτος είναι στο χαλάκι»)

18 Οκτωβρίου 2007

 

 Σήμερα συνάντησα τον κύριο της φωτογραφίας.

 

Σας διαβεβαιώ ότι πρόκειται για κύριο, το έλεγξα αυτό, με όσο τακτ μου είχε απομείνει, καθώς ήμουν κατενθουσιασμένος με τη γνωριμία μας! Τον γνώρισα σε έναν περίπατο, και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μου συστηθεί. Με πλησίασε απλώς με το αρρενωπό του περπάτημα, μου γκρίνιαξε λίγο που είχα αργήσει στο ραντεβού μας και τρίφτηκε στο πόδι μου δήθεν τυχαία και από λάθος. Μετά, νιαούρισε, χασμουρήθηκε, τεντώθηκε κι έριξε μια γρήγορη ερευνητική ματιά στο γύρω χώρο. Στο τέλος άραξε κάτω από το δέντρο της φωτογραφίας για να λιαστεί στο μεσημεριανό ήλιο και με άφησε γουργουρίζοντας (δείτε την ουρά του!) να τον φωτογραφήσω για χάρη σας… Ο γάτος ήξερε πολύ καλά τί έκανε. Είχαμε, πράγματι, ραντεβού κι εγώ το είχα ξεχάσει. Να γιατί:

Μια από τις προτάσεις-ρητά της φιλοσοφίας που είχαν στοιχειώσει αρκετά βράδια μου όταν σπούδαζα και με την οποία έχω γελάσει αλλά και έχω προβληματιστεί ιδιαιτέρως, είναι η πρόταση «the cat is on the mat». Δεν θα ξεχάσω μάλιστα τη μέρα που ένας αγαπητός Καθηγητής μου εισήλθε καθυστερημένος στην αίθουσα διδασκαλίας και αντί να φέρει μαζί του βιβλία, κουβαλούσε το ειδώλιο μιας γάτας και μια κουρελού! Μας είπε ότι άργησε γιατί έψαχνε να τα βρει. Τα έστησε στην έδρα του με προσοχή, χαμογέλασε, και άρχισε τη διδασκαλία του.

Δυστυχώς, έχουν περάσει κάποια χρόνια και δεν μπορώ πια να θυμηθώ ποιά ήταν πρώτη εμφάνιση της περιώνυμης πρότασης σε φιλοσοφικά έργα. Θυμάμαι όμως καλά ότι τη συγκεκριμένη πρόταση τη μεταχειρίζεται ο John Austin, αυτός ο σημαντικός Βρετανός φιλόσοφος της κατεύθυνσης της «καθημερινής γλώσσας» στην αναλυτική αγγλοσαξονική φιλοσοφία. Σε πολλά σημεία των διαλέξεών του στο Χάρβαρντ που αποτέλεσαν αργότερα το έργο του «Πώς να κάνετε πράγματα με τις λέξεις», ο Ώστιν αξιοποιεί αυτή την απλή πρόταση για να εξηγήσει με γλαφυρό αλλά και αποτελεσματικό τρόπο μια καθημερινή έννοια της «συνεπαγωγής» που τον απασχολεί. Μας λέει λ.χ. ότι η πρόταση «the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «I believe that the cat is on the mat», καθώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται κανείς την πρώτη πρόταση, χωρίς να δεσμεύεται στον ισχυρισμό (άρα την αλήθεια) και της δεύτερης. Κοινώς, δεν μπορεί κανείς να λέει «the cat is on the mat» και ταυτόχρονα να λέει «but I don’t believe it». Το πρόβλημα που εδώ θίγεται, είναι το πρόβλημα των λεγόμενων ρημάτων «προτασιακής στάσης», όπως θυμάμαι ότι μετέφραζε κάποιον αγγλικό όρο -που έχω πια ξεχάσει- ένας άλλος Καθηγητής μου. Ωστόσο, εδώ ακριβώς είναι που ξεκινά το ενδιαφέρον μιας καλύτερης μελέτης του πράγματος: Γιατί, θα συμφωνήσουν νομίζω όλοι, ότι δεν ισχύει ότι η πρόταση «Ι do not believe that the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat»!

Αλλά και πέρα από την κάπως σύνθετη προηγηθείσα περίπτωση, παραμένουν πολλές άλλες ενδιαφέρουσες συνεπαγωγές, στη μελέτη των οποίων η πρόταση «The cat is on the mat» δίνει αφορμή. Αν λ.χ. θεωρηθεί ότι η πρόταση αυτή συνεπάγεται την πρόταση «The mat is under the cat», τότε η πρόταση «The mat is not under the cat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat». Λογικώς, εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε παρά με έναν ασφαλή modus tollens (άρνηση του επομένου): Αν ισχύει ότι p συνεπάγεται q και ισχύει και ~q, τότε ισχύει ασφαλώς και ~p. Και το κυριότερο: Ανεξάρτητα από το πού πράγματι βρίσκεται η γάτα!

