Archive for the ‘Κριτικά’ Category

Ο ταλαντούχος κύριος Σλινκ

25 Σεπτεμβρίου 2007

Υπάρχουν κάποια πρόσωπα τα οποία θαυμάζουμε ή και ζηλεύουμε. Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ο δικός μου Μιλτιάδης, του οποίου το τρόπαιο «ουκ εα με καθεύδειν» τις νυχτερινές ώρες. Είμαι βέβαιος, ότι δεν θα τον φτάσω ποτέ, καθότι δεν είμαι Θεμιστοκλής. Αφήνομαι λοιπόν να τον θαυμάζω και να τον ζηλεύω, στη φαντασία μου φυσικά, γιατί δεν είχα ποτέ την τύχη να τον γνωρίσω στην πραγματικότητα.

Ο κύριος λέγεται Bernhard Schlink. Σε όσους νομικούς αναγνώστες μου τυχαίνει να μην είναι γνωστός, θα έλεγα «κρίμα!»: Πρόκειται για έναν σοβαρό Γερμανό δημοσιολόγο, του οποίου η διδακτορική διατριβή υπήρξε -κατά τη γνώμη μου- σημαντική: Λεγόταν «Η στάθμιση στο συνταγματικό δίκαιο» και υποστήριζε σε γενικές γραμμές την άποψη ότι οι συνταγματικοί κανόνες αποτελούν κανόνες επιχειρηματολογικού βάρους. Για την εποχή που εκδόθηκε (μέσα δεκαετίας 70), νομίζω ότι αποτελούσε πραγματικά πρωτότυπο σύγγραμμα.

Ο κύριος της φωτογραφίας, ωστόσο, δεν είναι γνωστός κυρίως για τη διατριβή του. Έτσι, τον γνώρισα εγώ και ίσως ελάχιστοι ακόμη (νομικοί). Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν από μιαν άλλη ιδιότητά του, που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό και δεν είναι εκείνη του νομικού. Ο κύριος Schlink είναι ένας σημαντικός λογοτέχνης. Το έργο του Der Vorleser (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Διαβάζοντας στη Χάννα» από τον Ιακ.Κοπερτί, εκδόσεις Κριτική), έσπασε κυριολεκτικά τα ταμεία. Μεταφράστηκε σε 39 γλώσσες και αποτέλεσε best seller, νομίζω κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 90. Όσοι δεν έτυχε να διαβάσουν αυτό το έργο, που πραγματεύεται με πολύ λεπτό τρόπο, μέσω μιας ερωτικής ιστορίας, το αίσθημα ενοχής του γερμανικού έθνους για τις φρικαλεότητες του B’ παγκοσμίου πολέμου, πρέπει να το κάνουν οπωσδήποτε. Στερούνται προς το παρόν μιας σημαντικής αισθητικής απόλαυσης και ενός πνευματικού κέρδους.

Ο ίδιος, δεν έχω διαβάσει παρά ελάχιστα έργα του κυρίου Schlink (λ.χ. Vorleser και Liebesfluchten). Σκοπεύω να διαβάσω, όταν βρω περισσότερο χρόνο και τα αστυνομικά του, που έχουν μάλιστα λάβει αρκετά βραβεία. Ο κύριος Schlink διαβάζεται ευχάριστα στο πρωτότυπο γιατί η γλώσσα του είναι κοφτή και απλή -υπάρχουν όμως ήδη και μεταφράσεις αρκετών έργων του στα ελληνικά. Εκείνο, ωστόσο που αποτέλεσε αφορμή γι’ αυτή μου την ανάρτηση, είναι κάτι διαφορετικό από την αξία των λογοτεχνικών έργων του κυρίου Schlink. Είναι η αϋπνία που μου προκαλεί και σήμερα, λίγες ώρες μετά το εργώδες γράψιμο μιας μικρής παραγράφου στη διατριβή μου, η εγγίζουσα τη βεβαιότητα υποψία μου, ότι δεν θα γίνω ποτέ κύριος Schlink. Ότι δεν είμαι προικισμένος με το ταλέντο του θαυμαστού Μπέρναρντ, ούτε βέβαια στη λογοτεχνία ούτε όμως και στα νομικά.

