Archive for the ‘Νομικά’ Category

Κατά του άρ. 4 παρ. 4 Συντ.

26 Απριλίου 2008

Μία από τις ωραίες εκείνες διατάξεις του όχι και τόσο πολυχρονεμένου ελληνικού Συντάγματος είναι το άρ. 4 παρ. 4 Συντ., το οποίο επιφυλάσσει την είσοδο στην ακριβή δημόσια υπηρεσία μόνο στους ημεδαπούς. Βέβαια, μετά την τσουναμοειδή επέλαση του ευρωπαϊκού δικαίου, η διάταξη αυτή έχει καταστή γράμμα κενό για τις περιπτώσεις των Ευρωπαίων πολιτών. Παραμένει όμως απολύτως ισχυρή για τους λεγόμενους πολίτες τρίτων χωρών. Η πρότασή μου είναι η αναθεώρηση της διάταξης ως εξής: «Mόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όποιες δημόσιες λειτουργίες εισάγεται σχετική εξαίρεση με ειδικούς νόμους».

Οι τριτοχωρικοί λοιπόν πολίτες, οι τριτοκοσμικοί του 21ου αιώνα, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα υψηλά καθήκοντα του Έλληνος δημοσίου υπαλλήλου. Ο γονότυπός τους δεν τους βοηθεί στην πρωτοκόλληση, σφράγιση, προώθηση, καταλογογράφηση, έγκριση, φωτοτύπηση, αρχειοθέτηση εγγράφων. Δεν διαθέτουν επαρκή πίστη στην πατρίδα για να αποκομίσουν τα απορρίμματά μας. Οι πρόγονοί τους δεν παρέχουν εχέγγυα για να διδάξουν αριθμητική στα παιδιά μας. Η ιστορία τους δεν είναι αρκετά ένδοξη για να μπορούν να παραλαμβάνουν τις φορολογικές μας δηλώσεις, μόνο και μόνο για να βρουν λάθη και παραλείψεις σε αυτές.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί φυσικά μια πολύ μεγάλη στρέβλωση στην αγορά εργασίας: το σύνολο των ημιμαθών και ημικαλλιέργητων Ελλήνων αποφοίτων Λυκείου και Πανεπιστημίου αναζητεί εναγωνίως, με την Απογευματινή, το Έθνος και άλλες τέτοιες φυλλάδες στο χέρι, «θέσεις», «διαγωνισμούς», «προκηρύξεις», «συμβάσεις».

Οι συνομήλικοί τους τριτοχωρίτες, παιδιά ενός κατώτερου Συντάγματος, απλώς δουλεύουν.

Για πολλά χρόνια η διαφορά εργαζομένων στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα ήταν διαφορά κομματική: ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ. Πλέον, βοηθούσης και της απλοχεριάς των κυβερνώντων, με ξένα κόλυβα πάντα, η διαφορά ολοένα γίνεται και εθνική:

Ελλάς Ελλήνων Δημοσίων Υπαλλήλων.

Συμπλήρωση 06Ιουν08: Μου είχε διαφύγει ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει συν τοις άλλοις και μη αναθεωρήσιμη κατ’ άρ. 110 παρ. 1 Συντάγματος. Ενώ δηλαδή το άσυλο της κατοικίας, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, η απαγόρευση των βασανιστηρίων ή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν έτυχαν αυτής της ακριβής τιμής, το ρουσφέτι υπέρ των ιθαγενών έχει κατοχυρωθή, πολύ προνοητικά, στο Σύνταγμα…

Advertisements

Ανακάθαρσις ΙΙ

11 Απριλίου 2008

Μετά το μικρό αναψυκτικό διάλειμμα, συνεχίζω με αμείωτο τον ανακαθαρτήριο οίστρο μου. Στην δημοσίευση αυτή κινούμαι σχετικά εκτός του σημείου εστίασής μου και γιαυτό δεν έχω πλήρως αποσαφηνίσει τις ιδέες μου σε κάποια ζητήματα. Αλλά έστω, με το θάρρος της παρησσίας και με το θράσος της καινοτομίας σκέφτομαι ότι το ποινολογικό μας σύστημα πρέπει να κινηθή προς την κατεύθυνση της απλοποίησης, του εκσυγχρονισμού, της προβλεψιμότητας και της αξιοπιστίας (: όσα ακούς, τόσα εκτίεις). Η στροφή από το προνοιακό πρότυπο στο δικαϊκό πρότυπο πρέπει να ολοκληρωθή∙ η φιλελευθεροποίηση εκφράζεται εδώ με την αυστηρή τήρηση της αρχής της επικουρικότητας, με την αναλογικότητα κυρίων και παρεπόμενων ποινών, με την απομάκρυνση κάθε αχρηστευτικής ποινής, με την κατάργηση κάθε υπολείμματος φρονηματικού ποινικού δικαίου.

Αναλυτικά:

Ποινολογία

– Εισαγωγή του θεσμού της αποχής από την ποινή.

– Εισαγωγή ενιαίου τύπου στερητικής της ελευθερίας ποινής με κατάργηση της κάθειρξης.

– Δραστική μείωση των επιμέρους πλαισίων ποινής.

– Κατάργηση των ιδιαζουσών ποινών του περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα και της σχετικώς αόριστης κάθειρξης των καθ’ έξιν υποτρόπων εγκληματιών.

– Κατάργηση της ισόβιας κάθειρξης.

– Κατάργηση της κράτησης στο πλαίσιο απεγκληματοποίησης των πταισμάτων.

– Εισαγωγή ενιαίας χρηματικής ποινής με κατάργηση του προστίμου.

– Ρητή πρόβλεψη της αναλογικότητας στις παρεπόμενς ποινές.

– Εισαγωγή του θεσμού της απαγόρευσης προσέγγισης και επικοινωνίας με το θύμα και της απαγόρευσης οδηγήσεως ως παρεπόμενων ποινών.

– Μετατροπή σε παρεπόμενες ποινές από μέτρα ασφαλείας της απαγόρευσης διαμονής, της απέλασης και της δήμευσης (κατά το ήμισυ).

– Απαγόρευση της απέλασης ανηλίκων αλλοδαπών.

– Κατάργηση των μέτρων ασφαλείας της εισαγωγής αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα και της παραπομπής σε κατάστημα εργασίας.

– Κατάργηση του εγκλήματος από φιλοκέρδεια.

– Κατάργηση της μετατροπής της ποινής κατά της ελευθερίας σε χρηματική ποινή.

– Κατάργηση της επίτασης της ποινής λόγω υποτροπής.

– Κατάργηση της υποτροπής εξ αμελείας.

– Κατάργηση του καθ’ έξιν εγκληματία.

− Περιορισμός της δυνατότητας αναστολής της ποινής σε καταδίκες έως δύο ετών.

– Κατάργηση του ευεργετικού υπολογισμού της ποινής λόγω εργασίας του καταδικασθέντος.

– Κατάργηση της υφ’ όρον απολύσεως.

– Κατάργηση της μη παροχής υφ’ όρον απολύσεως σε καταδικασθέντες επί εσχάτη προδοσία.

− Αύξηση των χρόνων παραγραφής.