Ας μην σας κουράσω όμως άλλο με λογικές αναλύσεις που δεν έχουν κανένα βάθος και καμία ουσία εδώ. Δεν μπορώ και δεν θέλω να πώ τίποτε καινούριο πάνω στο θέμα, και όταν αναμασώ τον Ώστιν, φοβάμαι ότι μπορεί και κάποια από τα αναπαυμένα πια στην Οξφόρδη κοκκαλάκια του να τρίζουν! Εδώ το θέμα μου δεν είναι η λογική, η φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας και άλλα τέτοια, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Εδώ το θέμα μου είναι μια προσωπική ανακάλυψη (και όχι εφεύρεση) την οποία θέλω να μοιραστώ με τους αναγνώστες και φίλους του Συνιστολογίου. Η ανακάλυψη αυτή είναι μάλλον η μόνη πρωτότυπη ανακάλυψη που θα μπορούσα ποτέ να κάνω στη φιλοσοφία (και αυτό, ασφαλώς, συνεπάγεται ότι πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη!). Έχει, τέλος, να κάνει με τη μόνιμη έγνοια του Ώστιν, την καθημερινή γλώσσα -όχι όμως στην αγγλική αλλά στην ελληνική εκδοχή της. Αν, τώρα, ο χρόνος γύριζε πίσω και είχα ξανά την ευκαιρία να σπουδάσω φιλοσοφία, τότε η νέα μου ανακάλυψη θα αποτελούσε και το περιεχόμενο της πρώτης (και μόνης, ίσως) ερώτησης που θα έθετα στον Καθηγητή μου, όταν ερχόταν χαρούμενος εκείνο το απόγευμα στην αίθουσα να μας κάνει μάθημα με την ψεύτικη γάτα και την κουρελού του… Πώς μεταφράζεται, αλήθεια, στα ελληνικά η πρόταση «The cat is on the mat?».

Σήμερα έμαθα την αλήθεια: «Ο γάτος είναι στο χαλάκι».

υγ.1 Στη φωτογραφία που σας στέλνω αληθεύει βεβαίως η πρόταση «the cat lies under the tree». Αλλά αυτό είναι μια απλή ενδεχομενικότητα που δεν θα έπρεπε να σας προβληματίζει…

υγ.2 Το κείμενο αφιερώνεται στον γατόφιλο Αλέξη.

Το ποινολόγιο του Συνιστολογίου

10 Οκτωβρίου 2007

Επειδή σε κάθε εύτακτο ιστολόγιο προβλέπονται κυρώσεις για την αποφυγή του μπέλλουμ όμνιουμ κόντρα όμνες,

Επειδή η άσκηση εξουσίας απαιτεί και προϋποθέτει τα κατάλληλα μέσα,

Επειδή θρη ιζ έι κράουντ,

Επειδή αμέρικαν μπαρ το κάναμε εδώ μέσα,

Απεφασίσαμεν και διατάσσομεν το κάτωθι ποινολόγιο:

Αφιστολόγηση: Πρόκειται για την ιστολογική εσχάτη των ποινών: αφαιρείται το δικαίωμα συνιστολογήσεως διά παντός.

Υποβιβασμός: Ο ένοχος υποβιβάζεται από ιστολογιάρχης (αδμινιστράτωρ) σε ιστολογία (κοντριβούτορα).

Πληροφοριακά, η πλήρης ιεραρχία έχει ως εξής: Εφιστολογιάρχης (Εφρχης) – Ιστολογιάρχης (Ιρχης) – Υφιστολογιάρχης (Υφρχης) – Εφιστολογίας (Εφιας) – Ιστολογίας (Ιγιας) – Ιστολόγος (Ιγος).

Απαγόρευση αρθρογραφίας: Ο ένοχος παραμένει συνιστολόγος, του απαγορεύεται όμως διά παντός να αναρτᾴ νέα άρθρα.

Απαγόρευση σχολιογραφίας: Ηπιώτερη ποινή της προηγούμενης: η απαγόρευση αναφέρεται μόνο στον σχολιασμό των αναρτήσεων άλλων.

Αναστολή ιστολογήσεως: Απαγορεύεται στον ένοχο να ιστολογῄ προσωρινώς, για χρονικό διάστημα τριών έως δεκατριών ημερών.

Συνιστολογική επίπληξη: Ο ένοχος επιπλήττεται δημοσίᾳ με ειδική ανάρτηση στο Συνιστολόγιο.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατήρησε ότι προβλέφθηκαν μεν ποινές, όχι όμως και εγκλήματα, κατά σαφή παραβίαση της αρχής νούλλουμ κρίμεν σίνε λέγκε. Επίσης, δεν προβλέφθηκε καμία διαδικασία κατάγνωσης και εκτέλεσης των ποινών (nulla poena sine processu!). Τι να κάνουμε, δεν είμαστε ακόμη ιστολόγιο δικαίου: τα εγκλήματα αποφασίζονται ποστ φάκτουμ και εφαρμόζονται αναδρομικώς, οι ποινές επιβάλλονται κατά το δοκούν, χωρίς να υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο

Πάντως δεν υπάρχουν ποινές για τους σχολιαστές μας!