Προσπαθώ βεβαίως κι εγώ ο ταπεινός, καθημερινά, στο δεύτερο πεδίο αλλά οι ώρες της βαθιάς αυταμφισβήτησής μου είναι πολλές και συχνές: Τί κι αν κάθε νομικός συγγραφέας μπορεί να διεκδικήσει μια ταπεινή ύπαρξη ανάμεσα στην πληθώρα των ομοίων του και να κρυφτεί πίσω από τόνους σκουπίδια που γράφονται, χωρίς να χρειαστεί να ντραπεί για το δικό του σκουπιδάκι; Λίγοι είναι εκείνοι οι συγγραφείς που πράγματι έχουν συνεισφέρει κάτι με τις εργασίες (και κυρίως τις διατριβές τους) σε κάποιον κλάδο της νομικής επιστήμης. Μετρημένοι στα δάχτυλα, τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα… Ε λοιπόν, νομίζω ότι ο Schlink ανήκει σε αυτούς τους λίγους!

Έλα όμως που ο Schlink δεν έχει καμία ανάγκη να ανήκει σε αυτούς! Είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους λογοτέχνες της γενιάς του -το να καταχωρείται και ως ένας καταξιωμένος νομικός επιστήμονας στα διάφορα sites που τον αφορούν και κυριολεκτικά βρίθουν στο διαδίκτυο, είναι καθαρός πλεονασμός. Δεν πρόκειται καν για ένα «κερασάκι στην τούρτα» (που την κάνει πιο γλυκιά). Πρόκειται απλώς για μια ανούσια βιογραφική λεπτομέρεια, που μπορεί να προκαλέσει δύο ειδών αντιδράσεις: Παντελή αδιαφορία σε όσους απλώς εκτιμούν τη λογοτεχνία του κυρίου Schlink και είναι ασφαλώς οι περισσότεροι, και -ίσως- ελαφρά περιέργεια σε όσους εξ αυτών τυχαίνει να είναι και νομικοί…

Υπάρχει όμως και μια κατηγορία αναγνωστών, που από κάποια κακή μοίρα έτυχε να ανακαλύψει πρώτα τον νομικό και μετά τον λογοτέχνη κύριο Schlink, και μάλιστα σε περίοδο συγγραφής διατριβής. Η κατηγορία αυτή, εκτίμησε το νομικό του έργο ως σημαντικό, και περνώντας έπειτα στο λογοτεχνικό του έργο, δεν μπορούσε παρα να μαγευτεί. Η κατηγορία αυτή, περιλαμβάνει τον γράφοντα -και ίσως κάποιους ακόμη νομικούς. Και είναι κυριολεκτικά απαρηγόρητη…

Γιατί όταν κάποιος κύριος Schlink αποδεινύεται, ταυτόχρονα, τόσο σημαντικός νομικός όσο και εξαίρετος λογοτέχνης, ο πήχυς ανεβαίνει σε δυσθεώρητα ύψη για κάθε -ταπεινό πλην φιλόδοξο- εργάτη της νομικής επιστήμης που αγνοεί, φυσικά, το προηγούμενο, προσωπικό του οξύμωρο. Και οι νυχτερινές ώρες περνούν πια πολύ δύσκολα, στη σκέψη ότι η διατριβή του είναι για τα σκουπίδια, η λογοτεχνική παραγωγή του ανύπαρκτη ή μηδαμινή, και ο κόπος που έχει καταβάλει (και που τον έχει ήδη καταβάλει), υπολογίσιμος.

Αυτές τις ώρες, μία μόνο λύση βρίσκω ότι υπάρχει για έναν φρόνιμο νομικό: Να γυρέψει παρηγοριά σε κάποιο από τα αριστουργήματα του κυρίου Schlink, μέχρι να τον πάρει γλυκά ο ύπνος.

