Archive for the ‘Μουσικά’ Category

Ο θάνατος ενός αγαπημένου δικτάτορα

25 Σεπτεμβρίου 2007

Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να μπαίνω στο youtube και να παρακολουθώ βιντεάκια με αγαπημένα μου τραγούδια. Δεν είχα αμφιβολία για το ότι θα μπορούσε κανείς να βρει όλων των ειδών τα μουσικά βίντεο εκεί, ομολογώ όμως ότι αν μου έλεγε κάποιος ότι το συγκεκριμένο site είναι η χαρά του λάτρη της όπερας θα τον θεωρούσα τρελό. Κι όμως, το υλικό που ανακάλυψα είναι πράγματι εντυπωσιακό. Έχοντας, λοιπόν, περάσει κάποιες ώρες στην παρέα εξαίρετων τραγουδιστών, άρχισα να διερωτώμαι γιατί οι άνθρωποι τείνουν να λατρεύουν τους μεγάλους καλλιτέχνες – πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό υστερίας. Ο θάνατος του Luciano Pavarotti και οι σκηνές οδυρμού που ακολούθησαν με έβαλαν και πάλι σε σκέψεις – και να τι εννοώ.

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, το να λατρεύει κανείς τη Ρούλα Κορομηλά μου φαίνεται απείρως λογικότερο από το να νιωθει κάτι αντίστοιχο για τον Pavarotti. Κι αυτό γιατί η μέση νοικοκυρά βλέπει στη Ρούλα τον εαυτό της: αφού μπόρεσε εκείνη να γίνει διάσημη και πλούσια γιατί να μην μπορεί οποιαδήποτε γυναίκα χαμηλής μόρφωσης, αδιάφορης –επιεικώς- εμφάνισης, μηδαμινής γοητείας κοκ; Και κάπως έτσι ταυτίζεσαι και μία ιστορία πάθους ξεκινά… Ακόμα και όταν βλέπουμε το Nowitzky να πάιζει μπάσκετ, νιώθουμε ότι δικαιούμαστε να αναφωνήσουμε: «ας ήμουν κι εγώ 2.14 και με όλο το χρόνο του κόσμου για προπόνηση και θα τον είχα αυτόν να μου φέρνει τις μπάλες». Κάνουμε, φυσικά, λάθος στο 99,9% των περιπτώσεων, αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να διατηρούμε το δικαίωμα της ταύτισης – η τηλεόραση και ο αθλητισμός είναι επικράτειες δημοκρατικές.

Η τέχνη, όμως, είναι μία στυγνή δικτατορία – και τις δικτατορίες τις αγαπούν μόνο οι δικτάτορες και –καμμιά φορά- και όσοι τους περιστοιχίζουν. Όταν ακούει κανείς τον Pavarotti, τον Corelli, τον Del Monaco, τον Giacomini κοκ θα πρέπει, λογικά, να νιώθει δέος και, ενδεχομένως, ζήλια. Γιατί, σε αντίθεση με τη Ρούλα και τον Ντιρκ, ο Λουτσιάνο και οι συνάδελφοί του είναι από άλλο πλανήτη: κανείς μας δεν μπορεί –ούτε καν καθ’ υπερβολήν ή για πλάκα- να υποστηρίξει ότι αν είχε καλό δάσκαλο θα γινόταν ένας καταπληκτικός δραματικός τενόρος. Ακόμα και όσοι θεωρούνται μέτριοι μπροστά στους κορυφαίους κλασικούς τραγουδιστές, έχουν ταλέντο και δυνατότητες απλησίαστες για τον μέσο άνθρωπο. Κι αν την ώρα που τραγουδούν μας συνεπαίρνει η τέχνη τους, όταν σωπαίνουν τι ακριβώς είναι αυτό που μας κάνει να τους συμπαθούμε τόσο αντί να τους ζηλεύουμε για την τύχη τους;

Κι αν οι κλασικοί τραγουδιστές είναι ένα παράδειγμα μακρινό και για πολλούς ακατανόητο, δικτάτορες μπορούν να βρεθούν σε όλο το φάσμα της τέχνης – ας μείνουμε στο χώρο της μουσικής. Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι ο Jacques Brel. Κάποιοι ίσως πήγαιναν στις παραστάσεις του για να παρακολουθήσουν το εκκεντρικό θέαμα που συχνά προσέφερε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έμεναν καρφωμένοι στις θέσεις τους και τον άκουγαν να τους ειρωνεύεται με τον πλέον σκληρό τρόπο, να αμφισβητεί τον τρόπο ζωής τους, να γελάει με τις ιδεοληψίες τους – και στο τέλος τον χειροκροτούσαν θερμά! Κι αν το ταλέντο του μοναδικού αυτού τραγουδοποιού τους αφόπλιζε την ώρα της παράστασης, γιατί πήγαιναν να τον ξαναδούν και τον εκθείαζαν στους φίλους τους; Είναι δυνατόν να μην τους αντιπαθείς αυτούς τους τύπους – ακόμα κι αν τους θαυμάζεις;