Υπέρ της ελευθερίας φαρμακεύσεως

6 Απριλίου 2008

Ονομάζω «φαρμάκευση» το ντόπινγκ, μια δραστηριότητα που δεν περιλαμβάνει μόνο φάρμακα διεγερτικά, ψυχοτρόπα, αναβολικά, διουρητικά, καλυπτικούς παράγοντες και λοιπά, αλλά τείνει να επεκταθή και σε έννοιες όπως το βιολογικό και ήδη το γενετικό ντόπινγκ και έχει ο Θεός. Επιχειρηματολογώ υπέρ της πλήρους νομιμοποίησης της φαρμάκευσης ως εξής:

Σύμφωνα με τον πρωτεύοντα κανόνα που θέτει το άρ. 128Α Ν. 2725/1999 «Το ντόπινγκ αλλοιώνει τη γνησιότητα του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών, θέτει σε κίνδυνο την υγεία των αθλητών και ιδίως των ανηλίκων, είναι αντίθετο με τις θεμελιώδεις αρχές του Ολυμπισμού, του ευ αγωνίζεσθαι και της ιατρικής ηθικής και απαγορεύεται». Η απαγόρευση αυτή συνιστά και διεθνή υποχρέωση του κράτους, σύμφωνα με το άρ. 5 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων κατά του Ντόπινγκ (κυρωτικός Ν. 3516/2006).

Σπάνια συναντά κανείς την αιτιολογική έκθεση ενσωματωμένη στον νόμο ως δήθεν διάταξή του, δείγμα χαμηλής νομοτεχνικής στάθμης. Ας δούμε λίγο αυτά τα επιχειρήματα.

α) Το ντόπινγκ αλλοιώνει την γνησιότητα του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών.

Λήψη του ζητουμένου: προϋπόθεση της «αλλοίωσης της γνησιότητας του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών» είναι η απαγόρευση της φαρμακεύσεως, διότι αν η φαρμάκευση είναι επιτρεπτή και γνωστή σε όλους εκ των προτέρων ουδείς αλλοιώνει, ουδείς εξαπατά, ουδείς νοθεύει. Και ας μην βιαστή κανείς πη ότι αυτό δεν γίνεται και δεν έχει δοκιμαστή πουθενά. Η ίδια λοιπόν «αλλοίωση», της οποίας λογικό προαπαιτούμενο αποτελεί η απαγόρευση, γίνεται αντικείμενο επίκλησης, προκειμένου να δικαιολογηθή το πρώτον η απαγόρευση! Έτσι, η απαγόρευση καταλήγει να αυτοαιτιολογήται, με τον ίδιο τρόπο σημειωτέον με τον οποίο οι υπέρμαχοι της απαγόρευσης των ψυχοτρόπων συνηθίζουν να «αιτιολογούν» εκείνη την απαγόρευση.

β) Το ντόπινγκ θέτει σε κίνδυνο την υγεία των αθλητών και ιδίως των ανηλίκων.

Κηδεμονισμός: οι (ενήλικες) αθλητές μπορούν μόνοι τους, σαν μεγάλα παιδιά που είναι, να αποφασίσουν αν τους συμφέρει να αναλάβουν τον κίνδυνο του καπνίσματος, της γρήγορης οδήγησης, της χοιρινής μπριζόλας ή της φαρμάκευσης. Είναι αξιολογικά αντιφατικό να θεωρήται ο πυγμάχος αρκετά ώριμος να αναλάβη τον κίνδυνο να του σφυροκοπήσουν το κεφάλι, με κίνδυνο να πάθη αιμάτωμα, αλλά ανώριμος να πιη ένα χάπι στανοζολόλη.

γ) Το ντόπινγκ είναι αντίθετο με τις θεμελιώδεις αρχές του Ολυμπισμού, του ευ αγωνίζεσθαι και της ιατρικής ηθικής.

Ηθικισμός: το ολυμπιακό κίνημα και οι ιατροί, αν θεωρούν ότι προσβάλλεται η ηθική τους, ας λάβουν τα μέτρα τους. Κανείς δεν απαγορεύει στους μεν ή στους δε να προσφέρουν πρόσβαση στις υπηρεσίες τους μόνο σε όσους αθλητές δεν φαρμακεύονται, να καθορίζουν σχετικώς κανόνες, να προβαίνουν σε ελέγχους κ.λπ. Ομοίως όμως δεν μπορεί να απαγορεύεται σε όποιον δεν θέλει να ακολουθήση αυτήν την αθλητική ηθική να φέρεται στο σώμα του όσο άσχημα θέλει και να συμμετέχη σε αγώνες όπου θα είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι επιτρέπεται ο χημικός ανταγωνισμός. Αν και μου είναι κάπως θολό γιατί τα συμπληρώματα διατροφής ή οι τελευταίας τεχνολογίας πανάκριβες κολυμβητικές στολές είναι φυσικά και ηθικά και δεν «αλλοιώνουν τις επιδόσεις», η τεστοστερόνη όμως, ένα ενδογενές αναβολικό στεροειδές, είναι αφύσικη και ανήθικη.

Σύμφωνα με το άρ. 128Θ παρ. 2 Ν. 2725/1999 «Αθλητής που χρησιμοποιεί φυσική ή χημική ουσία ή βιολογικό ή βιοτεχνολογικό υλικό ή επιτρέπει την εφαρμογή σε αυτόν μεθόδου που απαγορεύονται από την κοινή απόφαση του άρθρου 128Γ του παρόντος, με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής του διάθεσης, ικανότητας και απόδοσής του, κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων ή εν όψει της συμμετοχής του σε αυτούς, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη».

Η απαγόρευση και η απειλή τιμωρίας είναι αδικαιολόγητη και άδικη. Περισσότερη ελευθερία θα ωδηγούσε ασφαλώς σε λιγώτερη ντροπή.

Ανακάθαρσις Ι

30 Μαρτίου 2008

poinikos-kodikas.jpg

Στην ανάρτηση αυτή θα ήθελα να πιάσω πάλι τον παλιό μίτο της Ανακαθάρσεως. Θέλω συγκεκριμένα να αναφέρω απλώς, δίκην καταλόγου, τις αλλαγές που θεωρώ ότι πρέπει να γίνουν στην ποινική μας νομοθεσία, πρώτα στον Ποινικό Κώδικα και ακολούθως και σε κάποιους ειδικούς ποινικούς νόμους, για να γίνουν περισσότερο σύμφωνοι με το Σύνταγμα, ηπιώτεροι, αποτελεσματικώτεροι και, γιατί όχι, πιο φιλελεύθεροι. Θα είμαι κάπως συνθηματολογικός, όχι μόνο επειδή κάποιες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τις έχω αναπτύξει εκτενέστερα εδώ ούτε μόνο επειδή δεν σκοπεύω να κάνω την ανακαθαρτική μου δημοσίευση πολύ τεχνική και λεπτομερειακή, αλλά επειδή ενδιαφέρομαι κυρίως να καταλογογραφήσω την πτερόεσσα και ασυμμάζευτη σκέψη μου σε ένα κατάλογο πρακτέων, ένα του ντου λιστ βρε παιδί μου. Κάθε απορία φυσικά ευπρόσδεκτη.

Ο αναγνώστης του Συνιστολογίου που ίσως απορήσῃ και εξαναστῄ με κάποιες (ή με όλες!) από τις προτάσεις ας αρκεστῄ για την ώρα στην διαβεβαίωση ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή σκέψης που τις ενώνει όλες και ότι δεν γράφω άκοπα και εκ των ενόντων, αλλά αφού στίψω το μυαλό μου καμπόσο. Το μυαλοζούμι μου καταθέτω εδώ.

Και μια τελευταία εισαγωγική παρατήρηση: συχνά στην συνέχεια θα αναφέρωμαι σε απεγκληματοποίηση και κατάργηση ποινικών διατάξεων. Ας μην σκανδαλίζωνται οι αναγνώστες: πολλές φορές (όχι πάντα όμως!) δεν εννοώ την απεγκληματοποίηση ως νομιμοποίηση, καθώς κάτι μη εγκληματικό μπορεί κάλλιστα να είναι αστικά ή διοικητικά άδικο. Απλώς θέλω, στις περιπτώσεις αυτές, να θέσω εκποδών, να πετάξω από τα πόδια μας την άχρηστη και αχρείαστη ποινική ύλη, για να μπορέσουμε καμιά φορά να πετάξουμε.