Καληνύχτα σας.

Advertisements

Μήπως η όπερα θέλει Cura;

25 Φεβρουαρίου 2007



Η ορχήστρα παίζει δραματικά και τα συναισθήματα του κοινού κορυφώνονται. Ήρθε η ώρα ο Don Carlo να ξιφομαχήσει με τον Βασιλιά Φίλιππο σε μία από τις πιο δυναμικές σκηνές της όπερας Don Carlo του G. Verdi. Το Φίλιππο παίζει ο μπάσος Boris Christoff, ένας από τους πιο δημοφιλείς τραγουδιστές του 20ου αιώνα. Υπερβολικά δημοφιλής μάλλον για το θερμόαιμο τενόρο Franco Corelli που παίζει το ρόλο του τίτλου και δεν ανέχεται άλλους αστέρες στη σκηνή του. Το μόνο όπλο που έχει πρόχειρο είναι το σπαθί του και φροντίζει να το χρησιμοποιήσει επί σκηνής ξεκινώντας μία πραγματική ξιφομαχία με τον αντίζηλό του! Ο –κάθε άλλο παρά χαμηλών τόνων- Christoff ανταποκρίνεται ευχαρίστως και απαιτείται η δυναμική παρέμβαση ενός λογχοφόρου κομπάρσου για να σταματήσει ο παραλογισμός και να συνεχισθεί η παράσταση. Σε ένα άλλο ανέβασμα της ίδιας όπερας, η ορχήστρα έπαιζε ξανά και ξανά την εισαγωγή μίας άριας μέχρι να αποφασίσει να βγει ο Corelli στην σκηνή. Λογομαχούσε με κάποιον στα παρασκήνια και δεν μπορούσε να υποχωρήσει μόνο και μόνο επειδή μία κατάμεστη αίθουσα τον περίμενε! Όταν, τελικά, υποχώρησε ο αντίπαλός του, βγήκε – και γρήγορα οι περισσότεροι ξέχασαν τα τερτίπια του. Μόνο που ο Christoff δεν τα ξέχασε ποτέ και οι δυό τους δεν ξανατραγούδησαν ποτέ μαζί. Κάποτε, η σοπράνο Birgit Nilsson δήλωσε πως ο Corelli τη δάγκωσε (!) επί σκηνής επειδή κράτησε μία νότα περισσότερο από εκείνον! Μία άλλη φορά, ενώ έπαιζε τον Manrico (Il trovatore), όρμησε σε ένα θεωρείο για να απαντήσει με τις γροθιές του σε έναν θεατή που τον αποδοκίμασε. Όταν τους χώρισαν, κρατούσε σφιχτά τη λαβή του σπαθιού του.

