Archive for the ‘Λογικά’ Category

Ο Επιμενίδης, η Ντόρα και ο Αντώναρος

10 Ιανουαρίου 2008

Το αυτί μου έπιασε σήμερα στην TV δύο δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών. Θέλω να τις σχολιάσω εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα χρονιά στο Συνιστολόγιο με πολιτική κριτική.
Είπε ο κ. Αντώναρος: «Όπως γνωρίζετε εγώ δεν σχολιάζω τοποθετήσεις τις οποίες κάνουν οι υπουργοί. Είναι γνωστό ότι αυτή η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κ.Καραμανλή, και όλα τα μέλη της κυβέρνησης μιλάνε πάντα τη γλώσσα της αλήθειας». [δήλωση 1]

Είπε η κ. Ντόρα Μπακογιάννη: «Οι πολιτικοί δεν τολμούν να μιλήσουν καθαρά. Η κοινή γνώμη υποστηρίζει ότι δεν αξίζει να ακούς έναν πολιτικό γιατί όλοι λένε ψέματα». [δήλωση 2]

Οι παραπάνω δηλώσεις παρουσιάζουν πολυδιάστατο ενδιαφέρον. Θα αναφερθώ μόνο σε ορισμένες λογικές και πολιτικές πτυχές αυτού του ενδιαφέροντος.

Δήλωση 1:
Στη δήλωση 1 υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση: Από τη μια ο κ. Αντώναρος λέει ότι δεν σχολιάζει δηλώσεις υπουργών και από την άλλη σχολιάζει ακριβώς αυτές τις δηλώσεις, λέγοντας ότι οι τελευταίες δεν είναι ποτέ ψευδείς. Εκτός τούτου, ο κ. Αντώναρος φαίνεται να ξεχνά ότι και ο ίδιος ανήκει υπό εύλογη έννοια στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου η δήλωση 1 αποτελεί δήλωση κυβερνητική. Έτσι, η περί αληθείας των κυβερνητικών δηλώσεων δήλωσή του, καταλαμβάνει και τον εαυτό της. Ο κ. Αντώναρος εγγυήθηκε την αλήθεια της προσωπικής του δηλώσεως περί της αλήθειας των κυβερνητικών δηλώσεων μέσω της τελευταίας. Ποιόν να έπεισε άραγε;

Δήλωση 2:
Η δήλωση αυτή, νομίζω ότι ισοδυναμεί -σε μια εύλογη ερμηνεία- με τη δήλωση «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς». Την ερμηνεία αυτή δέχτηκαν πράγματι και τα περισσότερα ΜΜΕ ως εύλογη. Το βασικό πρόβλημα της 2 αν διαβαστεί έτσι (και δεν βλέπω άλλον τρόπο να διαβαστεί), είναι ότι αποτελεί και αυτή μια πολιτική δήλωση. Το ερώτημα λοιπόν, είναι γιατί να μην δεχθεί κανείς ότι η δήλωση 2 ανήκει στις ψευδείς πολιτικές δηλώσεις την ύπαρξη των οποίων η ίδια ισχυρίζεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κ. Μπακογιάννη ψεύδεται ότι «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς» και επομένως αληθεύει ότι «Ουδεμία πολιτική δήλωση είναι ψευδής». Πώς μπορεί όμως τότε η κ. Μπακογιάννη να λέει ψέματα;

Στα παραπάνω νομίζω ότι από λογικής απόψεως λανθάνει το γνωστό από την αρχαιότητα παράδοξο του ψευδομένου (ή του Επιμενίδη). Πληρέστερη ανάλυση αυτού του παραδόξου δεν μπορεί εδώ να γίνει, αρκεί όμως να επισημανθεί ότι η λύση του στην επιστημολογία, επιχειρήθηκε κυρίως μέσω της διάκρισης δύο διαφορετικών επιπέδων γλώσσας (γλώσσα αντικείμενο-μεταγλώσσα: Μεταγλώσσα είναι η γλώσσα στην οποία γίνεται λόγος για τις προτάσεις μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας-αντικειμένου). Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία και για την πολιτική κριτική των δηλώσεων 1 και 2, στην οποία περνώ αμέσως.

Είναι οφθαλμοφανές, ότι στις δηλώσεις 1 και 2 των Αντώναρου και Μπακογιάννη, κρύβεται μια πολύ «κακή» συνήθεια των Ελλήνων πολιτικών, την οποία ο πολύς κόσμος δεν συνειδητοποιεί και ο τύπος δεν έχει στηλιτεύσει επαρκώς (γι’αυτό και η συνήθεια διατηρείται): Πρόκειται για τη συνήθειά τους να μιλούν για τους εαυτούς τους και τις δηλώσεις τους αντί να ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας γύρω τους. Να περιστρέφονται αμέριμνοι γύρω από τον προσωπικό τους άξονα, αγνοώντας όχι μόνο λογικά παράδοξα (αυτό είναι το λιγότερο!) αλλά και παράλογες καταστάσεις της καθημερινότητας, τις οποίες θα έπρεπε να εξαλείφουν ή να περιορίζουν. Να πουλάνε δήθεν ειλικρίνεια αναφερόμενοι στις δηλώσεις τους με νέες δηλώσεις, που όμως ουδένα αφορούν: Γιατί ουδείς ζήτησε από την κ.Μπακογιάννη να μας κάνει κοινωνιολογική ανάλυση σχετικά με το αν οι πολιτικοί λένε αλήθεια ή ψέματα (και θα ήταν βλακώδες να ζητήσει κανείς από έναν πολιτικό να το κάνει αυτό). Ουδείς ζήτησε επίσης από τον κ. Αντώναρο να διαβεβαιώνει την αλήθεια των δηλώσεων των κυβερνητικών στελεχών με πομπώδη τρόπο: Φαντάζομαι ότι του ετέθηκαν πολύ πιο συγκεκριμένα ερωτήματα από τους δημοσιογράφους (στα οποία όμως αμφιβάλλω αν απάντησε)…

Η λογικοπολιτική αστοχία των δηλώσεων υπό 1 και 2, έχει λοιπόν μια τραγελαφική κατάληξη: Ο μεν κ. Αντώναρος ενδέχεται με την 1 να διαβεβαίωσε την αλήθεια της δήλωσης της κ. Μπακογιάννη ότι μερικοί πολιτικοί ψεύδονται (ενώ ήθελε να μας πει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να διαψεύσει τη 2 ως προς τα κυβερνητιξά στελέχη). Η δε κυρία Μπακογιάννη ενδέχεται να μας είπε με την 2 ότι ουδείς πολιτικός ψεύδεται (ενώ ήθελε επίσης να μας πει το ακριβώς αντίθετο, αφήνοντας υπονοούμενα για κυβερνητικά στελέχη).