Η ελεύθερη αγορά των αισθημάτων Ι

30 Σεπτεμβρίου 2007

Υπάρχει μια αγορά που ειναι τόσο αρρύθμιστη, τόσο άναρχη, τόσο αδιάφορη στις ανισότητες που προκαλεί και τόσο κωφή στην αναδιανομή των αγαθών της, που δεν θα μπορούσε να την ελπίσῃ ούτε ο πιο ακραία ανάλγητος φιλελελεύθερος οικονομολόγος ούτε να την δῃ στον εφιάλτη του ο πιο ευαίσθητος σοσιαλιστής καλλιτέχνης (ως γνωστόν στην Ελλάδα οι οικονομολόγοι είναι εξ ορισμού ανάλγητοι και φιλελεύθεροι και οι καλλιτέχνες εξ ορισμού ευαίσθητοι και σοσιαλιστές). Σε αυτήν την αγορά συναντάται ο πιο εκτεταμένος τέλειος ανταγωνισμός, όλοι συμμετέχουν στην προσφορά και όλοι συμμετέχουν στην ζήτηση, κάθε παίκτης και παράγει και καταναλώνει, οι αποφάσεις είναι απολύτως αποκεντρωμένες, η πληροφορία διαχέεται μέχρι το κατώτερο δυνατό κλιμάκιο. Σε αυτήν την αγορά δεν υπάρχουν επιδόματα ανεργίας ούτε προστατευτικές διατάξεις∙ κανείς αστυφύλακας δεν διενεργεί υγειονομικούς, φορολογικούς, τελωνειακούς, αγορανομικούς, περιβαλλοντικούς και δεν ξέρω και γω τι άλλους ελέγχους. Οι ανισότητες είναι τεράστιες, το χάσμα των λίγων που έχουν και των πολλών που θα ήθελαν να έχουν αβυσσαλέο. Όποιος πουλάει, κερδίζει∙ όποιος δεν πουλάει, χάνει. Έτσι απλά. Έτσι αδυσώπητα.

Θα αναρωτηθῄ ασφαλώς ο καλόπιστος αριστερίζων αναγνώστης του Συνιστολογίου: είναι δυνατόν να γίνεται ανεκτό κάτι τέτοιο στην κοινωνία μας εν έτει 2007; Επιτρέπεται να αφήνεται παντελώς αχαλίνωτος ο νόμος της ζούγκλας, καθ’ ον η μεγάλη ύαινα τρώει την μικρή; Από πότε η ελευθερία μεταμφιέστηκε σε ασυδοσία; Απο πού κι ως πού ο κοινωνικός δαρβινισμός ρυθμίζει την ζωή μας σε αυτήν την αγορά; Τι απέγινε η κοινωνική αλληλεγγύη, η στοιχειώδης ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη; Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η αγορά που δεν την σκιάζουν οι συνδικαλιστικοί αγώνες και δεν την πλακώνει το δίκιο του εργάτη;

Τι άλλο, ο έρωτας βέβαια.

Το προφανές ερώτημα είναι γιατί θεωρούμε –και δικαίως– φρικτή την ιδέα παρέμβασης, αναδιανομής, αλληλεγγύης, ουσιαστικής ισότητας, πείτε το όπως θέλετε, όταν «αγοράζουμε» σεξ, έρωτα, ερωτοτροπίες, απολύτως φυσιολογική όμως όταν «αγοράζουμε» χρήματα (γιατί αυτό κάνουμε μέσῳ της εργασίας μας, καμιά φορά και μέσῳ της ανεργίας μας). Είναι τάχα τα χρήματα πιο σημαντικά από όλη την κλίμακα αισθητικών και πνευματικών απολαύσεων που κυμαίνεται από το κτηνώδες, ωμό, μπρουταλιάρικο σεξ και φτάνει στον πιο άδολο και παράφορο έρωτα; Δεν είναι τάχα στοιχειώδης σωματική ανάγκη, όσο και το φαγητό ή το ποτό; Γιατί ανεχόμαστε ότι κάποιοι συνάνθρωποί μας θα ζήσουν μια κενή, ανούσια, αδιάφορη ζωή λόγῳ ακριβώς έλλειψης έρωτα, εξεγειρόμαστε όμως αν π.χ. μειωθῄ η φορολογία των πλουσίων ή αυξηθούν οι έμμεσοι φόροι;

Υποθέτω ότι η απάντηση συνδέεται με τα δικαιώματα όχι εκείνου που θίγεται στα συμφέροντα και ενδεχομένως στα δικαιώματά του από την στέρηση, αλλά εκείνου που καλείται να θυσιάσῃ κάτι. Η φορολογία, δικαίως ή αδίκως, θίγει την ιδιοκτησία. Η εξηναγκασμένη συνουσία θα έθιγε πολύ πιο σοβαρά πράγματα.

Η (ανάλαφρη ασφαλώς) συνέχεια στο επόμενο.