Αρχίζω λοιπόν:

Γενικό Μέρος Ποινικού Κώδικα

− Κατάργηση του άρ. 4 ΠΚ περί μη εφαρμογής της αρχής nulla poena sine lege praevia στα μέτρα ασφαλείας.

– Κατάργηση του άρ. 8 περ. (ι) ΠΚ περί εφαρμογής της αρχής της παγκόσμιας δικαιοσύνης επί παράνομης κυκλοφορίας και εμπορίου άσεμνων δημοσιευμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 13 περ. στ΄ ΠΚ περί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης.

– Κατάργηση των άρ. 18 εδ. γ΄, 26 παρ. 2 και 47 παρ. 3 ΠΚ περί πταισμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 19 εδ. β΄ ΠΚ.

– Κατάργηση του άρ. 21 ΠΚ περί προσταγής.

– Κατάργηση του άρ. 24 ΠΚ περί υπαίτιας πρόκλησης άμυνας.

– Πρόβλεψη μειωμένης ποινής για την μη συγγνωστή νομική πλάνη (άρ. 31 παρ. 2 ΠΚ).

– Κατάργηση του άρ. 33 ΠΚ περί κωφαλάλων εγκληματιών.

– Κατάργηση των άρ. 37-41 ΠΚ περί εγκληματιών ηλαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμόν κ.λπ.

– Μετατροπή του άρ. 42 ΠΚ περί αποπείρας: γενική τιμώρηση της απόπειρας στα κακουργήματα, όπου προβλέπεται στα πλημμελήματα.

– Κατάργηση του άρ. 43 ΠΚ περί απρόσφορης απόπειρας.

– Μετονομασία του ηθικού αυτουργού σε υποκινητή (άρ. 46 παρ. 1 περ. α΄).

– Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ περί άμεσου συνεργού.

− Πρόβλεψη κατ’ αρχήν μειωμένης ποινής για τον υποκινητή και τον συνεργό, η οποία δύναται να εξομοιωθῄ με την ποινή του αυτουργού.

− Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 2 ΠΚ περί προσχηματία υποκινητή (agent provocateur).

– Κατάργηση του άρ. 48 ΠΚ περί γενικής διάταξης επί των συμετόχων.

Περί απεργίας και ψευδαπεργίας

19 Μαρτίου 2008

Κάποτε υπήρχε η απεργία. Ένα ατομικό δικαίωμα κάπως ιδιόμορφο, γιατί ασκείτο μόνο συλλογικά (όπως και δυο τρία άλλα βέβαια), το οποίο στην βάση του ήταν κάτι σαν εκβίαση, στρεφόμενη κατά του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας άλλων συμπολιτών. Βασάνισε τους νομικούς για κάμποσο καιρό, αλλά τελικά μπόρεσαν να την τιθασεύσουν: ο απεργός εργαζόμενος εκβιάζει τον εργοδότη για να επιτύχῃ κάποια αναπροσαρμογή των όρων της μεταξύ τους σύμβασης. Απλό, μια δυαδική σχέση είναι. Κάποια ερωτήματα, όπως γιατί το ελληνικό Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα της (αντ)απεργίας και στους εργοδότες ή πόσο μπορεί να περιορίσῃ ο νόμος την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας σε ωρισμένες κατηγορίες δημοσίων ή άλλων υπαλλήλων, ας μείνουν εδώ αναπάντητα.

Μετά χρόνια και καιρούς γεννήθηκε η ψευδαπεργία. Είχε το ίδιο όνομα με την απεργία, αλλά τελείως διαφορετική δομή, στόχευση και λειτουργία. Πλέον δεν απεργούσαν οι εργαζόμενοι, αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι ή και οι μικροεργοδότες. Η απεργία των εργαζομένων δεν στρεφόταν πλέον κατά του εργοδότη, απειλώντας την οικονομική ελευθερία του και τα πολύτιμα κέρδη του, αλλά κατά του κοινωνικού συνόλου. Η απεργία μεταλλάχθηκε από εκβίαση σε αρπαγή: οι απεργοί έπιαναν ομήρους όλους τους άλλους συμπολίτες τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι είχαν στα χέρια τους μονοπώλια με θεμελιώδη σημασία για το κοινωνικό σύνολο. Και φυσικά ποιο θεμελιωδέστερο μονοπώλιο και ποιο πιο μονοπωλιακό θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης από τον κρατικό μηχανισμό; Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: άλλαξε ο αποδέκτης των αιτημάτων της απεργίας, που δεν ήταν πλέον ο εργοδότης, αλλά το παντοδύναμο, πολυέλεο, πολυεύσπλαγχνο, πολυπλόκαμο Κράτος. Η ψευδαπεργία έγινε πλέον τριγωνική σχέση.

Μία ακόμη αναπάντεχη συνέπεια της γέννησης της ψευδαπεργίας ήταν μια κάπως απρόσμενη εφαρμογή του νόμου του Γρεσχάμου: η κακή απεργία εξαφάνισε πλήρως την καλή. Η απεργία που είχε νόημα, σκοπό, κοινωνικό περιεχόμενο υποχώρησε προτροπάδην στην ψευδαπεργία των δημοσίων υπαλλήλων κατοχής, του τσαμπουκά χαβαλέ και των προνομίων που βαφτίζονται «κεκτημένα».

Εγώ δεν απεργώ σήμερα. Δεν μου φταίνε σε τίποτε οι εντολείς μου. Δεν θέλω τίποτε από το κράτος, εκτός από την ησυχία μου. Ας βγούνε άλλοι στους δρόμους με όπλα στους ώμους.

Laissez baiser!

17 Μαρτίου 2008

Το παρόν είχε δημοσιευθεί αρχικά στην Αναμόρφωση· ευχαριστώ όσους έκαναν τον κόπο να σχολιάσουν εκεί, ιδίως τον Ασμοδαίο, που διώρθωσε τα ανύπαρκτα γαλλικά μου. Στο αρχικό κείμενο προσέθεσα κάποια σημεία από την εμπειρία των τελευταίων μηνών.

Το αρχαιότερο επάγγελμα, η πορνεία, η επ’ αμοιβῄ έκδοση ή όπως αλλιώς το αποκαλέσουμε κατά πολιτικήν ευπρέπειαν λαθροβιοί στην σημερινή Ελλάδα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς μεταξύ νομιμοφανούς παρανομίας και ημιπαράνομης νομιμότητας. Η πορνεία είναι μεν νόμιμη, οι προϋποθέσεις όμως που της επιβάλλονται αρμόζουν περισσότερο σε μια κοινωνικώς επιβλαβή συμπεριφορά που κατ’ ανοχήν επιτρέπεται και καλύτερα θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου παρά σε αυτό που πράγματι είναι, προσφορά ερωτικών υπηρεσιών μεταξύ συναινούντων υποκειμένων, όπου κάθε ηθική αξιολόγηση εκ μέρους του κράτους περιττεύει. Επιχειρηματολογώ συνεπώς ότι η ισχύουσα κρατική ρύθμιση είναι υποκριτική, διότι, ενῴ ισχυρίζεται ότι εκλαμβάνει την πορνεία ως μια οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στην πραγματικότητα, αφορμώμενη όχι λίγο από παλαιού τύπου ηθικισμό, επιχειρεί να την περιορίσῃ με κάθε είδους περιττούς διοικητικούς περιορισμούς και να θέσῃ τον πληθυσμό των συγκεκριμένων επαγγελματιών υπό ασφυκτικό έλεγχο, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το δικαίωμά τους να εργάζωνται και για την διαφθορά των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων. Στα επόμενα σχολιάζω κάποιους από αυτούς τους περιορισμούς και επιχειρώ να εξαγάγω τα σχετικά συμπεράσματα.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι ο Ν. 2734/1999 (ΦΕΚ Α-161) περί εκδιδόμενων επ’ αμοιβῄ προσώπων. Μερικά από τα περιεχόμενα του νόμου αυτού που με προβληματίζουν είναι τα ακόλουθα:

Στο κατά τ’ άλλα λογικό άρ. 1 προβλέπεται ότι για να μπορέσῃ κάποιο πρόσωπο, συνήθως γυναίκα, να ασκήσῃ το συγκεκριμένο επάγγελμα πρέπει να είναι άγαμη, χήρα ή διαζευγμένη. Δεν πρόκειται για κανένα πολύ σημαντικό προαπαιτούμενο από πρακτική άποψη, αλλά νομίζω το διέπει ένας αδικαιολόγητος ηθικισμός: αν κάποια δεν ενδιαφέρεται για τον γάμο της αρκετά, ώστε να προτιμᾴ να είναι πόρνη ή, πολύ περισσότερο, συναινεί ο άντρας της, δεν είναι δουλειά του κράτους να προμαχῄ υπέρ ενός γάμου ήδη νεκρού ή, εν πάσῃ περιπτώσει, ανορθόδοξου. Όποιου το δικαίωμα σε αποκλειστική γενετήσια συνάφεια προσβάλλεται, ας υποβάλῃ αγωγή διαζυγίου.

Εκείνο βέβαια που δεν προκύπτει ευθέως από το άρ. 1, αλλά από την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4, είναι ότι, προκειμένου να εκδοθῄ το πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, η εκδιδόμενη δακτυλοσκοπείται στην Αστυνομία. Ποιος ο λόγος να υποβληθῄ σε μία διαδικασία που εκλαμβάνεται ως ταπεινωτική και προσβλητική; Διανοήθηκε κανείς να δακτυλοσκοπήσῃ τους κομμωτές ή τους ιχθυοπώλες;

Στο άρ. 2 του νόμου προβλέπεται ότι «Πρόσωπα, που κατέχουν πιστοποιητικό που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, υποχρεούνται, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες, να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, με μέριμνα των υγειονομικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθῄ ο κάθε αναγνώστης. Πρόκειται για στοιχειώδες μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας, σωστά; Όσο και αν ακουστῄ παράξενο όμως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η υποχρεωτική δεκαπενθήμερη ιατρική εξέταση έχει κάποιο νόημα. Δεν αμφισβητώ το γεγονός φυσικά όχι μόνο της ύπαρξης και μακροημέρευσης του AIDS, αλλά περισσότερο ίσως της έξαρσης των μεταδιδόμενων νοσημάτων, από τα κονδυλώματα ως την ηπατίτιδα. Απλώς μου γεννάται η εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κατάλοιπο της εποχής της σύφιλης και ότι η ιατρική εξέταση, το βιβλιάριο και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ακόμα μέσο ελέγχου και εξουσίασης του συγκεκριμένου πληθυσμού. Αν δηλαδή η αιτία είναι ότι οι συγκεκριμένες επαγγελματίες έρχονται σε ερωτική επαφή με πολλούς άνδρες, για να είμαστε ειλικρινείς ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με όσες (και όσους!) μη επαγγελματίες κάνουν το ίδιο. Κανείς δεν σκέφτηκε βέβαια να επιβάλῃ κάτι τέτοιο στον μπήχτη ή στην παρτόλα της γειτονιάς. Στο κάτω κάτω οι παράνομες πόρνες έχουν την νοημοσύνη να ελέγχωνται μόνες τους και η διάδοση ασθενειών δεν οφείλεται τόσο σε αυτές όσο στους πιεστικούς, μερακλήδες πλην αμβλύνοες πελάτες τους…

Στο άρ. 3 παρ. 1 του νόμου προβλέπεται μια σύγχρονη μορφή δουλοπαροικίας: η εκδιδόμενη είναι υποχρεωμένη να εκδίδεται σε συγκεκριμένο οίκο ανοχής, ένα και μοναδικό, εφοδιάζεται δε με ειδική άδεια εγκατάστασης, που την προσδένει αμετάκλητα με τον συγκεκριμένο οίκο. Με τον τρόπο αυτό τίθεται στην παρανομία χωρίς λόγο η πορνεία των ροζ αγγελιών, του κολ γκερλ, της συνοδού και γενικώς της βίζιτας: η πορνεία πολυτελείας, εκείνη που αποφέρει τα περισσότερα έσοδα, δωρίζεται χωρίς πολλά πολλά στην παρανομία και στα κυκλώματα του υποκόσμου. Λαμπρή ιδέα.

Στο άρ. 3 παρ. 3 και 4 εξάλλου προβλέπονται τα εξής: «3. Οι δήμοι και οι κοινότητες καθορίζουν, με απόφασή τους, τον αριθμό των εν λόγω αδειών που επιτρέπεται να χορηγούνται στην περιφέρειά τους, με βάση τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ανάγκες, που σχετίζονται κυρίως με τον πληθυσμό τους και τη σύνθεση αυτού, την ύπαρξη στρατοπέδων, λιμανιών και βιομηχανικών μονάδων, καθώς και με την ανάπτυξη εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων που επιβάλλουν απασχόληση ή διέλευση ατόμων από άλλες περιοχές. […] 4. Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια, καθώς και σε χώρους που δεν είναι κύριας χρήσεως και δεν πληρούν τους όρους του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Επίσης, Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση σε κτίρια που απέχουν, σε ακτίνα λιγότερο από 200 μέτρα, από ναούς, σχολεία, νηπιαγωγεία, φροντιστήρια, παιδικούς σταθμούς, νοσηλευτικά ιδρύματα, κέντρα νεότητας, αθλητικά κέντρα, οικοτροφεία, βιβλιοθήκες και ευαγή ιδρύματα, καθώς και από πλατείες και παιδικές χαρές».

Συνέπεια αυτών των διατάξεων, σε συνδυασμό και με το άρ. 3 παρ. 2, είναι ότι σχεδόν όλοι οι οίκοι ανοχής στεγάζονται σε κοτέτσια. Από την στιγμή που ο νόμος απαγορεύει την στέγαση σε πολυκατοικίες, αν δεν συναινέσουν όλοι, δηλαδή ποτέ, απαγορεύει όμως και την στέγαση σε διατηρητέα, τι απομένει; Μπορεί να το διαπιστώσῃ με τα μάτια του ο καθένας στην Λιοσίων.

Επιπλέον, ο περιορισμός της απόστασης από πλατείες, σχολεία, ναούς κ.λπ. δεν νομίζω ότι ωφελεί. Εντάξει, έχει κάποιο νόημα, αλλά όχι σήμερα, που η πορνογραφία π.χ. είναι μέσα σε κάθε σπίτι μέσῳ του Διαδικτύου∙ αν υπάρχῃ κάποιος κίνδυνος, ας τον αναζητήσουν εκεί οι ηθικολογούντες.