Και όλα αυτά, στην Ελλάδα του 2008, για έναν απλό λόγο: Διότι οι πολιτικοί της αποφάσισαν για άλλη μια φορά να μιλήσουν αυτάρεσκα για τον εαυτούλη τους ενώ θα έπρεπε να μας έχουν μιλήσει για την κοινωνία.
Advertisements

Το παράδοξο με τα blogs ή «συνιστολογία δωματίου»

4 Δεκεμβρίου 2007

Τριγυρνώντας στα blogs εδώ και καιρό, διαπίστωσα ότι υπάρχει ένας σωρός από δημοσιευμένα σκουπίδια. Σκουπίδια κάθε λογής και πάσης φύσεως, από σκουπιδογράφους λογοτέχνες, φιλοσόφους, νομικούς, ποιητές, καλλιτέχνες, πολιτικούς, δημοσιογράφους και δεν συμμαζεύεται…Αναρωτήθηκα, κατά πόσο και αυτά που γράφω εγώ και οι συν-συνιστολόγοι μου είναι σκουπίδια δημοσιευμένα από ένα εκρηκτικό μίγμα ματαιοδοξίας και δίψας για διάλογο. Γαρνιρισμένα με μιαν επίφαση νομικής φαντασίας, φιλοσοφικής επάρκειας, λογικής οξύνοιας, γλωσσικής πρωτοτυπίας (τρομάρα σου Αθανάσιε!), κριτικού πολιτικού πνεύματος ή επαρκούς ιστορικής γνώσης. Και δημοσιευμένα ελαφρά τη καρδία, ή (σπάνια!) κατόπιν σκέψεως…

Κατέληξα ότι δεν μπορώ να απαντήσω στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα και το απευθύνω στους συναδέλφους μου αναπάντητο (Γράφουμε άραγε σκουπίδια ΚΚ; Και αν ναι, πότε θα σταματήσεις επιτέλους να ταλαιπωρείς τους αναγνώστες και να ρυπαίνεις τη blogόσφαιρα ΑΑ;;). Μελαγχόλησα κάπως με αυτές τις σκέψεις. Κι έτσι, αντί να αυτοκτονήσω συγγραφικώς (πράγμα που δεν μπορώ να κάνω αν δεν προηγηθεί εμού τουλάχιστον ο συνιστολόγος ΚΚ) είπα να φανώ γενναίος και να συνεχίσω τη συνιστολογική μου σκουπιδοπαραγωγή, δημοσιεύοντας αυτή τη φορά ένα μετασκουπιδάκι: Δηλαδή ένα post-σκουπιδάκι που θα μιλάει για τα σκουπίδια και που θα εξηγεί με λογικό τρόπο γιατί ο Χ αναγνώστης που πιστεύει κάπως σε μας και τα άρθρα μας, δικαιούται και λογικώς να πιστεύει ότι στο Συνιστολόγιο δεν γράφονται σκουπίδια! Θα εξηγήσω σε όσα ακολουθούν, πώς μπορεί κανείς να επικυρώνει καθημερινά την πρόταση: «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» εφόσον βέβαια δεχθεί να την θέσει ως υπόθεση εργασίας

Όπλο μου θα είναι η τυπική λογική και ένα γνωστό παράδοξο της επιστημολογίας, το περίφημο «παράδοξο με τα κοράκια» του C.Hempel.

Αν το παράδοξο αυτό οδήγησε στο να κάνουν λόγο οι επιστημολόγοι ειρωνικά για «ορνιθολογία δωματίου» εγώ, προτείνω, εδώ κάτι αντίστοιχο: Μια «συνιστολογία δωματίου», που θα επιτρέψει να εκφέρουμε κρίσεις για τα συνιστολογικά άρθρα κάθε φορά που θα blogaρουμε οπουδήποτε -εκτός και εντός Συνιστολογίου- στο ίντερνετ, καθισμένοι αναπαυτικά μπροστά στον υπολογιστή μας. Σημειωτέον πάντως, ότι αν τρίξουν με το αρθράκι μου τα κόκκαλα του μεγάλου Hempel δεν φταίω εγώ… Φταίει η περί τα λογικά ημιμάθειά μου αλλά και, γενικότερα, η ρημάδα η μετανεωτερικότητα που τη νίκησε την ανάλυση: Σήμερα, ο ανίερος δανεισμός της αναλυτικής ορολογίας και σοφίας από κάθε αδαή σαν και μένα, και η τροπή τους σε μεταμοντέρνα εξυπνάδα και ανοησία αποτελούν, σχεδόν, φιλοσοφικό κεκτημένο.

Ξεκινώ λοιπόν με μιαν υπόθεση και τον τρόπο της επικύρωσής της:

«Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» (ονομάζω την πρόταση αυτή Η και δίνω παρεμφερείς και ισοδύναμες διατυπώσεις της: «Για κάθε άρθρο, αν αυτό γράφτηκε από Συνιστολόγο, τότε αυτό είναι σπουδαίο», «Ό,τι γράφουν οι συνιστολόγοι αξίζει να το διαβάσει κανείς» κ.λπ. κ.λπ.)