Ετεροδημοτικά

11 Σεπτεμβρίου 2007

Ένα από τα παράξενα, τα ακατανόητα σε μη ιθαγενείς έθιμα της πατρίδας μας είναι και οι ετεροδημότες. Ως ετεροδημότης ο ίδιος, και μάλιστα πεπεισμένος, δεν μπορώ να ερμηνεύσω ορθολογικά τον ανά τριετία εκλογικό νόστο μας· μπορώ όμως να αναλάβω τις ευθύνες που μου αναλογούν.

Να τι εννοώ: το γενναιόδωρο ελληνικό κράτος δαπανᾲ κάθε φορά ουκ ολίγα ευρόπουλα, χρηματοδοτώντας τον κομματικό στρατό να εκδράμῃ/επιδράμῃ στα πάτρια όρη και βουνά. Για μία ακόμη φορά σε αυτήν την έρμη την ζωή οι έτερο ευνοούνται έναντι των όμο: τα χρήματα για τις εκλογικές διακοπές των ετεροδημοτών καταβάλλουν αγογγύστως οι ομοδημότες. Στην εκλογική πανήγυρη μπορούμε να είμαστε λαρτζ, βρε παιδί μου…

Λεπτομέρεια της υποσημείωσης, θα αναφωνήσῃ ο καλόπιστος αναγνώστης του Συνιστολογίου. Σύμφωνοι· αλλά καμιά φορά όταν στάζῃ η ουρά του γαϊδάρου, ξεχειλίζει το ποτήρι.

Η δωρεάν μετακίνηση των πελατών-ψηφοφόρων-καταναλωτών υποψηφίων αποτελεί ένα ακόμη ωραίο και διδακτικό παράδειγμα του πώς εννοείται το κράτος από τον ΜΕΨ (Μέσο Έλληνα Ψηφοφόρο) και πώς αντιλαμβάνεται και ο ίδιος τον εαυτό του. Αν ο ΜΕΨ έχῃ το δικαίωμα της ψήφου, είναι το κράτος που πρέπει να του παράσχῃ τα μέσα να το ασκήσῃ. Αν ο ΜΕΨ μόνος του επιλέγῃ να ψηφίζῃ μακριά από τον τόπο κατοικίας του και αν ο ΜΕΨ μόνος του επιλέγῃ να μην ψηφίσῃ στον τόπο κατοικίας του ως ετεροδημότης, όπως έχει πλέον την ευχέρεια, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Το κράτος έχει πάντα υποχρεώσεις, ο ΜΕΨ (και τα κόμματα ως μεσάζοντες) πάντα δικαιώματα. Η αποθέωση του θετικού χαρακτήρα ενός πολιτικού δικαιώματος: για την επίλυση ενός προβλήματος που εν γνώσει του δημιουργεί ο ετεροΜΕΨ, καλείται το κράτος να πληρώσῃ με τα λεφτά των υπόλοιπων ομοΜΕΨ.

Την Παρασκευή φεύγω με ΚΤΕΛ για Πάτρα. Μαντέψτε ποιος κερνάει…

Is democracy possible here at Alter?

10 Σεπτεμβρίου 2007

Ή �στω στον Ant1...Ο τίτλος αυτής της πρώτης, υπό την στέγη του Λεξιτύπου, δικής μου καταχώρησης είναι επίσης – εξαιρουμένων των δύο τελευταίων λέξεων, ασφαλώς- ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Ronald Dworkin. Είναι, όμως, και ένας τίτλος παραπλανητικός διότι το παρόν γράφεται χωρίς να έχω διαβάσει λέξη από τις τελευταίες ανησυχίες του Ronnie και, φυσικά, χωρίς την παραμικρή διάθεση σχολιασμού του βιβλίου. Πήγα, παρόλα αυτά, στην παρουσίαση του πονήματος στην Οξφόρδη και άκουσα με προσοχή τα όσα είχε να πει ο συγγραφέας για τα χάλια του πολιτικού διαλόγου στις Η.Π.Α. Ακολούθως, έκανα το μεγάλο σφάλμα να παρακολουθήσω το περίφημο youtube debate στο CNN με την συμμετοχή των υποψηφίων για το χρίσμα των δημοκρατικών με φόντο, φυσικά, τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Για τους λίγους που δε γνωρίζουν το πνεύμα του συγκεκριμένου προγράμματος, ζητήθηκε από τους ψηφοφόρους να ανεβάσουν ένα σύντομο βίντεο στο youtube απευθύνοντας ένα ερώτημα σε έναν από τους υποψηφίους. Τα «καλύτερα» από αυτά επελέγησαν από τους δημοσιογράφους του καναλιού και απαντήθηκαν από τους υποψηφίους. Τι είδε ο Dworkin στο debate; Λίγο-πολύ όσα είχε ήδη αναπτύξει στην παρουσίαση του βιβλίου του.

