Archive for the ‘Ηθικά’ Category

Όλοι με τον Πίλαβο και μια μακαρονάδα!

19 Απριλίου 2008

Πριν από καιρό είχα αναρτήσει στην κατηγορία «Ηθικά» σύντομο post που αφορούσε υποψηφίους διδάκτορες. Εκεί συμμεριζόμουν την αμφιβολία γύρω από την σημασία της απόκτησης διδακτορικού τίτλου που είχε εκφράσει με ωραίο τρόπο σε έναν από τους Στοχασμούς του ο Ιταλός ποιητής Leopardi. Με την παρούσα ανάρτηση ολοκληρώνω τους συνιστολογικούς μου στοχασμούς γύρω από την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου.

Κάποτε συνάντησα τυχαία έναν Ακαδημαϊκό και παλαιό Καθηγητή Νομικής σε μια διάλεξη και πλησίασα για να τον γνωρίσω. Όταν του συστήθηκα ως υποψήφιος διδάκτωρ Νομικής και αφού ανταλλάξαμε μια δυο κουβέντες, μου είπε: «Σου εύχομαι καλή επιτυχία με την διατριβή σου. Αν και σήμερα, το διδακτορικό έχει πια χάσει την αξία του. Όλοι παίρνουν διδακτορικό αγαπητέ μου! Και όλοι γράφουν διδακτορικό. Δηλαδή: Όλοι με τον Πίλαβο, και μια μακαρονάδα!»…

Καταλαβαίνοντας ο Καθηγητής ότι δεν κατενόησα την τελευταία του πρόταση, μπήκε στον κόπο να μου την εξηγήσει. Μου είπε ότι ο «Πίλαβος» ήταν ένα πλοίο που –χρόνια πριν- έκανε το δρομολόγιο Πειραιάς-Ερμιόνη. Ο ιδιοκτήτης του, λοιπόν, προκειμένου να κάνει το συγκεκριμένο ταξίδι ελκυστικό στο επιβατικό κοινό και να αυξήσει τον κόσμο και το κέρδος, είχε μια φαεινή ιδέα: Εγκατέστησε στο πλοίο έναν σεφ και τον έβαλε να μαγειρεύει και να προσφέρει ένα πιάτο μακαρονάδας εν πλω στον καθέναν. Το σχετικό διαφημιστικό σλόγκαν ήταν εύλογο και αναμενόμενο: «Όλοι με τον Πίλαβο και μια μακαρονάδα!»

Η αναλογία του Πίλαβου, του καπετάνιου και της μακαρονάδας με το Πανεπιστήμιο, τους καθηγητές και το διδακτορικό μπορεί να αναπτυχθεί στις λεπτομέρειές της –δεν είναι όμως αυτό που με απασχολεί. Θα προχωρήσω καταγράφοντας και άλλα επεισόδια από την εμπειρία μου. Όλα έχουν ένα κοινό σημείο: Δείχνουν μια προϊούσα απαξίωση του διδακτορικού τίτλου μεσω του υπερπληθωρισμού διδακτόρων και της παροχής αρκετών «ευκολιών» για την εκπόνησή του. Αυτή πρέπει να πονάει όλους όσοι κουράστηκαν πραγματικά για να γράψουν ευσυνείδητα διατριβή.

Ένας συνομίληκος μου νομικός και πολυάσχολος σήμερα δικηγόρος με ρώτησε πριν από λίγον καιρό ανερυθρίαστα, ξέροντας ότι τελειώνω τη διατριβή μου: «Δεν μου λες ρε Κώστα; Πόσον ακριβώς χρόνο χρειάζομαι για να γράψω ένα διδακτορικό; Δεν έχω καιρό λόγω γραφείου να διαβάσω και πιέζομαι. Θέλω να μου πεις πόσες ώρες θα μου πάρει να το γράψω και σε πόσον καιρό θα το ολοκληρώσω. Πες μου όμως συγκεκριμένα πράγματα, όχι θεωρίες!». Ο γνωστός μου αυτός φαίνεται ότι έχει στο μυαλό του ένα είδος διδακτορο-χρονοχρέωσης, επηρεασμένος από το δικηγορικό περιβάλλον στο οποίο εργάζεται. Πρέπει όμως να καταλάβει ότι δουλειά και διδακτορικό δεν γίνονται μαζί (και όσοι δεν έχουν τα οικονομικά μέσα ή τον χρόνο να αφιερώσουν στη συγγραφή διατριβής βρίσκονται εξαρχής σε μειονεκτική θέση). Γιατί το διδακτορικό είναι από μόνο του μια πολύ σοβαρή δουλειά.