Ας πούμε τώρα ότι την υπόθεση Η τη διατυπώνει ένας τυχαίος αναγνώστης μας ο Χ, που μας συμπαθεί κάπως. Έχει διαβάσει ο Χ στο Συνιστολόγιο κάποιο άρθρο που του άρεσε, το βρήκε σπουδαίο και τώρα θέλει να επικυρώσει μέσω παρατήρησης, τη γενικότερη υπόθεσή του ότι «τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία». Για να την επικυρώσει, ακολουθεί τον συνηθισμένο δρόμο: Διαβάζει λ.χ. ένα ακόμη άρθρο του ΑΑ, τυχαίνει κι αυτό να είναι σπουδαίο, κι έτσι η Η επικυρώνεται. Διαβάζει έπειτα ο Χ κι άλλο ένα άρθρο (του ΚΚ αυτή τη φορά) και η Η ξανα-επικυρώνεται. Και ούτω καθεξής….Η συλλογιστική πορεία στο μυαλό του Χ, που τον οδηγεί στην επικύρωση της υπόθεσης Η, ότι «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» και ισχύει μέχρι να βρεθεί ενδεχομένως ένα μη-σπουδαίο άρθρο, μπορεί να περιγραφεί με τον εξής απλό τρόπο:

Το τάδε άρθρο του ΑΑ είναι σπουδαίο
Το δείνα άρθο του ΚΚ είναι σπουδαίο
(…)
Άρα, τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία.

Μέχρις εδώ έχει καλώς. Ο λογικός αναγνώστης μου θα κατάλαβε, ότι για την επικύρωση της υπόθεσης Η, ο Χ χρειάζεται απλώς να διαβάζει τακτικά Συνιστολόγιο… Εγώ όμως δεν ήθελα να του πω αυτό. Δεν θέλω γενικώς να πείσω κανέναν να διαβάζει Συνιστολόγιο…Θέλω να επιστήσω την προσοχή του λογικού αναγνώστη μου και του Χ σε κάτι πιο ενδιαφέρον αλλά και πιο παράδοξο. Να τους πω, ότι η αρχική υπόθεση Η, ότι «τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» δεν επικυρώνεται μόνο με την ανάγνωση αυτών των ίδιων των άρθρων του Συνιστολογίου αλλά και με έναν άλλο -prima facie εξωφρενικό- τρόπο: Με την ανάγνωση οποιουδήποτε μη-σπουδαίου άρθρου σε οποιοδήποτε άλλο Blog!!

Πάμε να δούμε πως γίνεται αυτό, με ολίγη λογική…Είπαμε ότι η πρόταση που θέλει ο Χ να επικυρώσει είναι η Η: «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» και ότι η πρόταση Π1 του Χ «Το ψ άρθρο είναι του ΑΑ και είναι σπουδαίο» επικυρώνει ως ατομικό στιγμιότυπο την Η (ισχύει δηλ. H→ Π1). Η πρόταση Η όμως, είναι λογικώς ισοδύναμη με μιαν άλλη πρόταση, την Η΄ που έχει ως εξής: «Μη σπουδαία άρθρα γράφονται σε ιστολόγια άλλα από το Συνιστολόγιο». Η λογική ισοδυναμία των Η και Η΄ προκύπτει από τον νόμο της αντιθετοαναστροφής και θα πρέπει να συμφωνεί με τη λογική σας διαίσθηση…Απλά πράγματα: Ισχύει ότι p→q ↔ ~q→ ~p.

Ας δούμε, τώρα, πώς επικυρώνεται η Η΄: Η καθολική αυτή πρόταση επικυρώνεται κάθε φορά που ο Χ διαβάζει ένα άρθρο-σκουπίδι σε blog άλλο από το Συνιστολόγιο, οπότε και διατυπώνει μια αντίστοιχη ατομική πρόταση Π2: «Το τάδε άρθρο είναι σκουπίδι (= μη-σπουδαίο) και γράφτηκε στο δείνα blog» (ισχύει τώρα ότι H΄→Π2).

Λόγω της ισοδυναμίας των Η και Η΄, όμως, καταλήγουμε σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: Η υπόθεση Η δεν επικυρώνεται μόνο από την πρόταση Π1 αλλά και από την πρόταση Π2! Δηλαδή, η πρόταση «Το τάδε άρθρο είναι σκουπίδι και γράφτηκε στο δείνα blog» επικυρώνει την πρόταση «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία». Ακριβώς όπως η πρόταση «Αυτό εδώ είναι μια κίτρινη γραβάτα» επικυρώνει την υπόθεση «Τα κοράκια είναι μαύρα»!

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που ο αναγνώστης Χ θα διαβάζει ένα άρθρο-σκουπίδι σε blogs διαφορετικά από το Συνιστολόγιο, θα επικυρώνει τη σπουδαιότητα των άρθρων των Συνιστολόγων! Κάθε φορά που κάποιος δεν θα κλικάρει το Συνιστολόγιο, αλλά θα προτιμά να διαβάσει άλλους αρθρογράφους που θα τον απογοητεύουν με την ποιότητα των γραπτών τους, θα ενισχύει ολοένα περισσότερο την υπόθεση ότι τα άρθρα των Συνιστολόγων αξίζει τον κόπο να τα διαβάσει κανείς!

Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό αγαπητοί αναγνώστες; Όταν ενίοτε δεν μας διαβάζετε και απογοητεύεστε από σκουπιδογράφους σε γειτονικά blogs, επικυρώνετε ουσιαστικά την υπόθεσή σας ότι στο Συνιστολόγιο γράφονται σπουδαία πράγματα (αρκεί, βεβαίως, να έχετε κάνει μια τέτοια υπόθεση!) Μαζί με την επικύρωση αυτή, ενισχύετε και την ορθοπρακτική επιλογή και απόφασή σας, να μας διαβάζετε στο μέλλον!