Ο Franco Corelli γεννήθηκε το 1921 στην Ancona και ανακάλυψε το ταλέντο του αρκετά αργά. Σπούδασε για λίγο στο Ωδείο του Pesaro μα γρήγορα τα παράτησε και άρχισε να ακούει δίσκους του Caruso και του Gigli για να βελτιώσει τη φωνή του. Το επίσημο ντεμπούτο του το έκανε σε ηλικία 32 ετών στη Ρώμη στο Giulietta e Romeo του Riccardo Zandonai. Όταν η καριέρα του απογειώθηκε άρχισε τις σοβαρές σπουδές: μαγνητοφωνούσε τις παραστάσεις του και τις μελετούσε αργότερα. Όταν πρωτοξεκινούσε είχε ένα εμφανές “caprino”, έναν ήχο που προκύπτει όταν η πίεση του αέρα από τους πνεύμονες είναι μεγάλη και ο λαιμός δεν είναι αρκετά ανοιχτός. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν μία πέτρα που σκίζει την επιφάνεια του νερού. Πριν την πρώτη του εμφάνιση στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης το είχε ξεφορτωθεί παρά την –κατά κάποιους- προχωρημένη, για διορθώσεις τέτοιου είδους, ηλικία. Ο ίδιος ο Corelli έλεγε πως χρωστούσε τη βελτίωσή του στον τενόρο Giacomo Lauri-Volpi, χωρίς τη βοήθεια του οποίου θα ήταν «ένας ακόμα βαρύτονος». Η φωνή του, που είχε μία ωμή δύναμη για την άσκοπη επίδειξη της οποίας συχνά κατηγορείτο –ειδικά στην Αγγλία- εξελίχθηκε σε ένα άκουσμα που ήταν εξίσου ελκυστικό όταν επιστράτευε τις εκκωφαντικές ψηλές του ή τις βελούδινες χαμηλές του. Γρήγορα, όμως, η φωνή του, όπως κι εκείνη ενός άλλου αρχικά αυτοδίδακτου θρυλικού τραγουδιστή, του βαρύτονουTitta Ruffo, αποδυναμώθηκε. Μέχρι τότε, όμως, ο Corelli είχε μία επίδραση στο κοινό μοναδική. Δεν ήταν μόνο η φωνή του αλλά και η σκηνική του παρουσία: αν και πολύ συχνά πόζαρε (δεύτερη φωτογραφία) παρά υποκρινόταν, η εξωτερική του εμφάνιση τον έθετε στο απυρόβλητο. Λεγόταν ότι ήταν ο μόνος τραγουδιστής που έδειχνε μια χαρά μέσα σε αυτά τα εφαρμοστά κοστούμια του 17ου αιώνα, κάτι που του απέδωσε το προσωνύμιο «χρυσές κνήμες»!

Κι όμως, αυτός ο εγωκεντρικός τύπος υπέφερε από έναν παροιμιώδη για τραγουδιστή όπερας φόβο της σκηνής. Πολλές φορές χρειαζόταν να τον σπρώξουν για να βγει στο σανίδι και χρειαζόταν αρκετά λεπτά για να συνέλθει και να αποδώσει σε επίπεδα αντίστοιχα του ταλέντου του. Ακόμα και στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις είναι αγχωμένος και δίνει την εντύπωση ότι ψάχνει για την έξοδο. Παρά το γεγονός ότι το ρεπερτόριό του ήταν αρκετά ευρύ δεν τραγούδησε ποτέ Οθέλο. Κάποιοι λένε ότι το σχεδίαζε αλλά ένιωσε τη φωνή του να εξασθενεί και το ματαίωσε. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι ο Corelli ήταν υπερβολικά σεμνός κατά βάθος και, ακόμα και στο απώγειο της δόξας του, αναγνώριζε την ανεπάρκειά του για τον –κατά πολλούς- δυσκολότερο ρόλο τενόρου στο κλασικό ρεπερτόριο. Δυστυχώς, ποτέ δε θα μάθουμε αν ο Corelli θα ήταν, πράγματι, ο καλύτερος Οθέλος όλων των εποχών, όπως υποστηρίζουν οι θαυμαστές του. Μερικά πράγματα είναι, ίσως, καλύτερο να περνούν στη σφαίρα του μύθου.