Επιπλέον, οι περιορισμοί δεν είναι νομίζω και συνταγματικώς ανεκτοί. Δεν είναι δυνατόν να τίθενται τέτοιοι που να απαγορεύουν στην πράξη την άσκηση μιας νόμιμης δραστηριότητας σε σχεδόν ολόκληρη την έκταση του Δήμου Αθηναίων! Υπάρχουν και λειτουργούν περί τους 250 οίκους ανοχής∙ από αυτούς είναι ευρέως γνωστό ότι άδεια έχει ένας (1) και μοναδικός…

Όσο για τον περιορισμό στην έκδοση των αδειών, είναι προφανές ότι είναι δώρο ουρανόσταλτο στα κάθε λογής ανεξέλεγκτα μασατζίδικα: αφού υπάρχει η ζήτηση για αγοραίο έρωτα, θα καλυφθῄ ούτως ή άλλως. Ο νόμος (και τα δημοτικά συμβούλια που καλούνται να τον εφαρμόσουν) απλώς προτιμᾴ να στρουθοκαμηλίζῃ και να ευνοῄ κατ’ αποτέλεσμα τους σκοτεινούς καναπέδες κάποιων μπαρ από τα νόμιμα πορνεία. Η NIMBY νοοτροπία των δημοτικών μας αρχόντων τέτοια αποτελέσματα έχει.

Στο άρ. 5 προβλέπεται ότι «Η χρήση οικημάτων για άσκηση επαγγελματικού ομαδικού εταιρισμού με οποιοδήποτε μορφή, όνομα ή τίτλο απαγορεύεται». Και αυτή η διάταξη δεν προσφέρει τίποτα και μου είναι ακατανόητη. Η περιβόητη απαγόρευση του ομαδικού εταιρισμού, εκτός του ότι αφήνει τις μεμονωμένες πόρνες έκθετες στους κάθε λογής «προστάτες», έχει οδηγήσει και στην εξής παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία: υπάρχουν νόμιμες και παράνομες παρτούζες! Ναι, όπως το διαβάσατε, το ελληνικό κράτος έχει γνώμη για το σε ποιους συνδυασμούς επιτρέπται να κάνουν έρωτα επί πληρωμῄ τρία άτομα. Έτσι, για να χρησιμοποιήσω την πορνογραφική συμβολολογία, ο συνδυασμός MFΜ ή ΜΜF επιτρέπεται, ο συνδυασμός όμως FΜF ή FFM συνιστᾴ «ομαδικό εταιρισμό», απαγορεύεται και συνεπάγεται αυτόφωρο!

Τέλος πάντων, το χειρότερο έρχεται στο άρ. 6: «1. Η άδεια εγκατάστασης και χρήσης οικήματος αφαιρείται για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως τρεις (3) μήνες και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι έξι (6) μήνες, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 3, στις εξής περιπτώσεις: […] β. Όταν μέσα στο οίκημα ή εξαιτίας της χρήσης αυτού τελούνται στην περιοχή εγγύς του οικήματος αξιόποινες πράξεις ή εκδηλώνονται αταξίες αντικοινωνικού χαρακτήρα, που προκαλούν το κοινό αίσθημα ή δημιουργούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία ή τη νεολαία ή τα ήθη». Ξέχασαν το δημοκρατικό πολίτευμα…

Στο ίδιο πνεύμα πνεύμα εντάσσεται και η ποινική διάταξη του άρ. 5: «4. Με φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών τιμωρείται όποιος δημοσία παρενοχλεί το κοινό, προκαλώντας αυτό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις ή κινήσεις». Ως προς το τι προστατεύει ακριβώς αυτή η διάταξη, ο ευρών αμειφθήσεται… Πρόκειται για την διάταξη που εφαρμόζεται κυρίως εις βάρος των παρενδυσιών που κάνουν πεζοδρόμιο, για να αντιμετωπιστῄ αυτός ο μείζων κίνδυνος για την κοινωνία μας…

Για να μην παρεξηγηθώ, κανείς δεν υποστηρίζει ότι η πορνεία δεν πρέπει να υπόκηται σε απολύτως κανενός είδους περιορισμό. Υποστηρίζω όμως ότι οι περιορισμοί αυτοί αφενός δεν πρέπει να είναι ασφυκτικοί, ώστε εν τοις πράγμασιν να καταπνίγουν μια καθ’ όλα νόμιμη δραστηριότητα, αφετέρου να είναι πρακτικοί, να υπηρετούν δηλαδή κάποια σκοπιμότητα του 21ου αιώνα και των προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει.

Από οικονομικής άποψης, το αποτέλεσμα όλων αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να περιγραφῄ ως εξής: ο νόμος ανεβάζει το κόστος εισόδου στην αγορά της πορνείας σε επίπεδο ανώτερο του σημείου ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης χωρίς αποχρώντα λόγο. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργήται αναπόφευκτα μαύρη αγορά. Γυναίκες ανατολικοευρωπαϊκής κυρίως και αφρικανικής προέλευσης εξαναγκάζονται να μπουν στο κύκλωμα της παρανομίας και να αναζητήσουν προστάτη από τους αστυνομικούς ελέγχους και την απειλή της απέλασης. Δεν οφείλεται μόνο εδώ βέβαια φυσικά το φρικτό φαινόμενο του λεγόμενου trafficking, η σημερινή υποκριτική κατάσταση όμως οπωσδήποτε δεν βοηθάει: σε ποιον να αποταθῄ η παράνομη πόρνη, η πόρνη που εξαναγκάζεται από την πληθώρα των διοικητικών περιορισμών να γίνῃ παράνομη;

Δεν νομίζω λοιπόν ότι κάνω λάθος υποστηρίζοντας ότι το πιο ελεύθερο σεξ είναι δίχως αμφιβολία καλό για όλους μας και πρώτα μάλιστα για τις ιέρειες του έρωτα…

Η γκιουλιβεριανή αγελάδα του νομικού

21 Δεκεμβρίου 2007

Στον έξω από το Συνιστολόγιο κόσμο, στις καρδιές των ανθρώπων που δεν είναι νομικοί (ή -ορθότερα- που είναι μη-νομικοί) επικρατεί μια σταθερή καχυποψία απέναντι στους νομικούς. Επικρατεί η γνώμη και η πεποίθηση ότι οι νομικοί προβαίνουν σε τερτίπια με τη γλώσσα και το δίκαιο (ή καλύτερα με τη γλώσσα του δικαίου), κοροϊδεύοντας τον απλό κοσμάκη και κάνοντας τελικά το δικό τους, ενόσω η «πραγματική» Δικαιοσύνη κοιμάται τον γνωστό μακάριο ύπνο της…
Ο κόσμος δεν πιστεύει γρι από τις αναλύσεις των νομικών, όχι μόνο δεν τις καταλαβαίνει αλλά και είναι βαθιά προκατειλημμένος εναντίον τους ακόμη και όταν κάποτε είναι σε θέση να τις καταλάβει. Θεωρεί ότι το Δίκαιο μονοπωλείται από μια συντεχνία καπάτσων σοφιστών που με πονηριές και ρητορείες αθωώνουν τους ενόχους, ενοχοποιούν τους αθώους, καταδικάζουν τους δίκαιους και δικαιώνουν τους αδίκους…Για τον πολύ κόσμο η διαστροφή του δικαίου οφείλεται και μπορεί να αναχθεί σε μια διαστροφή των νομικών, ενώ και το άδικο -ως διεστραμμένο δίκαιο- δεν είναι παρά το προϊόν που παρήγαγε το στραβό κεφάλι ενός διεστραμμένου νομικού (δικαστή ή δικηγόρου)…

Υποψιάζομαι ότι οι ρίζες αυτής της αντίληψης είναι βαθιές. Υποψιάζομαι επίσης ότι στη σχετική προκατάληψη μετέχουν τόσο ένας πυρήνας αληθείας όσο και ένας περίβολος ανάμικτος από φθόνο για τους κλειδοκράτορες του δικαίου, δέος μπροστά στην πολύπλοκη (και δύσκολη!) νομική σκέψη, βαθιά απογοήτευση για πραγματικές αδικίες του παρελθόντος, κοινωνικά συμπλέγματα, ταξικούς ανταγωνισμούς και άλλα πολλά. Προχθές μάλιστα, σε μια από τις ιστορίες στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Jonathan Swift, βρήκα μια εξαιρετική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης με την οποία ο μη-νομικός μου εαυτός γέλασε από καρδιάς και το νομικό μου alter-ego ντράπηκε και κοκκίνισε μέχρι τ’αυτιά.