Υγ1. Και με όλα αυτά βεβαίως-βεβαίως, συμβάλλετε στο να τονώνεται η αυτοπεποίθηση και η πίστη των Συνιστολόγων στο (θεάρεστο) έργο τους…

Υγ2. Για τον λογικό αναγνώστη: Ενδέχεται το παρόν άρθρο να διαψεύδει ποππεριανώς την υπόθεση Η. Οπότε και θα αυτοκαταστραφεί μέσα σε 5 δεύτερα αφότου διαβάσετε το παρόν υστερόγραφο.

(Μπουμ!)

The cat is under the tree (ή «Ο γάτος είναι στο χαλάκι»)

18 Οκτωβρίου 2007

 

 Σήμερα συνάντησα τον κύριο της φωτογραφίας.

 

Σας διαβεβαιώ ότι πρόκειται για κύριο, το έλεγξα αυτό, με όσο τακτ μου είχε απομείνει, καθώς ήμουν κατενθουσιασμένος με τη γνωριμία μας! Τον γνώρισα σε έναν περίπατο, και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μου συστηθεί. Με πλησίασε απλώς με το αρρενωπό του περπάτημα, μου γκρίνιαξε λίγο που είχα αργήσει στο ραντεβού μας και τρίφτηκε στο πόδι μου δήθεν τυχαία και από λάθος. Μετά, νιαούρισε, χασμουρήθηκε, τεντώθηκε κι έριξε μια γρήγορη ερευνητική ματιά στο γύρω χώρο. Στο τέλος άραξε κάτω από το δέντρο της φωτογραφίας για να λιαστεί στο μεσημεριανό ήλιο και με άφησε γουργουρίζοντας (δείτε την ουρά του!) να τον φωτογραφήσω για χάρη σας… Ο γάτος ήξερε πολύ καλά τί έκανε. Είχαμε, πράγματι, ραντεβού κι εγώ το είχα ξεχάσει. Να γιατί:

Μια από τις προτάσεις-ρητά της φιλοσοφίας που είχαν στοιχειώσει αρκετά βράδια μου όταν σπούδαζα και με την οποία έχω γελάσει αλλά και έχω προβληματιστεί ιδιαιτέρως, είναι η πρόταση «the cat is on the mat». Δεν θα ξεχάσω μάλιστα τη μέρα που ένας αγαπητός Καθηγητής μου εισήλθε καθυστερημένος στην αίθουσα διδασκαλίας και αντί να φέρει μαζί του βιβλία, κουβαλούσε το ειδώλιο μιας γάτας και μια κουρελού! Μας είπε ότι άργησε γιατί έψαχνε να τα βρει. Τα έστησε στην έδρα του με προσοχή, χαμογέλασε, και άρχισε τη διδασκαλία του.

Δυστυχώς, έχουν περάσει κάποια χρόνια και δεν μπορώ πια να θυμηθώ ποιά ήταν πρώτη εμφάνιση της περιώνυμης πρότασης σε φιλοσοφικά έργα. Θυμάμαι όμως καλά ότι τη συγκεκριμένη πρόταση τη μεταχειρίζεται ο John Austin, αυτός ο σημαντικός Βρετανός φιλόσοφος της κατεύθυνσης της «καθημερινής γλώσσας» στην αναλυτική αγγλοσαξονική φιλοσοφία. Σε πολλά σημεία των διαλέξεών του στο Χάρβαρντ που αποτέλεσαν αργότερα το έργο του «Πώς να κάνετε πράγματα με τις λέξεις», ο Ώστιν αξιοποιεί αυτή την απλή πρόταση για να εξηγήσει με γλαφυρό αλλά και αποτελεσματικό τρόπο μια καθημερινή έννοια της «συνεπαγωγής» που τον απασχολεί. Μας λέει λ.χ. ότι η πρόταση «the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «I believe that the cat is on the mat», καθώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται κανείς την πρώτη πρόταση, χωρίς να δεσμεύεται στον ισχυρισμό (άρα την αλήθεια) και της δεύτερης. Κοινώς, δεν μπορεί κανείς να λέει «the cat is on the mat» και ταυτόχρονα να λέει «but I don’t believe it». Το πρόβλημα που εδώ θίγεται, είναι το πρόβλημα των λεγόμενων ρημάτων «προτασιακής στάσης», όπως θυμάμαι ότι μετέφραζε κάποιον αγγλικό όρο -που έχω πια ξεχάσει- ένας άλλος Καθηγητής μου. Ωστόσο, εδώ ακριβώς είναι που ξεκινά το ενδιαφέρον μιας καλύτερης μελέτης του πράγματος: Γιατί, θα συμφωνήσουν νομίζω όλοι, ότι δεν ισχύει ότι η πρόταση «Ι do not believe that the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat»!

Αλλά και πέρα από την κάπως σύνθετη προηγηθείσα περίπτωση, παραμένουν πολλές άλλες ενδιαφέρουσες συνεπαγωγές, στη μελέτη των οποίων η πρόταση «The cat is on the mat» δίνει αφορμή. Αν λ.χ. θεωρηθεί ότι η πρόταση αυτή συνεπάγεται την πρόταση «The mat is under the cat», τότε η πρόταση «The mat is not under the cat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat». Λογικώς, εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε παρά με έναν ασφαλή modus tollens (άρνηση του επομένου): Αν ισχύει ότι p συνεπάγεται q και ισχύει και ~q, τότε ισχύει ασφαλώς και ~p. Και το κυριότερο: Ανεξάρτητα από το πού πράγματι βρίσκεται η γάτα!