Ένας νεαρός από το Rosario της Αργεντινής, όμως, δεν είχε κανένα πρόβλημα να τραγουδήσει Οθέλο (απ’ όπου και η πρώτη φωτογραφία) και μάλιστα πολλάκις. Ο, 45χρονος σήμερα, Jose Cura είναι ο πιο αναγνωρίσιμος τενόρος της εποχής μας. Οι συγκρίσεις με τον Corelli είναι αναπόφευκτες. Όπως ο Corelli, o Cura δε διστάζει να δίνει το δικό του, καινοτόμο, ύφος στα τραγούδια του. Όπως και ο Corelli, έχει μία πολύ δυνατή, εντυπωσιακής, πράγματι, έντασης, φωνή. Όπως και ο Corelli, θέλει να είναι στο κέντρο της προσοχής: ήταν ο πρώτος που τραγούδησε και διεύθυνε ορχήστρα ταυτόχρονα! Όπως ο Corelli, «γεμίζει» την σκηνή. Και όπως και ο Corelli, έχει τον τρόπο του με τις κυρίες και ένα φιλάρεσκο ύφος που πάντοτε θεωρείτο προσόν για τους τενόρους. Μόνο που ο Cura, σε αντίθεση με τον Corelli, είναι, νομίζω, ένας μέτριος τραγουδιστής. Παρά την μουσική του παιδεία, η μουσικότητα στις ερμηνείες του είναι συνήθως άφαντη. Παρά τις βαρυτονικές προεκτάσεις της φωνής του, όταν καλείται να πάει χαμηλά είναι ωμός και τραχύς. Και παρά την ένταση της φωνής του, μοιάζει να διαθέτει ένα μουσικό όργανο άκαμπτο και αδούλευτο. Όταν τραγουδάει έχει κανείς την αίσθηση ότι το κάνει για να τον προσέξουν και όχι για να τον ακούσουν. Δεν ξέρω αν ,απλά, δεν υπάρχει καλύτερος σήμερα – αν και έχω λόγους να διαφωνώ. Αλλά αν είναι έτσι, πολύ φοβάμαι ότι η όπερα δε θέλει τον Cura της αλλά την cura της.

ΥΓ: Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις ερμηνείες των Corelli και Cura στο «vesti la giubba» από την όπερα I pagliacci του Leoncavallo εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=WiQaWdTUK1c
http://www.youtube.com/watch?v=_sLG5rTNse8

Πολύχρωμοι Θεοί

8 Φεβρουαρίου 2007

Στο αγαπημένο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο παρουσιάζεται αυτόν τον καιρό μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση. Πρόκεται για την αναπαράσταση της επιζωγράφησης των αρχαίων αγαλμάτων, επιτυμβιών στηλών, ζωοφόρων κ.λπ. σε σύγχρονα εκμαγεία, με όλα τα φωτεινά χρώματα του πρωτοτύπου, σε τολμηρούς έως υπερβολικούς για το αισθητήριό μας συνδυασμούς, αλλά με την γοητεία του εντωπωσιακού και την αφέλεια της ποικιλοχρωμίας. Παράλληλα, η έκθεση εξηγεί λεπτομερώς τα χρώματα που είχε στην διάθεσή του ο αρχαίος καλλιτέχνης, επιδεικνύει διαφορετικές πιθανές αναπαραστάσεις του ιδίου έργου, αναφέρει παραδείγματα από αρχαίες πηγές κ.λπ. Δημιουργός της έκθεσης, αν κατάλαβα καλά, είναι η Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Η συγκεκριμένη έκθεση δεν είναι μεν μεγάλη σε έκταση και πλήθος αντικειμένων, είναι όμως πραγματικά μεγάλη σε αφορμές για αρχαιοδιφικό και γενικώτερο πολιτιστικό στοχασμό. (Και μιας και έγραψα και τα ευχάριστα, ας μου επιτραπῄ να προτείνω και ένα πιθανό λάθος: ο γονατιστός Τρως τοξότης που με τις χρωματόεσσες περισκελίδες του δεσπόζει στην αφίσα της έκθεσης κρατᾴ τόξο ουννικού τύπου μερικές δεκάδες αιώνες πριν από τους Ούννους).