 

Έλεγε, λοιπόν, ο χαρισματικός Ronnie στους εκατοντάδες προπτυχιακούς που κρέμονταν από τα χείλη του και στους λίγους μεταπτυχιακούς που νύσταζαν ότι οι συμπατριώτες του έχουν ανάγκη από εκπαίδευση στο παιχνίδι της πολιτικής επιχειρηματολογίας. Συζητούν, μας είπε, οι πολιτικοί της χώρας του περί ανέμων και υδάτων, αναπαράγουν συνθήματα και δεν μπορούν να αρθρώσουν ένα απλό modus ponens. Μπορούν, όμως, να διασώζονται παρά την τραγική αυτή αδυναμία τους διότι, απλούστατα, ο μέσος Αμερικανός μεγαλώνει με πολιτικά συνθήματα και όχι με πολιτικά επιχειρήματα: στα 18 του χρόνια, λοιπόν, ξέρει μόνο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι είναι καλοί και οι Δημοκρατικοί κακοί ή το αντίστροφο και, συνεπώς, έχει ελάχιστη σημασία το τι λένε οι πολιτικοί – αρκεί να φορούν την κατάλληλη κονκάρδα. Τι είδα εγώ στο debate; Ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Dworkin – και ας δώσω και δύο παραδείγματα. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, μεγάλο μέρος των ερωτήσεων επικεντρώθηκε στην επέμβαση στο Ιράκ. Η μόνιμη επωδός ήταν ότι ο αμερικανικός στρατός πρέπει να φύγει από την περιοχή. Φυσικά, κανείς δεν έκανε τον κόπο να μας εξηγήσει κατά πόσον είναι προβληματικό ηθικά όχι μόνο το να εισβάλεις σε μία χώρα αλλά και το να αποχωρείς από αυτήν εν μέσω ενός χάους που, στο κάτω-κάτω, εσύ δημιούργησες! Ακόμα χειρότερα, όμως, κανείς δεν έκανε τον κόπο να μας εξηγήσει το δίλημμα: γιατί να μείνει κανείς στο Ιράκ και γιατί να φύγει; Τι θα γίνει αν πράξει το πρώτο ή το δεύτερο; Να και το ponens που λέγαμε: αν φύγουμε από την περιοχή θα πετύχουμε αυτό το πολύ θετικό αποτέλεσμα και, άρα, πρέπει να φύγουμε από την περιοχή. None of that όμως, που λένε και στο Ohio. Στο δε ζήτημα της οπλοκατοχής επιστρατεύθηκε η κοινοτοπία: μόνο όσοι δεν είναι εγκληματίες ή παράφρονες θα πρέπει να φέρουν όπλο, μας είπαν οι υποψήφιοι. Πάλι καλά δηλαδή… Και πού ακριβώς είναι το πολιτικό/ηθικό/κοινωνικό διακύβευμα της οπλοκατοχής από νομοταγείς και υγιείς ψυχικά – ή μήπως δεν υπάρχει καν τέτοιο; Το ερώτημα είναι αν θα δίνουμε όπλα σε θεότρελους εγκληματίες; I shot the sheriff που λένε και στο χωριό μου…

 

Σας θυμίζει κάτι από όλα αυτά την ελληνική πραγματικότητα; Όλως περιέργως δεν μας είναι άγνωστα όλα αυτά, νομίζω. Οι δικοί μας πολιτικοί έχουν, φυσικά, μία τεράστια διαφορά σε σχέση με τους συναδέλφους τους από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ναι μεν δεν επιχειρηματολογούν, ναι μεν αναπαράγουν ξύλινα συνθήματα, αλλά μπορούν όσο κανείς άλλος σε τούτη την πλάση να μιλούν ακατάπαυστα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Μπορεί να ορύεται ο συντονιστής, να ουρλιάζουν οι άλλοι καλεσμένοι και να σκάνε βόμβες απ’ έξω – ο έλλην πολιτικός δεν κομπιάζει και προχωρά προς τη δόξα. Όταν κάποτε καταφέρει κανείς να ξεχωρίσει μια-δυο λέξεις εν μέσω κραυγών, απολαμβάνει επιχειρήματα του κάτωθι βεληνεκούς. «Τόσα χρόνια που ήσασταν κυβέρνηση (οι μεν 3,5 οι δε 20) γιατί δεν κάνατε αυτά που υπόσχεστε τώρα;». Αυτό εκτοξεύεται ως ερώτημα ρητορικόν: ο εκτοξευτήρας (και ουχί εκτοξεύων, καθότι όργανο) έχει πεισθεί ότι μόνο τρεις απαντήσεις υπάρχουν εδώ. Πρώτον, επειδή δε θέλατε, δεύτερον, επειδή δεν μπορούσατε και τρίτον, επειδή ούτε θέλατε ούτε μπορούσατε. Μόνο που οι πιθανές απαντήσεις είναι απεριόριστες: δεν προλάβαμε, δεν ήταν κατάλληλες οι συνθήκες, δεν ήταν στις προτεραιότητες μας, δεν υπήρχαν χρήματα, μας έβαλαν εμπόδια ή έστω δεν μας έκοψε βρε αδερφέ! Τώρα που όλα αυτά έχουν διορθωθεί, ήρθε η ώρα να τα κάνουμε κι αυτά που παραλείψαμε – απλό δεν είναι; Μας λένε τα κόμματα της Αριστεράς για το άρθρο 16: «η αναθεώρησή του σημαίνει κατάργηση της δωρεάν παιδείας»! Διότι, προφανώς, όπου υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν μπορούν να υπάρχουν και δημόσια και μάλιστα πολύ καλά – ηλίου φαεινότερον. Ή ακόμα καλύτερα, «αυτά είναι νεοφιλελεύθερες πολιτικές» και αυτό είναι κακό και αίσχιστο – παρά το γεγονός ότι κανείς δεν έχει καταλάβει τι διάολο είναι αυτός ο «νεοφιλελευθερισμός». Αποτέλεσμα των συζητήσεων αυτού του επιπέδου είναι να μην απευθύνονται οι συμμετέχοντες στους πολίτες αλλά στους τηλεοπτικούς δημοσιογράφους. Διότι αν κερδίσεις το δημοσιογράφο-Κριτή, θα κερδίσεις και τις εντυπώσεις στο τέλος. Και αν κερδίσεις τις εντυπώσεις στο τέλος, μπορεί και να κερδίσεις τις ψήφους όσων δεν άκουσαν ακριβώς αυτά που ήθελαν να ακούσουν από το στόμα σου. Σύνθημα και συμπάθεια, λοιπόν, και καλή συγκομιδή.