Ας μην σας κουράσω όμως άλλο με λογικές αναλύσεις που δεν έχουν κανένα βάθος και καμία ουσία εδώ. Δεν μπορώ και δεν θέλω να πώ τίποτε καινούριο πάνω στο θέμα, και όταν αναμασώ τον Ώστιν, φοβάμαι ότι μπορεί και κάποια από τα αναπαυμένα πια στην Οξφόρδη κοκκαλάκια του να τρίζουν! Εδώ το θέμα μου δεν είναι η λογική, η φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας και άλλα τέτοια, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Εδώ το θέμα μου είναι μια προσωπική ανακάλυψη (και όχι εφεύρεση) την οποία θέλω να μοιραστώ με τους αναγνώστες και φίλους του Συνιστολογίου. Η ανακάλυψη αυτή είναι μάλλον η μόνη πρωτότυπη ανακάλυψη που θα μπορούσα ποτέ να κάνω στη φιλοσοφία (και αυτό, ασφαλώς, συνεπάγεται ότι πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη!). Έχει, τέλος, να κάνει με τη μόνιμη έγνοια του Ώστιν, την καθημερινή γλώσσα -όχι όμως στην αγγλική αλλά στην ελληνική εκδοχή της. Αν, τώρα, ο χρόνος γύριζε πίσω και είχα ξανά την ευκαιρία να σπουδάσω φιλοσοφία, τότε η νέα μου ανακάλυψη θα αποτελούσε και το περιεχόμενο της πρώτης (και μόνης, ίσως) ερώτησης που θα έθετα στον Καθηγητή μου, όταν ερχόταν χαρούμενος εκείνο το απόγευμα στην αίθουσα να μας κάνει μάθημα με την ψεύτικη γάτα και την κουρελού του… Πώς μεταφράζεται, αλήθεια, στα ελληνικά η πρόταση «The cat is on the mat?».

Σήμερα έμαθα την αλήθεια: «Ο γάτος είναι στο χαλάκι».

υγ.1 Στη φωτογραφία που σας στέλνω αληθεύει βεβαίως η πρόταση «the cat lies under the tree». Αλλά αυτό είναι μια απλή ενδεχομενικότητα που δεν θα έπρεπε να σας προβληματίζει…

υγ.2 Το κείμενο αφιερώνεται στον γατόφιλο Αλέξη.

Κακλαμάνεια Λογική

27 Σεπτεμβρίου 2007

Υποθέτω ότι οι αναγνώστες του Συνιστολογίου παρακολούθησαν όσα σήμερα συνέβησαν κατά τη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Για όσους έχασαν τις εξελίξεις, προτείνω σύντομη ενημέρωση εδώ.

Στις εξελίξεις αυτές, καίρια στάθηκε η παρέμβαση του κ. Απόστολου Κακλαμάνη. Και τι δεν άκουσα στα κανάλια γι’ αυτή σήμερα: Ότι ήταν απόδειξη της πολύχρονης εμπειρίας και της ακλόνητης ψυχραιμίας του γηραλέου πολιτικού, ότι όταν όλοι τα χάσανε αυτός έδωσε την καλύτερη δυνατή λύση στην κρίση, ότι μόνος του, ολομόναχος, απέτρεψε τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ, και πολλά άλλα…

Κανείς όμως δεν είπε ότι η παρέμβαση του κ.Κακλαμάνη ήταν μια περίπτωση προσβλητικού και –κυρίως- εντελώς ασυνάρτητου και παράλογου πολιτικού λόγου. Θα εξηγήσω με συντομία γιατί, θέτοντας και ένα προκαταρκτικό ερώτημα: Είναι ο κ. Κακλαμάνης, άραγε, υπέρ της παραμονής του Γεωργίου Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠαΣΟΚ, ως ικανού γι’αυτή, μέχρι τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ή μήπως δεν είναι;

Αν είναι (προκείμενη, την οποία συνάγει κανείς αβίαστα από το γεγονός ότι ο κ. Κακλαμάνης πρότεινε ένθερμα να εμπιστευθούν τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ), τότε η ακόλουθη πρόταση που -εκμανείς και στεντόρειος- εξεφώνησε κατά την πυροσβεστική του προσπάθεια υπέρ του Προέδρου, δεν συμβιβάζεται καθόλου με την υπεράσπιση που προσπάθησε να του εξασφαλίσει: «Ποιός άσχετος εγκέφαλος είχε αυτή την ιδέα-να στηθεί κάλπη;» (αργότερα ο κ.Κακλαμάνης εμπλούτισε νομίζω το λεξιλόγιό του, μιλώντας και για «νοσηρό» εγκέφαλο).

Διότι:

Αν την ιδέα αυτή την είχε ο ίδιος ο κ.Παπανδρέου, τότε ο κ.Κακλαμάνης χαρακτήρισε τον προεδρό του «άσχετο» και «νοσηρό» εγκέφαλο…

Αν, πάλι την ιδέα αυτή την είχε κάποιος άλλος από το στενό περιβάλλον του κ.Παπανδρέου, τότε ο κ.Κακλαμάνης χαρακτήρισε τον πρόεδρό του μαριονέτα…

Και την ίδια στιγμή, βεβαίως, ο κ.Κακλαμάνης υποστήριξε ένθερμα τον Πρόεδρο, και ζήτησε να του δοθεί δια βοής εμπιστοσύνη να ηγηθεί του ΠΑΣΟΚ στις προγραμματικές δηλώσεις και μέχρι τις 11 Νοεμβρίου. Πρότεινε δηλαδή το απολύτως «λογικό»: να εμπιστευτούν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ως ικανό, έναν «άσχετο» εγκέφαλο ή μια μαριονέτα…

Υγ1. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει μόνο πρόβλημα πολιτικής και στοιχειώδους τακτ των στελεχών του, τελευταία. Έχει και τεράστιο πρόβλημα κοινής λογικής…

Υγ2. Σύμβολα δεν έχει σ’ αυτή μου την ανάλυση. Μη φοβάστε, λοιπόν, όσοι τα φοβάστε.

Ο Αλαβάνος, ο Hohfeld, o Windscheid και οι μαθητές

12 Σεπτεμβρίου 2007

Σε προηγούμενη ανάρτησή μου είχα ασχοληθεί με ένα λογικο-πολιτικό σφάλμα που καταλόγισα στον Κ.Μητσοτάκη. Σήμερα θα καταπιαστώ με ένα αντίστοιχο σφάλμα που αφορά τον Αλέκο Αλαβάνο. Για τον καταλογισμό αυτού του σφάλματος θα αξιοποιήσω τη βοήθεια δύο σπουδαίων νομικών: του Hohfeld και του Windscheid…Αλλά ας ξεκινήσω με τον Αλέκο Αλαβάνο.

Ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επισκέφθηκε χθες το Γυμνάσιο Νέας Πεντέλης και μίλησε μετά τον αγιασμό, στους μαθητές του. Ανάμεσα στα άλλα που τους είπε, ακούστηκε και το εξής απόσπασμα (που προβλήθηκε από όλα τα κανάλια):

«Παρότι το σύστημα είναι λίγο ανταγωνιστικό, χωρίζει τον έναν απ’τον άλλο, δημιουργεί μοναξιά πολλές φορές, μην ξεχάσετε το ομαδικό πνεύμα και…(παύση) όταν μπορείτε και δεν βλέπει η καθηγήτρια και έχετε διαβάσει καλά, αφήστε το διπλανό σας ή τη διπλανή σας να αντιγράψει από την κόλλα σας».

Όταν οι μαθητές συνειδητοποίησαν το περιεχόμενο της παραίνεσης Αλαβάνου ξέσπασαν σε ένα παρατεταμένο «α» και ένα χειροκρότημα. Ήταν ασφαλώς το επιφώνημα έκπληξης, μπροστά σε κάτι που δεν περίμεναν να ακούσουν από τον πολιτικό. Ίσως να ήταν και επιφώνημα επιδοκιμασίας για την αναφορά του στο «ομαδικό πνεύμα». Ως προς το χειροκρότημα πάλι, και αυτό ακόμη δεν φαίνεται να προήλθε μόνο από τους επίδοξους αντιγραφείς. Ήταν εξίσου ομαδικό και από άποψη ύφους σχεδόν οπαδικό.

Ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μας αιφνιδίασε γενικότερα αυτή τη φορά. Κι αυτό γιατί έθιξε ένα ηθικό ζήτημα με –prima facie- καθαρό τρόπο, πήρε δηλαδή σαφή θέση χωρίς να υποπέσει σε εκείνο που ο συνιστολόγος Κωνσταντίνος χαρακτήρισε σε προηγούμενο post του, «γοητευτική ασυναρτησία». Εν προκειμένω, ο πρόεδρος φαίνεται ότι υπήρξε καθαρός σαν καταγάλανος ουρανός. Είπε στους μαθητές που τον άκουγαν με προσοχή τα εξής: ότι η αντιγραφή πρέπει να γίνεται ανεκτή από εκείνον που έχει διαβάσει καλά και του οποίου η κόλλα αντιγράφεται (έστω για συντομία –από τον «αντιγραφόμενο»). Είπε επίσης, ότι ο «αντιγραφόμενος» είναι καλό να παίρνει τα μέτρα του (να μην τον βλέπει η δασκάλα), με άλλα λόγια να μην αυτοθυσιάζεται απόλυτα για χάρη του αντιγραφέα. Πρότεινε δηλ. να μη διαταράσσεται μέσω της αντιγραφής η φαινομενική τάξη της εξέτασης.

Μετά από αυτά, το ερώτημα που γεννάται είναι αν ο Αλέκος Αλαβάνος υπήρξε πράγματι στο παραπάνω απόσπασμα καθαρός και σαφής, ή αν υπέπεσε και πάλι στη «γοητευτική ασυναρτησία» που του επιρρίπτει ο Κωνσταντίνος (ή, στη δική μου ορολογία, σε λογικά σφάλματα). Το ερώτημα είναι δηλαδή, τι ακριβώς είπε ο Αλέκος Αλαβάνος και τι εννόησε. Αν ο πρόεδρος είπε αυτό που εννόησε και αν εννόησε (και κατενόησε) αυτό που είπε… Εδώ είναι που χρειάζομαι τους Hohfeld και Windscheid για μια ορθή ανάλυση…

Από τον πρώτο εκ των δύο (Hohfeld) θα ήθελα να δανειστώ τη θεμελιώδη τυπικολογική σύλληψη της έννοιας του δικαιώματος. Μια δυνατή εφαρμογή της στην περίπτωση του Αλαβάνου, μας οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: Η υποχρέωση ανοχής της αντιγραφής από τον αντιγραφόμενο ισοδυναμεί με την αναγνώριση ενός δικαιώματος αντιγραφής στον αντιγραφέα. Άρα: Όσοι αντιγράφουν δικαιούνται να το κάνουν. Είναι άραγε αυτή η θέση, τμήμα και λογική συνέπεια της θέσης του Αλέκου Αλαβάνου ή μήπως ο ίδιος δεν θα προσυπέγραφε κάτι τέτοιο; Με απλά λόγια: Είπε ή δεν είπε ο αριστερός Πρόεδρος τέτοιο πράγμα, στο απόσπασμά του που αναφέρθηκε παραπάνω;

Από τον δεύτερο εκ των δύο (τον Πανδεκτιστή Windscheid) θα δανειστώ μια πασίγνωστη στους νομικούς παράδοξη ρήση, που αφορά τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύουν οι δικαστές το νόμο: «Ναι μεν δεν ισχύει ό,τι είπε ο νομοθέτης εφόσον δεν ήθελε να το πει, αλλά δεν ισχύει και ό,τι ήθελε να πει εφόσον δεν το είπε». Ας υποθέσουμε ότι ο Αλαβάνος είναι ο νομοθέτης (κάτι που ούτως ή άλλως θέλει να γίνει) και οι μαθητές του γυμνασίου Πεντέλης, ο υπάκουος σ’αυτόν δικαστής. Το ερώτημα τώρα παίρνει την εξής μορφή: Μπορούν οι μαθητές να αντιγράφουν, δηλαδή ακολουθούν αν αντιγράψουν αυτό που είπε ο πρόεδρος; Ή ο πρόεδρος είπε μεν (λογικώς) ότι μπορούν να αντιγράφουν, αλλά δεν ήθελε και να εννοήσει κάτι τέτοιο; Σε μια τέτοια περίπτωση, ισχύει το λεγόμενο από τον Windscheid: «Ναι μεν δεν ισχύει το δικαίωμα αντιγραφής γιατί ο Αλαβάνος δεν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, αλλά δεν ισχύει και η απαγόρευση αντιγραφής γιατί ο Αλαβάνος δεν την συμπεριέλαβε σε όσα είπε». Τελικά, απο πουθενά δεν φαίνεται ποιά είναι η θέση του προέδρου ως προς την αντιγραφή (και οι εικασίες μας για το τί θέλησε παραμένουν εικασίες): Την αποδέχεται την αντιγραφή ο πρόεδρος ως κάτι φυσικό και επόμενο, ή θα την επέκρινε ως κάτι απαράδεκτο και αντίθετο με την αρχή της ισότητας σε μια εξέταση;