Νομίζω λοιπόν, ότι ενόψει εορτών και σχετικής περισυλλογής μπορώ να αποχαιρετήσω τη χρονιά που φεύγει με ένα αυτοκριτικό post: Παραθέτοντας αντί για δικές μου μπαρούφες, μια απολαυστική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης κατά του είδους μου, του Homo-Juristus, σε πρόχειρη μετάφραση. Μιλάει ο Γκιούλιβερ του Swift και περιγράφει γλαφυρά στον συνομιλητή του την εικόνα των νομικών και την κατάσταση-λειτουργία της Δικαιοσύνης στη χώρα του, εκεί στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα…Πόσα έχουν άραγε αλλάξει μέχρι σήμερα; Ας μας απαντήσουν οι μη-νομικοί.

«…υπήρχε μια κοινότητα ανθρώπων μεταξύ μας, μεγαλωμένοι από τα μικράτα τους στην τέχνη της απόδειξης, με πολυλογίες γι’αυτό, ότι το άσπρο είναι μαύρο και το μαύρο άσπρο, ανάλογα με το πόσο πληρώνονταν. Σ’ αυτή την κοινότητα όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι σκλάβοι. Για παράδειγμα, αν ο γείτονάς μου εποφθαλμιά την αγελάδα μου βρίσκει και έναν δικηγόρο για να αποδείξει ότι επιβάλλεται να μου την πάρει. Πρέπει τότε κι εγώ να προσλάβω έναν άλλον για να υπερασπιστώ το δικαίωμά μου, καθώς αντίκειται στους ορισμούς του νόμου ένας άνθρωπος να μπορεί να εκπροσωπήσει τον εαυτό του. Τώρα, σ’αυτή την περίπτωση, εγώ που είμαι ο δικαιούχος (της αγελάδας) βρίσκομαι ενώπιον δύο σοβαρών μειονεκτημάτων: Πρώτα πρώτα ο δικηγόρος μου, καθώς έχει σχεδόν από την κούνια του εξασκηθεί στο να υπερασπίζεται το ψέμα, είναι αρκετά έξω από τα νερά του όταν καλείται να υπερασπιστεί το Δίκιο, πράγμα που είναι μια αφύσικη αποστολή που την επιχειρεί πάντα με μεγάλη αδεξιότητα, αν όχι με κακοτροπία. Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι ο δικηγόρος μου πρέπει να προχωρήσει με μεγάλη προσοχή αλλιώς θα τον επιπλήξουν οι δικαστές και θα τον αποδιώξουν οι συνάδελφοί του, σαν κάποιον που ευτελίζει την πράξη του δικαίου. Και κατά συνέπεια, δεν μένουν παρά δύο μέθοδοι για να διατηρήσω την αγελάδα μου. Η πρώτη είναι να εξαγοράσω με διπλάσια αμοιβή τον δικηγόρο του αντιδίκου μου που τότε θα προδώσει τον πελάτη του, υποβάλλοντας του ύπουλα την ιδέα ότι έχει το δίκιο με το μέρος του. Ο δεύτερος δρόμος είναι να κάνει ο δικηγόρος μου την υπόθεσή μου να φανεί όσο πιο άδικη γίνεται, επιτρέποντας έτσι η αγελάδα να ανήκει στον αντίδικό μου: και αυτό, αν γίνει με δεξιοτεχνία, σίγουρα θα κερδίσει προκαταβολικά την εύνοια της έδρας. Τώρα πρέπει η Υψηλότης σας να ξέρει ότι οι δικαστές της έδρας είναι πρόσωπα διορισμένα να κρίνουν όλες τις διαφορές περί κυριότητας καθώς επίσης και τη δίκη των εγκληματιών και επιλέγονται μεταξύ των πιο δεινών δικηγόρων που είτε έχουν πια γεράσει ή έχουν γίνει τεμπέληδες: και καθώς είναι σε όλη τους τη ζωή προκατειλημμένοι κατά της αλήθειας και της αμεροληψίας, βρίσκονται σε μια τόσο αναπόδραστη ανάγκη να υπερασπίζονται την απάτη, τη διαστροφή και την καταπίεση, ώστε γνωρίζω μερικούς από αυτούς που προτίμησαν να αρνηθούν ένα γερό λαδωμα από την πλευρά που είχε το δίκιο με το μέρος της, παρά να προδώσουν τον κλάδο τους κάνοντας κάτι που αντίκειται στη φύση ή τη δουλειά τους»…

υγ. Ο τίτλος μου παραπέμπει σε παλιότερο άρθρο του Συ-Συνιστολόγου μου ΑΑ. Τον διάλεξα γιατί θέλω η «ρωλσιανή κατσίκα» του γείτονα και η «γκιουλιβεριανή αγελάδα» του νομικού να κάνουν στο εξής παρέα στο Συνιστολόγιο και να ξυπνούν με τους μυκηθμούς τους τα νομικά και τα φιλοσοφικά μας αντανακλαστικά.

Μονόπρακτο περί δεξισμού

15 Δεκεμβρίου 2007


Dramatis personae:


Ολοφυρόμενος Αριστεριστής

Ωρυόμενος Αριστεριστής

Αλαλάζων Αριστεριστής

Συνιστολόγος

Χορός Ευαισθήτων Κυριών με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας

Κάποτε στον 21ο αιώνα. Κάπου στην πεπολιτισμένη Δύση. Ίσως σε κάποιο σεμινάριο πολιτικής φιλοσοφίας. Ίσως στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ.

Ολοφυρόμενος Αριστεριστής: (κατηφής, χαμηλόφωνα, αλλά με εξάρσεις της έντασης της φωνής σε κρίσιμα σημεία) Πολλές είναι οι συμφορές μέσα στον κόσμο, αλλά καμιά δεν μοιάζει με την συμφορά που βαραίνει εμάς τους αριστεριστές. Εμείς, οι λίγοι, η μειονότητα που συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε κυρίως το αριστερό μας χέρι, είμαστε παντού ξένοι, παντού παρείσακτοι, παντού ιδιόμορφοι. Όταν γράφουμε με το μολύβι, όταν κόβουμε με το ψαλίδι, όταν οπλίζουμε το G3, όταν ψήνουμε ένα καφφέ, όταν οδηγούμε, όταν, όπως τώρα, πιάνουμε το έρμο το ποντίκι του υπολογιστή, παντού και πάντα η τυραννία των δεξιστών μας κατατρέχει. Αιώνες καταπίεσης μας κυνηγούν, όταν οι πατέρες μας και οι προπατέρες μας τιμωρούνταν στο σχολείο, επειδή έγραφαν με το αριστερό, ή, ακόμα χειρότερα, έκαναν τον σταυρό τους με το αριστερό χέρι. Το ίδιο μας το όνομα, αριστεριστής, είναι ένα σύμβολο καταπίεσης, μια προσπάθεια των δεξιστών να ξορκίσουν ευφημιστικά τον λαιό τρόμο που είχε δημιουργήσει η προκατάληψή τους. Η Γη περιστρέφεται προς τα δεξιά, ο Υιός κάθηται εκ δεξιών του Πατρός και οι ευνοϊκοί οιωνοί πετούν προς τα δεξιά από τότε που ο δεξιστικός ολοκληρωτισμός έδειξε για πρώτη φορά το απαίσιο πρόσωπό του. «Να πάνε όλα δεξιά», «δεξιοτέχνης» και «αδέξιος», «μπαίνω με το δεξί» είναι τα αιώνια γλωσσοκοινωνιολογικά σύμβολα της καταπίεσής μας. Σε ένα κόσμο φτειαγμένο από δεξιστές, με δεξιστές και μόνο για δεξιστές καλούμαστε να επιβιώσουμε εμείς, τα απολωλότα ερίφια της ζωής.