Ένας άλλος πάλι στενός φίλος μου, μου εξιστορούσε πρόσφατα την ιστορία ενός συγγενούς του (ας τον ονομάσουμε Χ) που είναι βαθιά μπλεγμένος σε κομματικά γρανάζια και έχει μεγαλεπήβολους πολιτικούς στόχους για το μέλλον: Ο Χ τρώγεται να κάνει ένα διδακτορικό στη Νομική, σχολή στην οποία μπήκε με αμφίβολες κατατακτήριες, γιατί –λέει- είναι απαραίτητο για μελλοντική πολιτική καριέρα: Προσδίδει status και κύρος. Και έτσι ο Χ, στα διαλείμματά από το καθάρισμα καρεκλών σε κομματικές συγκεντρώσεις και μολονότι τα χέρια του έχουν πονέσει από το χειροκρότημα, πιάνει τον υπολογιστή του και γράφει και πεντε-έξι αράδες στην διδακτορική διατριβή που ανέλαβε. Κάποτε μάλιστα, τον βοηθά σε αυτό και ο ιδίων φρονημάτων «επιβλέπων» Καθηγητής του. Αυτός προσβλέπει με την σειρά του σε προσωπικά οφέλη από την διαφαινόμενη πολιτική ισχύ του φοιτητοπατέρα υποψηφίου του. Και του υπόσχεται ότι θα τον «σπρώξει» στην τελική ευθεία απόκτησης του τίτλου, ακόμη κι αν οι αράδες που έγραψε είναι για πέταμα… «Έτσι γίνονται οι δουλειές σήμερα», λέει ο Χ στον φίλο μου –και ο τελευταίος μεταφέρει τα παραπάνω και σε μένα και ρωτάει: «Μήπως να γράψω κι εγώ καμιά διατριβή;»

Σε όλη αυτή την κατάσταση έρχονται να προστεθούν πολλοί ακόμη: Αιώνιοι υποψήφιοι διδάκτορες που ουδέποτε γράψανε έστω και μια γραμμή διατριβής αλλά παραμένουν (τιμής ένεκεν; ) γραμμένοι στην Σχολή μέχρι να τα καταφέρουν. Οι πιο επίμονοι από αυτούς θα βρουν –συνήθως μετά από χρόνια- την κατάλληλη ευκαιρία να αλλάξουν το αρχικό θέμα της διατριβής τους σε κάτι εύκολο ή τρέχον που τους απασχολεί στα δικηγορικά τους γραφεία και να ολοκληρώσουν τελικώς το διδακτορικό κάπου στα πενήντα τους. Αιώνοι ωρομίσθιοι μεταπτυχιακοί φοιτητές (ΩΜΦ) που δεν ντρέπονται να καρεκλοκενταυρίζουν στο Πανεπιστήμιο για δεκαετίες μολονότι τα λεφτά είναι αστεία, εμποδίζοντας νεότερους με διάθεση για δουλειά να προσφέρουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Οι αιώνιοι ΩΜΦ (θέμα που θα με απασχολήσει και σε άλλο Post) είναι ασφαλώς στην συντριπτική τους πλειονότητα υποψήφιοι διδάκτορες (ή αιώνιοι μεταπτυχιακοί πρώτου κύκλου): Γιατί μόνον με αυτό το τέχνασμα μπορούν να κρατούν τις θεσούλες τους διατηρώντας την γλυκιά ψευδαίσθηση ότι είναι και αυτοί «άνθρωποι του Πανεπιστημίου». Και, ασφαλώς, ουδείς εξ αυτών έχει σοβαρό σκοπό να γράψει διατριβή: Οι γυναίκες κάνουν συνήθως οικογένειες και ανατρέφουν παιδιά, οι άντρες μπλέκονται με τα επαγγελματικά και χώνονται βαθιά στην δικηγορία, η ζωή προχωράει και η διατριβή παραπέμπεται στις Καλένδες…