Με τα παραπάνω, έρχομαι να επιβεβαιώσω συμπεράσματα του συνιστολόγου Κωνσταντίνου και μένω με την απορία «τι ακριβώς είπε και τι ακριβώς εννόησε» ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α στο προηγούμενο απόσπασμα, ως προς την αντιγραφή… Συνέστησε άραγε στους επιρρεπείς σε αυτή μαθητές να τη δοκιμάζουν, βασισμένοι στο ότι οι «καλοί μαθητές» θα επιδεικνύουν ομαδικό πνεύμα και θα τους ανέχονται; Μήπως άραγε, θα έπρεπε να έχει πει –ταυτόχρονα- και κάτι σχετικά με το αντι-ομαδικό πνεύμα που χαρακτηρίζει την ίδια την αντιγραφή; Δεν κρύβει κι αυτή απαράδεκτο «εαυτουλισμό» καθώς ο αντιγραφέας ρισκάρει όχι μόνο τη δική του τύχη αλλά και την τύχη του αντιγραφομένου, για να πετύχει το σκοπό του; Και πόσο ρεαλιστικό είναι άραγε, ότι ο αντιγραφέας δεν θα προσπαθήσει να αντιγράψει «όταν τον βλέπει η δασκάλα»; Νομίζω ότι τον αντιγραφέα, κατα κανόνα, τον νοιάζει λιγότερο αν θα τον δει η δασκάλα απ’ όσο ο κίνδυνος να πάρει κουλούρα στο διαγώνισμα…

Και ένα τελευταίο ερώτημα: Ας υποθέσουμε ότι η στάση που προτείνει ο Αλ.Αλαβάνος είναι πράγματι πιο ανθρώπινη και πιο συναδελφική. Κι εγώ ο ίδιος θυμάμαι, άφηνα συμφοιτητές μου να αντιγράφουν από την κόλλα μου στο Πανεπιστήμιο, και έχω σήμερα κρατήσει μεταξύ αυτών δυο-τρεις αξιόλογους φίλους. Το έκανα όμως κρίνοντας την «κατάσταση ανάγκης τους» ή τον χαρακτήρα τους και πάντοτε ad hoc, και όχι πιστεύοντας σε κάποιο απαράδεκτο «δικαίωμα αντιγραφής τους» ούτε θεωρώντας ότι έχω και «υποχρέωση» από πάνω να τους πασάρω την κόλλα μου χάριν ομαδικού πνεύματος… Γιατί λοιπόν δεν αφήνουμε τον καθένα (και τους μαθητές Γυμνασίου) να κρίνει μόνος του αν πρέπει να ανέχεται ή όχι τους αντιγραφείς και υπό ποιες περιστάσεις; Και γιατί δεν καταδικάζουμε ευθέως την αντιγραφή ως κάτι κακό; Γιατί πάμε άκριτα και λαϊκιστικά να καθιερώσουμε έναν γενικό κανόνα με τόσα λογικά και ηθικά σκοτεινά σημεία;

υγ. Αφήνω εκτός ανάλυσης ότι από το «ομαδικό πνεύμα» του αποσπάσματος Αλαβάνου εξαιρείται, χωρίς καμία εξήγηση, ο/η Καθηγητής-τρια. Και μάλιστα δεν εξαιρείται απλώς αλλά και προβάλλεται ουσιαστικά, ως «οιονεί-αντίπαλος» των μαθητών. Προφανώς, πρόκειται για έναν κακό μπαμπούλα που δεν μπορεί να συμμετέχει στην «ομάδα» της τάξης…

υγ2. Και μια λογική παρατήρηση για κατακλείδα: Μια άλλη αξιοποίηση της ανάλυσης Hohfeld, θα μπορούσε να είναι πιο φιλική στον Αλ. Αλαβάνο. Σύμφωνα με αυτή, ο πρόεδρος δεν μίλησε για μια «υποχρέωση ανοχής της αντιγραφής» αλλά για το «επιτρεπτό», την «ελευθερία» του αντιγραφομένου να την ανέχεται (καταργώντας βέβαια και πάλι, την αρχή της ισότητας στην εξέταση). Νομίζω ωστόσο ότι αυτή η προσέγγιση δεν θα ήταν σωστή, καθώς ο Αλαβάνος έκανε λόγο για το ομαδικό πνεύμα (από το οποίο απορρέει υποχρέωση να μην είμαστε αντιομαδικοί, και όχι απλή ελευθερία). Η φράση του πάλι, «όταν μπορείτε» στο απόσπασμα που παρέθεσα, σημαίνει απλώς «impossibilium nulla est obligatio» και όχι «nulla obligatio». Τέλος, αν ο Αλέκος Αλαβάνος μιλούσε για ελευθερία ανοχής της αντιγραφής, θα έπρεπε να μην προεξοφλεί τη μονόδρομη κατεύθυνση άσκησης αυτής της ελευθερίας, κάτι που προφανώς κάνει…