Μπορώ να πω ότι πέραν των αρχαιολογικών ζητημάτων που προκύπτουν, τα οποία φυσικά είναι πολύ συναρπαστικά, η έκθεση έρχεται εκούσα άκουσα να συνεισφέρῃ στον γενικό διάλογο περί εθνικής ταυτότητας που διεξάγεται –μαίνεται είναι ίσως καλύτερη λέξη– τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Εξηγούμαι: στον πολύ κόσμο είναι άγνωστο το γεγονός ότι οι αρχαίοι ημών επιζωγράφιζαν και μάλιστα με έντονα χρώματα όχι μόνο τα αγάλματα, αλλά και τους ναούς τους. Για πολλούς από μας το αρχαίο κάλλος έχει ταυτιστεί με την λευκότητα του πεντελικού μαρμάρου, με το παιχνίδι του με το μεσογειακό φως, με την αυστηρότητα και μεγαλοπρέπεια που υποβάλλει. Η εικόνα του πάλλευκου Παρθενώνα όπως προβάλλεται στον αττικό ουρανό δεν είναι πλέον μια απλή διαφήμιση: είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας. Ο Παρθενώνας δεν μπορεί να είναι γαλάζιος, όπως και ο ουρανός δεν μπορεί να είναι λευκός. Και ξαφνικά όλα αυτά κατεδαφίζονται: οι πατέρες του μέτρου και της αρμονίας επέλεγαν για τους θεούς τους συνδυασμούς χρωμάτων που νομίζαμε ότι μόνο οι βλαχομπαρόκ απόγονοί τους συνήθιζαν. Ο πειρασμός να ονομάσῃ κανείς κιτς το όλο θέαμα, τοὐλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις, είναι μεγάλος και είμαι βέβαιος ότι για πολλούς από τους επισκέπτες της έκθεσης μόνο ο σεβασμός προς τους αρχαίους ημών τους εμπόδισε να ανακράξουν ότι ο βασιλιάς είναι όχι μόνο γυμνός, αλλά και πλουμιστός ωσάν ποικιλόχρωμο ερίφιο… (Για να είμαι ειλικρινής, περιμένω από μέρα σε μέρα εκείνον που θα εισβάλῃ στο Μουσείο κραδαίνοντας την σημαία και απαιτώντας από τους χωροφύλακες να διακόψουν αμέσως την έκθεση).

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μία ακόμη περίπτωση στην οποία η πραγματική εθνική ταυτότητα συγκρούεται με την φαντασιακή, η πραγματικότητα με την αντίληψή μας για την πραγματικότητα, η κατασκευασμένη ταυτότητα με την αληθινή. Ίσως όμως αυτό είναι ακριβώς το θέμα μας: ποια ταυτότητα δεν είναι τάχα κατασκευασμένη; Και ποια είναι πράγματι αληθινή; Εθνικόν το αληθές βέβαια, αλλά το ερώτημα του Πιλάτου θα κατατρύχει πάντοτε τον ύπνο των εσωτερικευμένων πεποιθήσεών μας.

Ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγ. Λαύρα στις 25 Μαρ 1821 ή έπινε τον φραπουτσίνο του στην Αγ. Νικολάου στην Πάτρα; Ο Μεταξάς είπε ΟΧΙ ή μήπως είπε «Λουλού, φτειάξε μου ένα σκέτο να ξυπνήσω»; Έψαλλε στα δεξιά ο Πατριάρχης στην τελευταία λειτουργία πριν την Άλωση ή την είχε κοπανήσει με τον χρυσό του κράτους για τις Μπαχάμες; Ερωτήσεις, ερωτήσεις…

Ο Παλαιών Πατρών δεν ήταν στην Αγ. Λαύρα ούτε ώρκισε τα μπαρουτοκαπνισμένα παλληκάρια των Καλαβρύτων στον Σταυρό. Ο Μεταξάς δεν είπε ΟΧΙ, αλλά «allors, cest la guerre». Και την αποφράδα 29 Μαι 1453 δεν υπήρχε Πατριάρχης, καθώς ο θρόνος ήταν κενός από πολλούς μήνες.

Ε και;

Και οι δύο αλήθειες, η επιστημονική και η βιωμένη είναι εξίσου αληθινές. Γιατί είναι και οι δύο δικές μας.

Και αυτό είναι που κάνει τους Πολύχρωμους Θεούς τόσο όμορφους.

2

30 Νοεμβρίου 2006


Δεν είμαι κριτικός ούτε και θέλω να γίνω. Είμαι όμως θεατής και αυτή είναι η άποψή μου για το «2» του Δ. Παπαϊωάννου.