Ο Luciano Pavarotti ήταν ένας άνθρωπος απίστευτα ευνοημένος από όποιον μοιράζει το ταλέντο στους ανθρώπους. Αυτό έχει, νομίζω, μεγαλύτερη αξία όταν προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν θα τον τοποθετούσε καν στην πρώτη πεντάδα των καλύτερων τενόρων όλων των εποχών (χωρίς, φυσικά, να υπονοώ ότι η δική μου κατάταξη είναι η «σωστή» – δηλώνω ξεκάθαρα ότι δεν είμαι «ειδικός») . Κατηγορήθηκε και επιβραβεύθηκε ταυτοχρόνως γιατί έφερε τον πολύ κόσμο πιο κοντά στην όπερα – κάτι μάλλον ανακριβές αφού όποιος ακούει με ευχαρίστηση το nessun dorma δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε φίλο της όπερας! Είναι, όμως, αλήθεια πως προσηλύτισε περισσότερο κόσμο κι από τον Beniamino Gigli, για τον οποίο λέγεται ότι κυκλοφορούσε στο δρόμο και τραγουδούσε όποιο τραγούδι του ζητούσαν οι περαστικοί! Η φήμη που απέκτησε –ας μην ξεχνάμε ότι η φυσιογνωμία του είναι πια ευρέως αναγνωρίσιμη ως η πιο αντιπροσωπευτική φιγούρα κλασικού τραγουδιστή- του έκανε περισσότερο κακό παρά καλό. Λένε πως δεν ήταν καλός ηθοποιός – και είναι αλήθεια μόνο που δεν ήταν χειρότερος από τον Jussi Bjorling που κορδωνόταν στην σκηνή και, παρόλα αυτά, έχει περάσει στο πάνθεον των κορυφαίων τενόρων. Επιπροσθέτως, η γλυκύτητα και η εκφραστικότητα της φωνής του κάλυπτε τα εκφραστικά κενά που άφηναν η σωματική του διάπλαση και η υποκριτική του μετριότητα. Δεν ήταν εντυπωσιακός – χωρίς να έχει, φυσικά, κάποιο εμφανές πρόβλημα- όταν οι κουκίδες άρχισαν να κατεβαίνουν χαμηλά στο πεντάγραμμο, αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα – γι΄αυτό και μαλώνουμε για το ποιος ήταν ο καλύτερος τενόρος όλων των εποχών! Τα ελαττώματά του διογκώθηκαν και η κριτική του που του ασκήθηκε ήταν συχνά παράλογα αυστηρή. Αυτά ως επικήδειος – αλλά γιατί έκλαιγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στη Μόντενα;

Έκλαιγαν, νομίζω, από άγνοια και αμηχανία: επειδή συνηθίζεται να κλαίμε τους νεκρούς και υπάρχει η άποψη ότι όσο πιο σπουδαίος ήταν ο εκλιπών στη ζωή τόσο περισσότερος θρήνος του αρμόζει. Ποιος τους είπε, όμως, ότι ο άνθρωπος που είπε «θέλω να είμαι διάσημος παντού» θα αρκείτο σε μία ήσυχη συνταξιοδότηση; Ποιος τους είπε ότι όποιος έχει αποθεωθεί στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου θα κάνει κέφι να μιλάει με τους γείτονες για περασμένα μεγαλεία; Ποιος τους είπε, ακόμα, ότι κάποιος που έχει τραγουδήσει με την παροιμιώδη άνεση που εξέπεμπε πάντα αυτός ο γελαστός τύπος θα άντεχε να τραγουδάει πια μόνο στο μπάνιο; Δεν υπονοώ ότι η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι ότι αυτά θα τα απέρριπτε κάποιος σαν τον Pavarotti, παρά μόνο ότι εμείς δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Εγώ, λοιπόν, λυπήθηκα, όπως λυπούμαστε όλοι στο άκουσμα του θανάτου ενός ανθρώπου που νιώθουμε ότι, κατά κάποιον τρόπο, ήταν γνωστός μας, αλλά δεν έπαψα στιγμή να τον ζηλεύω για τη ζωή που του προσέφερε το μοναδικό ταλέντο του. Ένα ταλέντο που του επέτρεπε να καταδυναστεύει τους μέτριους, όπως η ευφυία του Μότσαρτ στοίχειωνε τον Σαλιέρι και όπως η σιδηρά πυγμή του δικτάτορα πνίγει τους υπηκόους του. Αντί οδυρμών, λοιπόν, εγώ, παραδεχόμενος την άγνοιά μου για το πως θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ο θάνατος ενός ξεχωριστού ανθρώπου, θα τον τιμήσω ενθυμούμενος μερικές καλές στιγμές του:

La donna e mobile (σπάνιο βίντεο από τα νιάτα του Παβ)

Nessun dorma

Vesti la giubba

Che gelida manina

Una furtiva lagrima

Celeste Aida

Advertisements

Μήπως η όπερα θέλει Cura;

25 Φεβρουαρίου 2007



Η ορχήστρα παίζει δραματικά και τα συναισθήματα του κοινού κορυφώνονται. Ήρθε η ώρα ο Don Carlo να ξιφομαχήσει με τον Βασιλιά Φίλιππο σε μία από τις πιο δυναμικές σκηνές της όπερας Don Carlo του G. Verdi. Το Φίλιππο παίζει ο μπάσος Boris Christoff, ένας από τους πιο δημοφιλείς τραγουδιστές του 20ου αιώνα. Υπερβολικά δημοφιλής μάλλον για το θερμόαιμο τενόρο Franco Corelli που παίζει το ρόλο του τίτλου και δεν ανέχεται άλλους αστέρες στη σκηνή του. Το μόνο όπλο που έχει πρόχειρο είναι το σπαθί του και φροντίζει να το χρησιμοποιήσει επί σκηνής ξεκινώντας μία πραγματική ξιφομαχία με τον αντίζηλό του! Ο –κάθε άλλο παρά χαμηλών τόνων- Christoff ανταποκρίνεται ευχαρίστως και απαιτείται η δυναμική παρέμβαση ενός λογχοφόρου κομπάρσου για να σταματήσει ο παραλογισμός και να συνεχισθεί η παράσταση. Σε ένα άλλο ανέβασμα της ίδιας όπερας, η ορχήστρα έπαιζε ξανά και ξανά την εισαγωγή μίας άριας μέχρι να αποφασίσει να βγει ο Corelli στην σκηνή. Λογομαχούσε με κάποιον στα παρασκήνια και δεν μπορούσε να υποχωρήσει μόνο και μόνο επειδή μία κατάμεστη αίθουσα τον περίμενε! Όταν, τελικά, υποχώρησε ο αντίπαλός του, βγήκε – και γρήγορα οι περισσότεροι ξέχασαν τα τερτίπια του. Μόνο που ο Christoff δεν τα ξέχασε ποτέ και οι δυό τους δεν ξανατραγούδησαν ποτέ μαζί. Κάποτε, η σοπράνο Birgit Nilsson δήλωσε πως ο Corelli τη δάγκωσε (!) επί σκηνής επειδή κράτησε μία νότα περισσότερο από εκείνον! Μία άλλη φορά, ενώ έπαιζε τον Manrico (Il trovatore), όρμησε σε ένα θεωρείο για να απαντήσει με τις γροθιές του σε έναν θεατή που τον αποδοκίμασε. Όταν τους χώρισαν, κρατούσε σφιχτά τη λαβή του σπαθιού του.

Ο Franco Corelli γεννήθηκε το 1921 στην Ancona και ανακάλυψε το ταλέντο του αρκετά αργά. Σπούδασε για λίγο στο Ωδείο του Pesaro μα γρήγορα τα παράτησε και άρχισε να ακούει δίσκους του Caruso και του Gigli για να βελτιώσει τη φωνή του. Το επίσημο ντεμπούτο του το έκανε σε ηλικία 32 ετών στη Ρώμη στο Giulietta e Romeo του Riccardo Zandonai. Όταν η καριέρα του απογειώθηκε άρχισε τις σοβαρές σπουδές: μαγνητοφωνούσε τις παραστάσεις του και τις μελετούσε αργότερα. Όταν πρωτοξεκινούσε είχε ένα εμφανές “caprino”, έναν ήχο που προκύπτει όταν η πίεση του αέρα από τους πνεύμονες είναι μεγάλη και ο λαιμός δεν είναι αρκετά ανοιχτός. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν μία πέτρα που σκίζει την επιφάνεια του νερού. Πριν την πρώτη του εμφάνιση στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης το είχε ξεφορτωθεί παρά την –κατά κάποιους- προχωρημένη, για διορθώσεις τέτοιου είδους, ηλικία. Ο ίδιος ο Corelli έλεγε πως χρωστούσε τη βελτίωσή του στον τενόρο Giacomo Lauri-Volpi, χωρίς τη βοήθεια του οποίου θα ήταν «ένας ακόμα βαρύτονος». Η φωνή του, που είχε μία ωμή δύναμη για την άσκοπη επίδειξη της οποίας συχνά κατηγορείτο –ειδικά στην Αγγλία- εξελίχθηκε σε ένα άκουσμα που ήταν εξίσου ελκυστικό όταν επιστράτευε τις εκκωφαντικές ψηλές του ή τις βελούδινες χαμηλές του. Γρήγορα, όμως, η φωνή του, όπως κι εκείνη ενός άλλου αρχικά αυτοδίδακτου θρυλικού τραγουδιστή, του βαρύτονουTitta Ruffo, αποδυναμώθηκε. Μέχρι τότε, όμως, ο Corelli είχε μία επίδραση στο κοινό μοναδική. Δεν ήταν μόνο η φωνή του αλλά και η σκηνική του παρουσία: αν και πολύ συχνά πόζαρε (δεύτερη φωτογραφία) παρά υποκρινόταν, η εξωτερική του εμφάνιση τον έθετε στο απυρόβλητο. Λεγόταν ότι ήταν ο μόνος τραγουδιστής που έδειχνε μια χαρά μέσα σε αυτά τα εφαρμοστά κοστούμια του 17ου αιώνα, κάτι που του απέδωσε το προσωνύμιο «χρυσές κνήμες»!