Ένα λογικο-πολιτικό σφάλμα

8 Σεπτεμβρίου 2007

Παρακολούθησα σήμερα έναν διάλογο στον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA με οικοδέσποινα τη Μ.Ζαχαρέα, προσκεκλημένο τον Κ.Μητσοτάκη και συνομιλητή τον Γ.Κύρτσο. Το θέμα του αφορούσε τη διευκρίνιση και (προσωπική) ερμηνεία της έννοιας της «ασύμμετρης απειλής» από τον πολιτικό. Ο Μητσοτάκης υποστήριξε ότι ο όρος «ασύμμετρη απειλή» στην υπόθεση των πυρκαγιών κατανοήθηκε εντελώς εσφαλμένα και παρεξηγήθηκε από δημοσιογράφους και αντίπαλα κόμματα. Στην πραγματικότητα «ασύμμετρη απειλή» σήμαινε ότι στην περίπτωση του εμπρησμού, προκαλούνται με μικρά μέσα τεράστιοι κίνδυνοι και ανυπολόγιστες καταστροφές. Η ασυμμετρία λοιπόν αφορούσε απλώς τη σχέση μέσου-αποτελέσματος και η απειλή δεν είχε να κάνει με τρομοκρατία –όλα αυτά, βέβαια, κατά την ερμηνεία Μητσοτάκη…

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον από αυτή την ερμηνεία (που δεν ξέρω αν εκφράζει γενικώς το κόμμα της ΝΔ) είχε το ακόλουθο απόσπασμα του διαλόγου, που παραθέτω χωρίς δραματουργική απόδοση. Με ενδιαφέρει σε αυτό, μόνο η λογική των επιχειρημάτων.

Κ.Μητσοτάκης: «Οι εμπρηστές είναι πολλοί και διάφοροι, ας πούμε οι βοσκοί. Οι βοσκοί της Κρήτης λ.χ. συνηθίζουν να βάζουν φωτιές για το χορτάρι. Αλλά και οι αντεξουσιαστές και αναρχικοί βάζουν φωτιές. Ρίχνουν μολότωφ σε κτήρια και αυτοκίνητα, κάψανε καταστήματα κ.λπ.»

Γ.Κύρτσος: «Μισό λεπτό κύριε Πρόεδρε! Έχετε στοιχεία και τα λέτε αυτά; Δεν μπορείτε να κατηγορείτε τους αντεξουσιαστές χωρίς στοιχεία».

Κ.Μητσοτάκης: «Γιατί δεν μπορώ; Πώς μπορώ να κατηγορώ τους βοσκούς της Κρήτης και δεν μπορώ να κατηγορώ τους αναρχικούς; Ποια η διαφορά;»

Γ.Κύρτσος: «Η διαφορά είναι ότι οι πρώτοι το κάνανε ενώ για τους δεύτερους δεν το ξέρουμε!»

Θα έτεινε κανείς να συμφωνήσει σε όσα παραπάνω λέγονται από τον Κύρτσο. Πώς μπορεί να αρθρώνει κανείς ενοχοποιητικό πολιτικό λόγο, όταν δεν προσκομίζει ταυτόχρονα επαρκή στοιχεία προς θεμελίωσή του; Ίσως υπάρχει ένας κανόνας πολιτικής δεοντολογίας που επιβάλλει στους πολιτικούς ακριβώς αυτό, δηλαδή το να μιλούν ενοχοποιητικά μόνο εφόσον μπορούν να αποδείξουν αυτά που λένε. Ωστόσο, η τελευταία πρόταση του Κύρτσου δεν συλλαμβάνει το βασικό σφάλμα του επιχειρήματος Μητσοτάκη, και μολονότι ακούγεται εύστοχη δεν είναι. Το επιχείρημα Μητσοτάκη πάσχει αλλά, δεν πάσχει επειδή ο Κρητικός πολιτικός κατηγορεί τους αντεξουσιαστές χωρίς στοιχεία δηλαδή χωρίς να γνωρίζει τη δράση τους. Πάσχει, γιατί τους κατηγορεί βάσει στοιχείων δηλ. με γνώση της δράσης τους, που όμως δεν είναι η κατάλληλη γνώση για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης κατηγορίας…

Εξηγούμαι: Όταν ο Μητσοτάκης κατηγορεί ευθέως τους βοσκούς της Κρήτης ως εμπρηστές, αρθρώνει ενοχοποιητικό λόγο με στοιχεία. Όταν επίσης ο Μητσοτάκης κατηγορεί τους αναρχικούς για τη φωτιά των μολότωφ, των αυτοκινήτων και των ΑΤΜ, αρθρώνει επίσης ενοχοποιητικό λόγο με στοιχεία. Όταν όμως ο Μητσοτάκης μπλέκει τον εμπρησμό του δάσους με τον εμπρησμό του ΑΤΜ, υποπίπτει σε μια ενοχλητική quaternio terminorum χρησιμοποιώντας στον αυτό συλλογισμό ως μέσον όρο, μία αμφίσημη λέξη (φωτιά) με διαφορετική έννοια στη μείζονα και την ελάσσονα πρόταση…

Δηλαδή λέει όσα ακολουθούν πιο κάτω, αποκρύπτοντας ο ίδιος τις παρενθέσεις:

Για τις πυρκαγιές ευθύνονται όσοι βάζουν φωτιές (στα δάση)
Οι αναρχικοί βάζουν φωτιές (στα ΑΤΜ)
Άρα για τις πυρκαγιές ευθύνονται και οι αναρχικοί

Το λογικό σφάλμα Μητσοτάκη είναι σαφές, μολονότι δεν εντοπίστηκε με απόλυτη ακρίβεια από τον Κύρτσο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μητσοτάκης σφάλλει και ουσιαστικώς στις κρίσεις του -αν και νομίζω ότι εν προκειμένω σφάλλει. Το όλο πρόβλημα πάντως, είναι ταυτόχρονα -και με έναν ενδιαφέροντα τρόπο- τόσο λογικό όσο και πολιτικό: Πολιτικό γιατί έχει να κάνει με έναν σημαντικό κανόνα πολιτικής δεοντολογίας και ηθικής, τον οποίο περιέγραψα παραπάνω. Λογικό γιατί πίσω από αυτόν τον πολιτικό κανόνα λανθάνει και πάλι ένα είδος επιχειρήματος: το argumentum ad ignorantiam…