 

Εδώ ίσως να αναρωτιέται κανείς αν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα. Απέκτησαν δηλαδή οι ραδιοτηλεοπτικοί δημοσιογράφοι τεράστια δύναμη και ανάγκασαν τους πολιτικούς μας να αγωνίζονται για την έυνοιά τους ή δεν είχαν οι πολιτικοί τι να πουν και πήραν τα ηνία οι Χατζηνικολάου αυτού του κόσμου; Νομίζω πως η λογική λέει ότι συνέβη το δεύτερο: όταν ακόμα δεν υπήρχε τηλεόραση -ή και ραδιόφωνο- οι πολιτικοί μας διοργάνωναν συγκεντρώσεις με πλαστικά σημαιάκια και εκτόξευαν συνθήματα που επαναλάμβανε ο –κατά τα λοιπά- κυρίαρχος λαός σε κατάσταση ιερής έκστασης. Έτσι, έγιναν απείρως χρησιμότεροι οι καλοί συνθηματολόγοι και οι βροντόλαλοι των κομματικών νεολαιών και μπήκαν στο περιθώριο όσοι είχαν κάτι να πουν σε μία συζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα: πολιτικά (και ενίοτε και κυριολεκτικά) αγράμματοι που ποζάρουν στα παράθυρα απευθυνόμενοι στον «απλό πολίτη» και υποκλινόμενοι στον παρουσιαστή του δελτίου των 20:00. Και, φυσικά, δύσμοιροι κληρονόμοι των κουβαλητών πλαστικών σημαιών που μάλλον δε θα δουν πριν το τέλος του βίου τους πολιτικές συζητήσεις στην τηλεόραση – είτε θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο είτε όχι. Όσο για τους ίδιους τους κουβαλητές, μάλλον είναι ικανοποιημένοι γιατί δεν βγάζουν κάλους στις διαδηλώσεις και όλη η δουλειά γίνεται στα ΜΜΕ.

 

Και τώρα, με ιδιαίτερη χαρά και ακολουθώντας το παράδειγμα του νεωτέρου των συνιστολόγων θα προχωρήσω σε μία χαριτωμενιά προς τόνωση της εμπορικής δύναμης του συνιστολογίου. Ιδού, λοιπόν, το top ten των ανθρώπων που θα ήθελα να βλέπω όσο το δυνατόν περισσότερο στην τηλεόραση σε αυτή την προεκλογική περίοδο – η σειρά είναι τυχαία.

 

1) Γιώργος Καρατζαφέρης – διότι θριαμβεύει σε ένα δύσκολο για τον Έλληνα είδος: την standup comedy.

2) Αλέκα (χωρίς επώνυμο – το έχει κερδίσει αυτό) – γιατί κάθε φορά που χαρακτηρίζει κάτι «αντιδραστικό» (προς τι αραγε για να είναι τόσο μεγάλο έγκλημα;) μου θυμίζει τα πανέμορφα τοπία μίας περιοχής που θα ήθελα πολύ να επισκεφθώ κάποτε: και το όνομα αυτής Σιβηρία.

3) Έφη Σαρρή – γιατί η διαφορά ανάμεσα στους καλλιτέχνες/αθλητές/κοκ υποψηφίους που δεν ξέρουν τι λέει το άρθρο 24 ή τι είναι το ΑΕΠ και σε αυτούς που ξέρουν είναι ότι οι πρώτοι το παραδέχονται. Από την άλλη, όσοι σοκαρίστηκαν τώρα με την Εφούλα, είχαν απατηλά οδηγηθεί στην εντύπωση ότι ο Βασιλείου, η Κούρκουλα και η Ανουσάκη ήταν μέλη της Ακαδημίας Αθηνών που στον ελεύθερο χρόνο τους έπαιζαν σε σκουπιδοταινίες/σειρές; Άλλωστε, τι είχαμε τι χάσαμε;

4) Γιάννης Ιωαννίδης – γιατί έσπασε τραπέζ(ι)α σε συνεντέυξεις τύπου, κατέστρεψε τον πληρέστερο έλληνα shooting guard, πλάκωσε παίχτη του στον πάγκο και έδωσε καινούργιο νόημα στη φράση «πίνουν νερό στο όνομά του». Και τώρα, φέρνει αυτό το αδαμάντινο ήθος και στο Κοινοβούλιο.