Κι όμως, αυτός ο εγωκεντρικός τύπος υπέφερε από έναν παροιμιώδη για τραγουδιστή όπερας φόβο της σκηνής. Πολλές φορές χρειαζόταν να τον σπρώξουν για να βγει στο σανίδι και χρειαζόταν αρκετά λεπτά για να συνέλθει και να αποδώσει σε επίπεδα αντίστοιχα του ταλέντου του. Ακόμα και στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις είναι αγχωμένος και δίνει την εντύπωση ότι ψάχνει για την έξοδο. Παρά το γεγονός ότι το ρεπερτόριό του ήταν αρκετά ευρύ δεν τραγούδησε ποτέ Οθέλο. Κάποιοι λένε ότι το σχεδίαζε αλλά ένιωσε τη φωνή του να εξασθενεί και το ματαίωσε. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι ο Corelli ήταν υπερβολικά σεμνός κατά βάθος και, ακόμα και στο απώγειο της δόξας του, αναγνώριζε την ανεπάρκειά του για τον –κατά πολλούς- δυσκολότερο ρόλο τενόρου στο κλασικό ρεπερτόριο. Δυστυχώς, ποτέ δε θα μάθουμε αν ο Corelli θα ήταν, πράγματι, ο καλύτερος Οθέλος όλων των εποχών, όπως υποστηρίζουν οι θαυμαστές του. Μερικά πράγματα είναι, ίσως, καλύτερο να περνούν στη σφαίρα του μύθου.

Ένας νεαρός από το Rosario της Αργεντινής, όμως, δεν είχε κανένα πρόβλημα να τραγουδήσει Οθέλο (απ’ όπου και η πρώτη φωτογραφία) και μάλιστα πολλάκις. Ο, 45χρονος σήμερα, Jose Cura είναι ο πιο αναγνωρίσιμος τενόρος της εποχής μας. Οι συγκρίσεις με τον Corelli είναι αναπόφευκτες. Όπως ο Corelli, o Cura δε διστάζει να δίνει το δικό του, καινοτόμο, ύφος στα τραγούδια του. Όπως και ο Corelli, έχει μία πολύ δυνατή, εντυπωσιακής, πράγματι, έντασης, φωνή. Όπως και ο Corelli, θέλει να είναι στο κέντρο της προσοχής: ήταν ο πρώτος που τραγούδησε και διεύθυνε ορχήστρα ταυτόχρονα! Όπως ο Corelli, «γεμίζει» την σκηνή. Και όπως και ο Corelli, έχει τον τρόπο του με τις κυρίες και ένα φιλάρεσκο ύφος που πάντοτε θεωρείτο προσόν για τους τενόρους. Μόνο που ο Cura, σε αντίθεση με τον Corelli, είναι, νομίζω, ένας μέτριος τραγουδιστής. Παρά την μουσική του παιδεία, η μουσικότητα στις ερμηνείες του είναι συνήθως άφαντη. Παρά τις βαρυτονικές προεκτάσεις της φωνής του, όταν καλείται να πάει χαμηλά είναι ωμός και τραχύς. Και παρά την ένταση της φωνής του, μοιάζει να διαθέτει ένα μουσικό όργανο άκαμπτο και αδούλευτο. Όταν τραγουδάει έχει κανείς την αίσθηση ότι το κάνει για να τον προσέξουν και όχι για να τον ακούσουν. Δεν ξέρω αν ,απλά, δεν υπάρχει καλύτερος σήμερα – αν και έχω λόγους να διαφωνώ. Αλλά αν είναι έτσι, πολύ φοβάμαι ότι η όπερα δε θέλει τον Cura της αλλά την cura της.

ΥΓ: Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις ερμηνείες των Corelli και Cura στο «vesti la giubba» από την όπερα I pagliacci του Leoncavallo εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=WiQaWdTUK1c
http://www.youtube.com/watch?v=_sLG5rTNse8