Οι κύριοι Καθηγητές σιωπούν απέναντι σε όλα αυτά…. Και όταν χτυπήσει την πόρτα τους κανείς για διδακτορικό, τον καλωσορίζουν ως άλλοι σεφ και του δίνουν κι αυτού την «μακαρονάδα» του. Μερικές φορές μάλιστα αδιαφορούν ακόμη και για την πιθανή σύμπτωση των θεμάτων με εκείνα που μόλις ανέλαβαν άλλοι. Αφήνουν τους υποψηφίους να ρουφούν ηδονικά το ίδιο μακαρόνι μέχρι να συγκρουστούν τα κεφάλια τους… Άλλοτε πάλι ο διδακτορικός τίτλος απαξιώνεται e contrario από εκείνους που θα μας έλεγαν το διαφημιστικό «Είμαι μακαρονάς, τί να κάνουμε;» και θα πέφτανε με τα μούτρα σε περισσότερες της μίας διατριβές….Στους τελευταίους βέβαια συγκαταλέγονται και φωτεινές εξαιρέσεις ή δυνατά μυαλά, που δεν μπορεί κανείς παρά να τα συγχαρεί για το κουράγιο και για το «στομάχι» τους!

Θα είχα πολλά να γράψω ακόμη, αλλά θα σας κούραζα. Περνάω λοιπόν στις (ουτοπικές ίσως) προτάσεις μου και την γενικότερη αιτιολόγησή τους.

  1. Σοβαρότητα εκ μέρους των καθηγητών όταν δίνουν διδακτορικά. Ας αναζητήσουν οι διδάσκοντες κάποια τυπικά κριτήρια (λ.χ. το Αριστα στον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ή την βαθμολογία σε σχετικά μαθήματα) ή –επειδή τα τυπικά κριτήρια είναι κάποτε επικίνδυνα- ας κρίνουν εξονυχιστικά και υπεύθυνα (ερωτήσεις επί του θέματος!) τον υποψήφιο σε συνέντευξη προτού του δώσουν την μακαρονάδα του. Δεν είναι όλοι γερά πηρούνια για να την καταφέρουν…
  2. Σοβαρότητα εκ μέρους των υποψηφίων όταν αναλαμβάνουν διατριβές. Ας σκεφτούν λιγάκι, όσοι θέλουν τον τίτλο, γιατί τον θέλουν: Για την αγορά εργασίας, για ακαδημαική καριέρα, για πολιτική καριέρα, για κοινωνικό κύρος; Ας ξεκαθαρίσουν στο μυαλό τους, ότι ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών είναι υπερεπαρκής για τα περισσότερα από τα παραπάνω. Τόσο για την δικηγορική πράξη (στην οποία έτσι κι αλλιώς αυτός δεν καλοπληρώνεται) όσο και για τις κοινωνικές μας συναναστροφές (για εκείνον που θεμιτώς τον μοστράρει στην κάρτα του). Αν κάποιος δεν θέλει να γίνει Καθηγητής, δεν έχει κατά την γνώμη μου επαρκές κίνητρο για να εμπλακεί στην διδακτορική περιπέτεια. Αφήνω, που χάνει πολυτιμότατο χρόνο από την είσοδό του στην αγορά εργασίας (τουλάχιστον τέσσερα χρόνια με τον στρατό αν πρόκειται για άντρα). Κλείνω με την εξής παρατήρηση: Αυτά που κάποτε προβάλλονται ως πλεονεκτήματα του διδακτορικού συστεγαζόμενα υπό τη γενικόλογη ονομασία «εμπειρία ζωής» κ.λπ. είναι βαθιά παραπλανητικά -ιδίως όταν συνδυάζονται με την προτροπή να ζήσουμε στο εξωτερικό ως υποψήφιοι διδάκτορες, παρατείνοντας την φοιτητική μας ζωή (και χρεώνοντας συνήθως τους γονείς). Το διδακτορικό είναι πράγματι μια «εμπειρία ζωής» αλλά υπό την έννοια μιας σκληρής άσκησης σε αυτοπειθαρχία, συστηματική αυτόνομη δουλειά, κοπιαστικό και πολύωρο διάβασμα και αναζήτηση των προσωπικών μας αντοχών και ορίων. Στο εξωτερικό πρέπει κανείς να υπερβεί και άλλα εμπόδια παλεύοντας λ.χ. με τα αισθήματα (αρχικής ή μόνιμης) μοναξιάς και νοσταλγίας που προκαλεί το ξένο περιβάλλον και η ξένη γλώσσα. Μην παρασύρονται λοιπόν οι νεότεροι από τις κορώνες πολλών περί φοιτητικής ζωής στο εξωτερικό και μην πλανώνται άλλοι, ότι ο Έλληνας υποψήφιος διδάκτωρ είναι ένας απλός φοιτητής που πίνει καφέδες στην Σκουφά καθημερινά. Τα πράγματα δεν έχουν έτσι.
  3. Χρονικά όρια για την εκπόνηση διδακτορικού: Όχι περισσότερα από έξι χρόνια (δηλαδή τα διπλάσια των προβλεπομένων). Στα εφτά να καίγονται οι υποψήφιοι διδάκτορες, με την επιφύλαξη του σοβαρού λόγου, της ανωτέρας βίας κ.λπ.
  4. Υποτροφίες για τους διδάκτορες (χρηματική ενίσχυση). Αν ο αριθμός τους μειωθεί, είμαι βέβαιος ότι θα υπάρξουν χρήματα για να δοθούν σε όσους κάνουν σοβαρή έρευνα. Είναι άδικο να μην ενισχύονται χρηματικώς όσοι δουλεύουν σκληρά.