5) Αλέκος Αλαβάνος – γιατί η ανεπανάληπτη ικανότητά του να είναι γοητευτικά ασυνάρτητος δεν είναι τίποτα μπροστά στο κατόρθωμά του να κάνει τον κόσμο να πάρει στα σοβαρά τον Πολύδωρα και τη γελοία δήλωσή του για τους απολογητές των επεισοδίων. Έκτοτε, στο καφενείο να κάθεσαι και να πεις κακή κουβέντα για τους κουκουλοφόρους έναν κίνδυνο να σου την πέσει ο Αλέκος τον διατρέχεις.

6) Φάνη Πάλλη-Πετραλιά – γιατί όποιος έχει γίνει τόσες φορές ρεζίλι δημοσίως και εξακολουθεί όχι μόνο να εκτίθεται (από κάθε άποψη) στο δημόσιο βίο αλλά και να εκλέγεται (!) αξίζει του σεβασμού μας και της τηλεθέασής μας.

7) Γιώργος Παπανδρέου – γιατί μία ματιά του ρίχνεις και σηκώνεις το τηλέφωνο για να ανανεώσεις την συνδρομή στο γυμναστήριο και να κλείσεις δάσκαλο ιστιοσανίδας. Με τόση παχυσαρκία και αγυμνασιά, και μόνο γι’ αυτό του αξίζει να κυβερνήσει τον τόπο.

8 ) Γεράσιμος Γιακουμάτος – όταν τον είδα χωρίς μουστάκι φοβήθηκα ότι θα την πάταγε όπως ο Σαμψών αλλά το «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» ήταν εκτός γνωστικού πεδίου του Μάκη κι έτσι αναγέννηθηκε από τις στάχτες του και χαρίζει ακάθεκτος στιγμές παραδοσιακού ελληνικού γέλιου στο λαό.

9) Nievskii ή Ευάγγελος Πολυμερόπουλος – γιατί ο ποιοτικός και σεμνός πολιτικός λόγος είναι απαραίτητος στην ελληνική τηλεόραση και ο κ. Πολυμερόπουλος αποδεικνύει ότι ο φιλελεύθερος είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, ανεκτικός (tolerant για τους αγγλόφωνους). Άλλωστε, πάντα θαύμαζα τους νταήδες του διαδικτύου.

10) Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος – γιατί έχει τη φινέτσα του DEstaing, το χάρισμα του Churchill και τον σκοτεινό δυναμισμό του Putin και σίγουρα θα έλεγε απείρως πιο ενδιαφέροντα πράγματα από την ξύλινη συνθηματολογία και τους μισαλλόδοξους αφορισμούς του προέδρου του. Και είναι και πρότυπο λαϊκού εραστή από σήριαλ του Ant1.

Το φάντασμα του Kirchmann

4 Σεπτεμβρίου 2007


Το φάντασμα της φωτογραφίας ξύπνησε προχθές από τον μακάριο ύπνο του, για άλλη μια φορά σε διάρκεια εκατόν είκοσι τριών ετών. Πήρε σβέλτα το αεροπλάνο της γραμμής και επισκέφτηκε την ταπεινή Ελλαδίτσα μας για μια διάλεξη. Δεν ξέρω πόσοι εγχώριοι νομικοί το πήραν χαμπάρι και πόσοι –κάπως φοβισμένα- αποφάσισαν και πάλι να το ξορκίσουν. Σημασία έχει ότι το φάντασμα τριγυρνάει ελεύθερο τούτες τις μέρες και μιλάει σε εξώφυλλα εφημερίδων, τηλεοπτικά κανάλια και ραδιοφωνικές εκπομπές ανα την επικράτεια. Άλλοτε πάλι επικάθεται ανεπαίσθητα στο σβέρκο όσων πολιτικών διαφωνούν για την απόφαση του Αρείου Πάγου κατά της καημένης της Φώφης και ταράζει τον ύπνο όσων συνταγματολόγων αφήσαν την επιστήμη τους για την πολιτική και ποιούνται επί του παρόντος είτε την νήσσαν είτε τον ήττονα λόγον κρείττω. Το φάντασμα συμμετέχει γενικώς στην προεκλογική ζωή της χώρας, κλείνει το μάτι και ψιθυρίζει σημαντικά πράγματα σε όποιον νομικό θέλει να το δει και να το ακούσει…

