Archive for the ‘Λογοτεχνικά’ Category

Ποιητική διερώτηση

22 Απριλίου 2008

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τί είναι εκείνο που τρέπει μια πεπερασμένη σειρά λέξεων σε ένα ποίημα. Oι νεότερες φιλοσοφικές ερμηνείες και προσεγγίσεις της ποιητικής (λ.χ. του Fish) ακούγονται ενδιαφέρουσες, ιδίως στον βαθμό που επικεντρώνουν στον ρόλο του αναγνώστη για την αναγνώριση ενός κειμένου ως ποιήματος. Κάποια παλιότερα διαβάσματά μου όμως, στάθηκαν καταλυτικά στην προσπάθειά μου να βρω απάντηση στο σχετικό ερώτημα.

Σ’ αυτά ανήκουν οι «Σημειώσεις για την τέχνη της ποίησης» του Ντύλαν Τόμας, που έτυχε να ξεφυλλίσω μικρός. Η απλότητα διατύπωσης, η διαύγεια και σαφήνεια των σκέψεων που εκφράζονται σ’αυτές τις σημειώσεις «ψυλλιάζουν» τον αναγνώστη για την αλήθεια τους… Αν και τις διάβασα παιδί διακινδυνεύω το στοίχημα, ότι θα γεράσω μ’ αυτές χωρίς να χρειαστεί ν’ αλλάξω ούτε μια γραμμή τους. Ακολουθώντας μέχρι σήμερα τον γνώμονα αυτών των σκέψεων έπραξα ως εξής:

Δέθηκα σφιχτά στο κατάρτι της προσωπικής μου αισθητικής, συναισθηματικής και λογοτεχνικής κρίσης, κλείνοντας πεισματικά τα αυτιά μου στις Σειρήνες του σύγχρονου ποιητικού συρμού, των πολυδιαφημισμένων συλλογών και βραβευμένων τετραδίων, των εκδοτικών οίκων με τους κατ’επάγγελμα ποιητές ή κριτικούς και των νομπελοφόρων ιερών τεράτων της ποίησης (αν κάποιον δεν τον πείθει η μεταφορά που μόλις χρησιμοποίησα, ας αντιστρέψει ελεύθερα τους όρους της: Δέχομαι ευχαρίστως ότι παρασύρθηκα από τις σειρήνες της προσωπικής μου αισθητικής κρίσης, αντί να δεθώ εκουσίως στο κατάρτι της «αναγνωρισμένης» ποίησης). Έσκυψα με αγάπη -αλλά και δέος- μπροστά στους στίχους φίλων μου, αναγνωρίζοντας σε κάποιους από αυτούς μια γλυκιά γλωσσική μουσική, υπεραρκετή για να θεωρήσω ότι συναναστρέφομαι αληθινούς ποιητές. Εκτίμησα την καλοδουλεμένη και αρμονική ομοιοκαταληξία των παλαιών ρομαντικών, που σήμερα έχει πια χαθεί κάτω από το άγριο κύμα που σήκωσε το υπερρεαλιστικό τσουνάμι, εκδικούμενο ίσως την υβριστική -αλλά και γνήσια καλλιτεχνική!- τελειομανία τους… Αδιαφόρησα πλήρως για την επιλογή σοβαρών θεματικών και έγραψα στίχους αποκλειστικά για τον σκύλο μου…

Παραθέτω μερικά από τα λόγια του Ντύλαν Τόμας που με ενέπνευσαν σε όλα τα παραπάνω, για χάρη των αναγνωστών του Συνιστολογίου:

(…) Διάβασε τα ποιήματα που σου αρέσει να διαβάζεις. Μη σε νοιάζει αν είναι σημαντικά ή αν θα επιζήσουν. Τί σημασία έχει, σε τελευταία ανάλυση, τί είναι Ποίηση; Αν θες έναν ορισμό, λέγε: «Ποίηση είναι αυτό που με κάνει να γελώ ή να κλαίω ή να χασμουριέμαι, αυτό που κάνει τα νύχια των ποδιών μου να τρεμουλιάζουν, αυτό που με κάνει να θέλω να πράξω αυτό ή εκείνο ή τίποτα» κι άσ’το έτσι. Αυτό που έχει σημασία στην Ποίηση, είναι η απόλαυσή της, όσο τραγική κι αν είναι. Αυτό που έχει σημασία είναι η αιώνια κίνηση πίσω της, το πελώριο βύθιο ρεύμα της ανθρώπινης λύπης, βλακείας, φιλοδοξίας, έξαρσης ή άγνοιας, οσοδήποτε ταπεινή κι αν είναι η πρόθεση του ποιήματος (…) Η χαρά και το έργο της Ποίησης είναι και ήταν το πανηγύρι του ανθρώπου, που είναι επίσης το πανηγύρι του Θεού.