Το ερώτημα που απομένει είναι: Γιατί όλα τα παραπάνω; Δεν είναι καλύτερο να αφήσουμε κι εδώ την αγορά να λειτουργήσει ελεύθερα με όρους προσφοράς και ζήτησης; Τί μας πειράζει ο υπερπληθωρισμός διδακτόρων ή, πολύ περισσότερο, υποψηφίων διδακτόρων; Έτσι κι αλλιώς, όποιος είναι ικανός τελικώς θα διακριθεί και θα ξεχωρίσει, ενώ όποιος είναι τενεκές θα τραπεί απλώς σε έναν τενεκέ-Δόκτορα… Η απάντησή μου σε μια τέτοια αντίρρηση είναι η εξής. Δεν προτείνω να γίνουν οι διδάκτορες μια συσπειρωμένη «συντεχνία» ελιτίστικου ή συνδικαλιστικού χαρακτήρα ούτε θέλω να εξασφαλιστεί ένα είδος numerus clausus στα υψηλά επίπεδα ακαδημαϊκής παιδείας. Το ζήτημα για μένα έχει να κάνει με την ουσία της εκπόνησης διατριβής ως προσωπικής μοναχικής πορείας ωρίμανσης, ουσία την οποία έπιασε ο Leopardi στον στοχασμό του που ήδη έχω παραθέσει: Το κύρος του διδακτορικού τίτλου είναι αναγκαίο μόνον, προκειμένου να μπορούν να το απομυθοποιούν πλήρως εκεί στα σαράντα τους ή και νωρίτερα, όλοι οι κάτοχοί του που είναι σοβαροί άνθρωποι και τους νοιάζει η ουσία των πραγμάτων και όχι το σπουδαιοφανές τους περιτύλιγμα!

Όταν τώρα οι διδάκτορες πληθαίνουν ανεξέλεγκτα και το διδακτορικό γίνεται μια κοινή μακαρονάδα που δίνεται σε όλους και τρώγεται από όλους, τότε χάνεται δυστυχώς η σχετική ευκαιρία ωρίμανσης: Κάτι που αποκτάται από όλους εύκολα απομυθοποιείται την ίδια την στιγμή της απόκτησής του εξίσου εύκολα. Το ότι απομυθοποιείται βεβαίως είναι πολύ καλό! Η απομυθοποίηση του ευκόλως αποκτηθέντος όμως συμβάλλει στην ωρίμανση των ανωρίμων υποψηφίων διδακτόρων πολύ λιγότερο από την απομυθοποίηση του δυσκόλως και αξίως αποκτηθέντος. Και κάποτε, ξέρετε όλοι πρέπει να ωριμάσουμε…

Advertisements

Μικρό εκτρωτικό

23 Μαρτίου 2008

Η πιο καθαρή περίπτωση ηθικού δικαίωματος σε έκτρωση είναι ίσως εκείνη της εγκύου που εξαναγκάστηκε να μείνῃ έγκυος, ας πούμε με βιασμό. Συμφωνώ λοιπόν και εγώ ότι η συγκεκριμένη έγκυος έχει κάθε ηθικό δικαίωμα να προβῄ στην έκτρωση του κυήματος.