Για ποιο φάντασμα όμως μιλώ και πώς μπορεί να στάθηκε αιτία της επανεμφάνισής του, η ελληνική προεκλογική πραγματικότητα; Πρόκειται για το φάντασμα του εικονιζομένου Γερμανού εισαγγελέως Julius Hermann von Kirchmann που μίλησε κάποτε για την «απαξία της νομικής ως επιστήμης» και για το πώς αρκούν «τρεις διορθωτικές λέξεις του νομοθέτη για να τρέψουν ολόκληρες βιβλιοθήκες σε άχρηστη χαρτούρα». Αυτή τη φορά το φάντασμα του Εισαγγελέως δεν το ξύπνησαν οι τρεις τροποποιητικές λέξεις του νομοθέτη, αλλά οι περισσότερες των τριών, διαφορετικές απόψεις των Ελλήνων συνταγματολόγων γύρω από μια συνταγματική διάταξη. Πρόκειται για τα διασταυρούμενα ξίφη των νομικών μας, σχετικά με το ζήτημα της ερμηνείας της διάταξης του ά.56 του Συντάγματος από τον Άρειο Πάγο. Η κλαγγή τους είναι εκείνη που τάραξε τον ανέφελο αιώνιο ύπνο του Κirchmann στο Βερολίνο, φέρνοντας το φάντασμά του κατα δώ…

Όταν βέβαια ο επιφανής Εισαγγελεύς μιλούσε το 1847 στην ίδια πόλη, για την απαξία της νομικής ως επιστήμης, δεν είχε στο μυαλό του τη Φώφη, τον Άρειο Πάγο και τους συνταγματολόγους-πολιτικούς και πολιτικάντηδες της Ελλάδας του 2007. Αναφερόταν σε άλλα πράγματα. Όμως η σχετική ομιλία του Εισαγγελέως είναι σήμερα κοινό κτήμα λόγω της κυριαρχίας της γερμανικής νομικής σκέψης στον ηπειρωτικό ευρωπαϊκό χώρο. Έτσι, το φάντασμα του Kirchmann συνηθίζει να κάνει την εμφάνισή του (εν είδει χρεωστούμενης post mortem διαλέξεως!) παντού όπου η νομική επιστήμη απαξιώνεται ή τείνει να απαξιωθεί, είτε από τους εκπροσώπους της είτε από τα ίδια τα πράγματα…Αυτό συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα.

Πάνε κάποιες μέρες τώρα, που όλοι αναρωτιούνται πόσο σαφής είναι μια σαφής διάταξη του Συντάγματος. Γιατί βέβαια η σαφήνεια της σαφήνειας είναι μια μετα-σαφήνεια, μια σαφήνεια ανώτερης τάξης, που δεν μπορεί να μένει ασαφής –ιδίως όταν διακυβεύονται πολιτικά συμφέροντα. Το παιδεύουμε, λοιπόν, το πράγμα γύρω από αυτή τη σαφήνεια, τραβώντας την ερμηνεία σαν διελκυστίνδα από την πολιτική πλευρά που ο καθένας θέλει. Και έτσι αποδεικνύεται περίτρανα ότι στα νομικά δεν υπάρχει αληθής ή ψευδής, σωστή η εσφαλμένη ερμηνεία, αλλά μόνο υποστηρίξιμες απόψεις: απόψεις για τις οποίες μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε άλλοτε πειστικά και άλλοτε αδύναμα.

Όταν όμως αυτές οι «υποστηρίξιμες απόψεις» εκφέρονται σε επίπεδο συνταγματικής ερμηνείας, καταρρέουν και τα ίδια τα όρια μεταξύ πειστικού και μη πειστικού! Γιατί η δεδομένη «πολιτική» χροιά της ερμηνείας του Συντάγματος είναι πολύ εύκολο να εκφυλιστεί σε κομματική (ιδίως σε μια προεκλογική περίοδο), οπότε το ποια ερμηνεία είναι πειστικότερη φαίνεται να εξαρτάται αποκλειστικά από το ποιος την υποστηρίζει και για ποιόν σκοπό. Στη θέση λοιπόν των αληθών και ψευδών ερμηνειών, των πειστικών και αδυνάμων ερμηνειών υπεισέρχονται πλέον οι μπλε και οι πράσινες ερμηνείες…Και η όποια επιστημονικότητα, έχει πάει περίπατο!

Με αυτά και με άλλα, το φάντασμα του Kirchmann χαμογελάει πίσω από την πλάτη μας…Οι φόβοι του Εισαγγελέως, φόβοι κάθε ευσυνείδητου και ψαγμένου νομικού, επιβεβαιώνονται για άλλη μια φορά στη νομική συζήτηση γύρω από την ερμηνεία του ά.56 του Συντάγματος. Υπάρχει όμως και μια διαφορά: To 1847 ο Kirchmann αμφισβητούσε την επιστημονικότητα της νομικής με κύριο επιχείρημα την μεταβλητότητα του αντικειμένου της (νόμων) που δεν επέτρεπε τη διαμόρφωση μιας σταθερής, επιστημονικής αλήθειας γύρω από αυτό. Το 2007, το φάντασμα του Kirchmann συνεχίζει τη σχετική διδασκαλία σε μια νέα κατεύθυνση: Μοιάζει να μας λέει ότι ακόμη και αν κάποτε οι νόμοι είναι επαρκώς σταθεροί ή σαφείς, και πάλι η διαμόρφωση μιας ακλόνητης, επιστημονικής αλήθειας γύρω από αυτούς θα παραμένει αδύνατη…