Χορός Ευαισθήτων Κυριών

με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας: (έκπληκτες και έντρομες) Ωχού, τα καημενούλια μου!

Ωρυόμενος Αριστεριστής: (με αυτοπεποίθηση και ελαφρό στόμφο) Ναι∙ αλλά τώρα αντιπαλεύουμε με ορμή την καταπίεση. Νέος αιώνας ανατέλλει, όπου δεν θα υπάρχουν πάνω στην γη αριστεριστές και δεξιστές, παρά μόνο άνθρωποι, δεν θα υπάρχουν προκαταλήψεις, τιμωρίες και αντιπαραθέσεις ούτε εκμετάλλευση παρά μόνο αρμονία και συμφιλίωση των χεριών. Η εποχή της πραγματικής ισότητας και της άρσης κάθε σύγκρουσης έρχεται!

Αλαλάζων Αριστεριστής: (αλαλάζοντας δίκην γενικής συνελεύσεως) Συνάδελφε Ωρυόμενε Αριστεριστά, θέλει δουλειά πολλή μέχρι να μπορέσουμε να πετύχουμε την πραγματική ισότητα, όχι αυτήν την νομικίστικη, την αραχνιασμένη μέσα στις μουχλιασμένες σελίδες των βιβλιοθηκών, αλλά την αληθινή, αυτή που ποθούμε και θα μπορέσῃ να κάνῃ την ζωή μας πιο πλήρη, πιο μεστή νοήματος. Δύο δρόμους βλέπω να ανοίγωνται μπροστά μας: ο δρόμος του σκληρού τύπου, που μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων και αδιαφορεί για την ουσία τους, που σχολαστικίζει το γράμμα του νόμου και καταπίνει το πνεύμα του αμασητί. Είναι ο δρόμος που κλείνει τα μάτια στην μακραίωνη καταπίεση, στην ιστορική αδικία που έχει συντελεστεί, στο κοινωνικό μειονέκτημα που μας επιβάλλεται εξ απαλών ονύχων και, ακόμα, αδυνατεί να κατανοήσῃ τον πλούτο που κομίζει ο αριστερισμός μας στην κοινωνική συμβίωση, σε κάθε επίπεδο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Υπάρχει όμως και ο άλλος δρόμος. Αυτός είναι ο δρόμος της πραγματικής δικαιοσύνης, που μας αποζημιώνει για τα κακά που έχουμε υποστεί, που αποκαθιστᾴ την ισότητα στην εκκίνηση της ζωής καθενός από εμάς, που ευνοεί τον αγαθό σκοπό μιας πολυφωνικής και αμφιχερικής κοινωνίας, που, για να επιτύχῃ αυτόν τον μεγάλο σκοπό, είναι έτοιμη να αντισταθμίσῃ το συνθλιπτικό κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε με θετικές διακρίσεις, διακρίσεις που διευκολύνουν για πρώτη φορά τους αριστεριστές να διακριθούν, να ξεχωρίσουν, να μην ντρέπωνται για τον αριστερισμό τους.

Χορός Ευαισθήτων Κυριών

με Φιλοσοφικάς Ανησυχίας: Ναι, ναι, να τα βοηθήσουμε τα παιδιά!

Από μηχανής Συνιστολόγος: Οι αυθαίρετες διακρίσεις είναι πάντοτε απαράδεκτες, είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Και αυθαίρετες είναι οι διακρίσεις όταν δεν τελούν σε καμία συνάφεια με τον κοινώς αποδεκτό ως επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα, ακόμη και επαινετά, και μάλιστα ιδίως τότε. Το ορθό προηγείται του αγαθού σε μια φιλελεύθερη θέσμιση της κοινωνίας. Ο θετικός ρατσιστής διαφέρει από τον αρνητικό μόνο στο πρόσημο. Η ισότητα ενώπιον του νόμου είναι η δικιά μου κόκκινη γραμμή. Όσο για τας ευαισθήτους κυρίας και τας φιλοσοφικάς ανησυχίας των, θα έπρεπε να είχαν υποψιαστεί ότι μπήκαν σε αυτό το μονόπρακτο μόνο και μόνο ένεκα θετικής διακρίσεως!

Περί μεταναστεύσεως

13 Νοεμβρίου 2007

Οι πιο σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσῃ η Ελλάδα τις δεκαετίες που έρχονται είναι η μετανάστευση και το ασφαλιστικό. Ιδού μερικές σκέψεις για την μεταναστευτική πολιτική του μέλλοντος.

Α) Η μετανάσταση είναι αναπόφευκτη.

Η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα. Η Ελλάδα είναι πέρασμα σε ακόμα πιο πλούσιες χώρες. Η μετανάστευση κατευθύνεται από τις φτωχές χώρες στις πλούσιες, όπως ακριβώς η θερμότητα μεταφέρεται από τα θερμά σώματα στα ψυχρά. Έτσι απλά. Όσο γρηγορώτερα το πάρουμε απόφαση, τόσο καλύτερα. Οι μετανάστες για να φτάσουν εδώ αποχαιρέτησαν οικογένειες και πατρίδες, πέρασαν βουνά και θάλασσες, πουλήθηκαν σε δουλεμπόρους, κρύωσαν, πείνασαν, θαλασσοπνίγηκαν, ανατινάχτηκαν από νάρκες. Δεν τους το ζητήσαμε, αλλά προσωπικά συγκινούμαι από τον πόνο, την ελπίδα και την λαχτάρα που συνοδεύει κάθε τέτοια ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να ζήσῃ μαζί μας. Και όχι μόνο αυτό: κατανοώ ότι κανένα Λιμενικό Σώμα, κανείς νόμος και κανένας κατάλογος ανεπιθύμητων αλλοδαπών δεν πρόκειται να σταματήσῃ την ανθρώπινη απελπισία και την ανθρώπινη ανάγκη.

Β) Η μετανάστευση είναι ωφέλιμη.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να αποφύγῃ, αλλά κατ’ ευτυχή συγκυρία έχει ανάγκη τους μετανάστες. Οι μετανάστες θα αναλάβουν την ανειδίκευτη εργασία που οι πλούσιοι και μορφωμένοι ιθαγενείς δεν θέλουν να κάνουν, οι μετανάστες θα σώσουν το ασφαλιστικό σύστημα από την κατάρρευση, οι μετανάστες θα προσφέρουν οικονομική στήριξη και δι’ αυτής πολιτική σταθερότητα στις χειμαζόμενες πατρίδες τους, οι μετανάστες θα μετατρέψουν τον άρρωστο δημογραφικό αμανίτη σε υγιά πυραμίδα, οι μετανάστες θα δώσουν το ανθρώπινο δυναμικό που θα στηρίξῃ μακροπρόθεσμα την ελληνική ανάπτυξη, την ελληνική ισχύ, την ελληνική ευημερία.

Γ) Η μετανάστευση είναι δίκαιη.

Όχι μόνο όμως είναι αναπόφευκτη, όχι μόνο είναι συμφέρουσα, αλλά η μετανάστευση συνιστᾴ εκπλήρωση και ενός ηθικού χρέους αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Είτε ευθυνώμαστε είτε όχι για την γενοκτονία στο Σουδάν ή την ανέχεια στην Μολδαβία, από την στιγμή που συνάνθρωποί μας δυστυχούν δεν υπάρχουν πολλές επιλογές: κάτι πρέπει να κάνουμε. Και η μετανάστευση είναι μια καλή αρχή.