Δεν θα ασχοληθώ με τα τεχνικά θέματα ως τέτοια, γιατί δεν είμαι ειδικός. Περιορίζομαι μόνο σε λίγα σχόλια: ασφαλώς υπήρχε ομοιότητα με την Τελετή Έναρξης –και γιατί να μην υπάρχῃ; Οι φωτισμοί και η κίνηση προσωπικά με εντυπωσίασαν. Η μουσική άψογη, πότε τρυφερή, πότε βίαιη, πότε απλώς «μητροπολιτική». Ο Κωνσταντίνος Β. είναι γεννημένος για τέτοιου είδους θεάματα.

Μια παράσταση χωρίς γυναίκες λοιπόν. Από μόνο του αυτό είναι κάτι –είναι πολύ. Χωρίς γυναίκες, αλλά με γυμνό. Χωρίς γυναίκες, αλλά ενίοτε με θηλυκότητα. Χωρίς γυναίκες, αλλά με όμορφους άντρες. Και ας λείψουν τα νηπιόφρονα μειδιάματα. Μπορούμε και μεις να είμαστε όμορφοι…

Οι άντρες του Παπαϊωάννου είναι μπερδεμένοι. Είναι άντρες κένταυροι, άντρες πολύποδες, άντρες γίγαντες ή νάνοι στην προκρούστεια κλίνη, ημίγυμνοι και παρενδυσίες. Είναι άντρες παραιτημένοι, ανάπηροι σουπερμάνοι, αγχωμένοι πεοφύλακες, μόνοι σε ένα κόσμο αντρών, μόνοι επειδή ο κόσμος ανήκει στους άντρες. Είναι άντρες σε αναζήτηση επικοινωνίας, κοινωνικής ή ερωτικής, εσωτερικής ή εξωτερικής, άντρες που δεν μπορούν να παραβιάσουν ούτε τις ανοιχτές θύρες του πλησίον για να μετεωριστούν μαζί του, άντρες που συνεχώς αναρριχώνται και συνεχώς αποτυγχάνουν.

Από την ματιά του Παπαϊωάννου διηθούνται όλα τα γνωρίσματα (ή μήπως συμπτώματα;) του νεοελληνικού ανδρισμού: το ποδόσφαιρο και το γραφείο, η πορνογραφία και η μπουζουκερί, το γυμναστήριο και η αυτοϊκανοποίηση, το ταξίδι και το τσιγάρο, τα βιντεοπαιχνίδια και τα όπλα. Μερικές στιγμές, μερικές δυνατές εικόνες: ένα πέος τραγουδᾴ το Where do I begin σε υπέροχη ορχηστρική εκτέλεση· τα άσπρα γάντια των χορευτών γεννάνε φτερούγες στο κορμί ενός άλλου· μια αρσενική Αφροδίτη της Μήλου χορεύει λάγνα την Μισιρλού· ο ακέφαλος γιάπης καταβροχθίζει χαρτί· η τηλεόραση αυνανίζει τον θεατή· οι χορευτές κοιτάνε με δέος την υπερμεγέθη μπάρμπι· η αρσενική Εύα τρώει τον απαγορευμένο καρπό.

Πολλές φορές βέβαια αναρωτήθηκα το αιώνιο «τι θέλει να πῃ ο ποιητής». Σε μια μουσικοχορευτική παράσταση είναι εύλογο το μήνυμα να σημαίνεται μάλλον παρά να εκφράζεται, τα όρια μεταξύ περιγραφής/αναπαραγωγής και σχολιασμού να είναι θολώτερα, τα όρια της ερμηνείας ευρύτερα. Μήπως όμως εκεί δεν έγκειται η ουσία (ή μια από τις ουσίες) της τέχνης; Η τέχνη δεν είναι απλώς ερμηνευτέα και ερμηνεύσιμη· είναι μάλλον πολυερμηνεύσιμη. Ίσως έτσι πρέπει να είναι και η κριτική.

Να το δήτε.