Advertisements

ΚΤ και Μυρτώ: Ένα ειδύλλιο

29 Ιανουαρίου 2008

Στο έργο του Herr und Hund- Ein Idyll (μτφρ. Σκύλος και Αφέντης, Γ. Δεπάστας-εκδ. μεταίχμιο 2006), o Τόμας Μαν αναδεικνύεται σε πραγματικό ανατόμο της ψυχολογίας του σκύλου του, Μπάουσαν, και σε εξαιρετικό αφηγητή ενός «ειδυλλίου», όπως ονομάζει τη σχέση του με τον πιστό του φίλο (παίζοντας με τη διπλή έννοια του όρου). Διάβασα πριν από λίγες μέρες αυτό το μικρό βιβλίο και αναρωτήθηκα πώς δεν το είχα τόσον καιρό ανακαλύψει. Έχω, βλέπετε, κι εγώ έναν σκύλο με τον οποίο περνώ ευχάριστες ελεύθερες ώρες, ειδικά τον τελευταίο καιρό: τη Μυρτώ της φωτογραφίας…

Νομίζω ότι κάθε ιδιοκτήτης σκύλου οφείλει να διαβάσει το διήγημα του Μαν. Θα βρει σε αυτό απίστευτα λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές της συμπεριφοράς και των συνηθειών ενός σκύλου, οι οποίες μολονότι θα του είναι οπωσδήποτε γνωστές, δεν αποδίδονται εύκολα από τον καθένα, με λόγια. Η πένα του Μαν όμως κατορθώνει να περιγράψει όλες αυτές τις συνήθειες με τρόπο μοναδικά γλαφυρό: Ο ιδιόμορφος χορός του σκύλου όταν βλέπει τον αφέντη του για πρώτη φορά στη διάρκεια της μέρας ή μετά από μεγάλα διαστήματα απουσίας, τα συνεχή χασμουρητά του από ανία όταν χάνει τη βόλτα του, τα χοροπηδητά από χαρά και οι ξαφνικές, αυτοσχέδιες ξάπλες με τις οποίες προ(σ)καλεί το αφεντικό του να παίξει μαζί του είναι μόνο κάποιες από αυτές τις συνήθειες που το ταλέντο του Μαν καταφέρνει να αναπαραστήσει με τα ζωηρότερα χρώματα.

Αλλά και η περιγραφή από τον συγγραφέα της πλευράς του κυρίου του σκύλου δεν υστερεί σε αξία: Η συνεχής προσπάθεια του κυρίου να επιτύχει ισορροπία και να επιβάλει κανόνες στη σχέση του με το σκύλο, οι τύψεις του όταν αναγκάζεται να του αρνηθεί τη βόλτα ή την είσοδο στο δωμάτιο ή τον αφήνει σε ξένα χέρια για περίθαλψη, ακόμη και η εσωτερική βασανιστική του πάλη με αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι τελικά ένας κύριος «αντάξιος» των ιδιαιτεροτήτων και φυσικών χαρισμάτων του σκύλου του– όλες αυτές οι αναφορές του Μαν ολοκληρώνουν τη λεπτεπίλεπτη ανατομία του «ειδυλλίου» της κατοχής ζώου συντροφιάς, καλύπτοντας πλήρως και την πλευρά του κυρίου…

Πολύν καιρό προτού διαβάσω το Herr & Hund, ένα απόγευμα και καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που η Μυρτώ αντιδρά κάθε φορά που αντικρίζει ηλεκτρική σκούπα, έγραψα ένα μικρό ποίημα περιγράφοντας τη σχετική σκηνή. Αν κανείς σκεφτεί ότι η λογοτεχνία του Μαν αφορά έναν «σκύλο αυλής» τον Μπάουσαν που ζει κοντά στη φύση ενώ η δική μου πρόχειρη στιχουργία έναν «σκύλο σαλονιού» που αδυνατεί να συμβιβαστεί με τη νεότερη εξέλιξη της τεχνολογίας, τότε αποτρέπεται μια πιθανή σύγκρισή μου με τον Μαν (που θα με συνέτριβε!). Επιτυγχάνεται αντίθετα, μια επαλήθευση του «ειδυλλίου» μεταξύ σκύλου και αφέντη στο πέρασμα του χρόνου, ενόσω αλλάζουν τα πρόσωπα, τα είδη των σκύλων και τα λογοτεχνικά διαμετρήματα! Και μαζί, καταφέρνω να αποτίσω -μέσω Συνιστολογίου- τον προσωπικό μου φόρο αγάπης σ’έναν πιστό σύντροφο…

Μυρτώ

 «Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι σάντσοι ακολουθάνε»

Κ.Ουράνης

Ο σκύλος μου ο Δον Κιχώτης
ψηλά σηκώνει το κεφάλι
τη σκούπα βλέποντας και πάλι
να τρέχει, την ηλεκτρική
στο πάτωμα και το χαλί
ουρλιάζοντας απ΄το θυμό της

Στο σιδερένιο της το σώμα
βλέπει τον άσπονδο εχθρό του
πάνοπλο, στο άρμα το κλειστό του
φωτιά να σπέρνει και καπνούς
μες στης φυσούνας τους αρμούς
σκόνη στριμώχνοντας και χώμα

Τ’αυτιά τεντώνοντας ο ιππότης
γαβγίζει άγρια γι’αρχή
στυλώνοντας το ωραίο κορμί
και θέση παίρνοντας για μάχη
που θα κερδίσει όπως και να ‘χει
η ασύγκριτή του γενναιότης

Και σαν η σκούπα υποχωρήσει
και μπει ξανά στην αποθήκη
γιορτάζει ο ήρωας τη νίκη
τρώγοντας μέσα στο λεπτό
το γεύμα που του έχω εγώ
ο Σάντσο-Πάντσα εξασφαλίσει

Ο σκύλος μου ο Δον Κιχώτης
κοιμάται τώρα στο πλευρό μου
κι αναρωτιέμαι για καλό μου
αν όντως ζει μια φαντασία
ή αν έχει πιάσει την ουσία
που έχει χάσει η Ανθρωπότης

Αν φέρει στην ψυχή τους νόμους
που τους αναζητούν οι πάντες
δίχως να ξέρει τον Θερβάντες
δίχως να έχει λογική
αν υπακούει στην Αρχή
την άγνωστη στους ιπποκόμους