Δ) Τι δέον γενέσθαι;

Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική είναι ακριβώς αυτό: τυπικά ελληνική. Από την ολοκληρωτική έλλειψη ρύθμισης της δεκαετίας του ’90, δηλαδή την ολοκληρωτική παρανομία, την πλήρη ασυδοσία και ανασφάλεια, περάσαμε στην υπερρύθμιση της δεκαετίας του ’00, τις ατελείωτες λεπτομέρειες, τον ολοκληρωτικό γραφειοκρατικό έλεγχο, την εισπρακτική λογική, τις αυστηρές ποινές, την συνακόλουθη ημιπαρανομία.

Ο ισχύων μεταναστευτικός νόμος είναι ο ν. 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3536/2007. Θέλω να σχολιάσω ειδικά ένα τμήμα του νόμου αυτού, την αναγωγή σε έγκλημα της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, που προβλέπεται στο άρ. 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, και την τιμώρηση αυτού του ψευδεγκλήματος με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και με εξοντωτική χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων ευρώ.

Αντ’ αυτού η ρύθμιση θα έπρεπε να έχῃ ως εξής: η είσοδος στην επικράτεια παραμένει άδικη πράξη, γιατί κάθε κράτος έχει συμφέρον να ελέγχῃ ποιος εισέρχεται στο έδαφός του. Το άδικο της πράξης όμως είναι διοικητικό και μόνο. Η σχετική παράβαση τιμωρείται με διοικητική απέλαση. Η ποινική διάταξη αναδιατυπώνεται ώστε η τέλεση οποιουδήποτε εκ δόλου πλημμελήματος ή κακουργήματος να είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου της παράνομης εισόδου στην επικράτεια, δηλαδή η παράνομη είσοδος στην επικράτεια θα τιμωρήται ως έγκλημα αν και μόνον αν ο υπαίτιος διαπράξῃ στην συνέχεια κάποιο εκ δόλου πλημμέλημα ή κακούργημα. Η διοικητική απέλαση δεν αποκλείει την μεταγενέστερη νόμιμη είσοδο στην επικράτεια, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου.

Με αυτήν την απoποινικοποίηση επιτυγχάνεται αφενός η προστασία της κρατικής κυριαρχίας, εφόσον ούτως ή άλλως όποιος εισέρχεται παράνομα θα απελαύνεται, αφετέρου, το κυριώτερο, ο αποστιγματισμός του παράνομου μετανάστη, ο οποίος ως τώρα θεωρείται εγκληματίας, απειλείται με βαρύτατες ποινές, έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο και όχι σπάνια μένει φυλακισμένος για πολλούς μήνες, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί να πληρώσῃ τις ασύλληπτες χρηματικές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου, θα διατηρῄ πάντοτε την ελπίδα, γιατί η Ελλάδα δεν θα έχῃ κλείσει οριστικά τις πόρτες της για αυτόν, αλλά μόνο στον βαθμό που θα επιχειρῄ την παράνομη είσοδο.

Όλοι οι καλοί χωράνε.


Η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων ως έμφυλη διάκριση

24 Οκτωβρίου 2007

Καταπιάνομαι σήμερα με το γνωστό και πιασάρικο ζήτημα του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, μπας και πουλήσουμε κανά φύλλο παραπάνω. Δεν θα ασχοληθώ φυσικά με το εάν και κατά πόσον ένας τέτοιος γάμος θα έπρεπε να αναγνωριστῄ νομικώς, πράγμα που θεωρώ δεδομένο, αλλά με την προσφορώτερη νομική του θεμελίωση.

Συνήθως αναφερόμαστε σε γάμο ομοφυλοφίλων, επειδή προφανώς οι ομοφυλόφιλοι είναι οι κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενοι. Αυτό όμως πόρρω απέχει του να είναι ακριβές∙ όπως ακριβώς όσοι παντρεύονται σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκην ετεροφυλόφιλοι και, πολύ περισσότερο, δεν απαιτείται να είναι, έτσι και σε ένα πιθανό γάμο ομοφύλων οι μελλόνυμφοι καθόλου δεν απαιτείται να είναι ομοφυλόφιλοι.

Νομίζω ότι αυτή η απλή διαπίστωση μπορεί να έχῃ σοβαρές συνέπειες στην επιχειρηματολογία όλων ημών που υποστηρίζουν την θέσπιση ενός ομόφυλου γάμου. Κατά κανόνα δηλαδή προβάλλουμε το δικαίωμα του γενετήσιου αυτοπροσδιορισμού, το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, την απαγόρευση διακρίσεων βάσει γενετήσιου προσανατολισμού ως (ασφαλώς πειστικά ρητορικώς, λίγο όμως εκτός στόχου κατά την γνώμη μου) κανονιστικά επιχειρήματα υπέρ της άποψής μας. Τα πράγματα όμως ενδέχεται να γίνωνται πιο απλά και, κυρίως, πιο εύστοχα με άλλου είδους επιχειρηματολογία.

Αφής στιγμής διευκρινίστηκε ότι το ποιος-βάζει-τι-σε-ποιον δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον θεσμό του γάμου, καθώς ο γάμος ούτε σκοπό την τεκνοποιία έχει (αν είχε, θα απαγορευόταν στους στείρους!) ούτε απαγορεύεται φυσικά υπό την παρούσα μορφή του στους ομοφυλόφιλους (ένας ομοφυλόφιλος άνδρας μπορεί κάλλιστα να παντρευτῄ μια ομοφυλόφιλη γυναίκα!), απομένει κατά την γνώμη μου η οπτική γωνία της απαγόρευσης των εμφύλων διακρίσεων. Η σκέψη αυτή μοιάζει κάπως παράξενη εκ πρώτης όψεως, νομίζω όμως ότι μπορεί να αποτελέσῃ ισχυρό κανονιστικό θεμέλιο.

Εκείνο που κάνει την (ερμηνευτικώς συναγόμενη μέχρι τώρα) απαγόρευση τόσο άδικη είναι ότι γίνεται βάσει του φύλου. Υπάρχει με άλλα λόγια μια σύμβαση, ο γάμος, η οποία επιτρέπεται να τελήται μόνο από αντισυμβαλλόμενους με ωρισμένο συνδυασμό φύλων και όχι άλλο. Αυτό όμως αντίκειται όχι μόνο στην αρχή της συμβατικής ελευθερίας, αλλά και στην απαγόρευση της αυθαιρεσίας ως ειδικώτερη εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, το φύλο και μάλιστα η διαφορά φύλου δεν είναι νομικώς κρίσιμη για την σύναψη της εν λόγῳ συμβατικής σχέσης! Η διαφορά του φύλου θα έπρεπε να ενδιαφέρῃ μόνο στον βαθμό που αφορᾴ τους ελεύθερους συμβαλλομένους. Από εκεί και πέρα, de generibus non disputandum.

Ας κάνουμε ένα μικρό διανοητικό πείραμα: αν το κράτος απαγόρευε π.χ. την σύμβαση μισθώσεως μεταξύ γυναικών, θα υπήρχε μήπως κάποιο συνταγματικό πρόβλημα; Η απάντηση είναι εύγλωττη. Γιατί να ισχύῃ κάτι διαφορετικό στην σύμβαση του γάμου;

Συμπέρασμα: η απαγόρευση του γάμου ομοφύλων συνιστᾴ έμφυλη διάκριση, διότι ευνοεί εντελώς αυθαίρετα κάποιους συνδυασμούς φύλων έναντι κάποιων άλλων.

Το κράτος όμως (πρέπει να) είναι σαν τους αγγέλους: δεν έχει φύλο!