Ας υποθέσουμε όμως ότι η εν λόγῳ έγκυος αποφασίζει να κυοφορήσῃ και να γεννήσῃ το έμβρυο, επειδή ας πούμε θεωρεί ότι ό,τι έγινε, έγινε και το αθώο έμβρυο δεν φταίει σε τίποτε. Πώς θα χαρακτηρίζαμε ηθικά την στάση της αυτή;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η δεύτερη έγκυος πράττει κατά τρόπο σύμφωνο με τις ηθικές αξίες, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να πούμε ότι πράττει σε εκτέλεση κάποιου καθήκοντος. Αντιθέτως, το κοινό και εκ του προχείρου αίσθημα θα έλεγε ότι η πράξη της ενεργείται πέραν του καθήκοντος. Αν όμως η πρώτη έγκυος είχε το ηθικό δικαίωμα να προβῄ στην έκτρωση και η δεύτερη έγκυος έπραξε πέραν του ηθικού καθήκοντος αποδεχόμενη την εγκυμοσύνη της, πώς κρίνονται συγκρινόμενες οι δύο πράξεις; Και ποια είναι η ορθοπραξία εν προκειμένῳ; Με άλλο λόγια, ποια είναι η ηθικώτερη ανάμεσα στις δύο κατ’ αρχάς ηθικές επιλογές;

Σε μια ανάλογη περίπτωση, δεν νομίζω ότι θα δυσκολευόμασταν πολύ. Αν η επιλογή ήταν μεταξύ του να πέσουμε στην παγωμένη θάλασσα για να σώσουμε κάποιον που πνίγεται ή να τηλεφωνήσουμε σε κάποια αρχή, δεν υπάρχει κανείς που δεν θα μας συνιστούσε το πρώτο, αν τυχόν ήμασταν σωματικώς ικανοί, ως ηθικά ανώτερη. Καλή η κλήση βοήθειας, αλλά καλύτερη η προσωπική προσπάθεια.

Εδώ δεν βλέπω κάτι διαφορετικό. Καλή και άγια η έγκυος που προβαίνει στην έκτρωση, καλύτερη και αγιώτερη όμως εκείνη που κρατάει το μωρό που φτερουγίζει μέσα της. Εκείνη που μεταβάλλει την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη σε επιθυμητή μητρότητα. Εκείνη που μεταμορφώνει την ανάγκη σε προαίρεση. Όπως λέει και η Ιφιγένεια στον στ. 1375-1376 της εν Αυλίδι: «τούτο δ’ αυτό βούλομαι ευκλεώς πράξαι». Φρικτή η καταναγκαστική εγκυμοσύνη, ειδικά ως προϊόν βιασμού, αλλά όλα τα φρικτά πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε ευκλεώς.

Κάθε γυναίκα που μένει παρά την θέλησή της έγκυος πρέπει να γεννᾴ το παιδί της∙ τοὐλάχιστον αυτό πρέπει να την συμβουλεύουμε ως ηθικά ανώτερο. Δεν πρέπει να φοβώμαστε να το λέμε από φόβο μήπως μας θεωρήσουν αντιδραστικούς, σεξιστές ή ό,τι άλλο.

Ασκήσεις ψυχολογισμού (σημείο) Μηδέν: Τέλσον ψυχολογίας της νιότης

19 Οκτωβρίου 2007

Ο Συνιστολόγος ΑΑ μου δώρισε δύο πράγματα πολύ πρόσφατα (βλ. comments στην ανάρτησή του Ασκήσεις φιλελευθερισμού 1 και ½): Μια καλή αρχαιοελληνική λέξη (τέλσον) αλλά και μια ευγενική κλωτσιά από τον σχολιασμό του εν λόγω post, όπου παρασύρθηκα πράγματι, και άρχισα να κάνω πλάκα με τον ΚΚ για την απώλεια μαλλιών και το τέλος της νιότης…

Με πλήγωσε λοιπόν, ο Αθανάσιος και –το κυριότερο- με ανάγκασε σε μια νέα δημοσίευση. Σε αυτή, θα αφήσω να με αντιπροσωπεύσουν τα λόγια του αγαπημένου μου Λεοπάρδη, του οποίου τον Στοχασμό XLII δεν μελέτησε επαρκώς ο φίλος μου – μολονότι κι εγώ του είχα δωρίσει κάτι κάποτε: το σχετικό βιβλίο.

Προσοχή: Δεν θέλω με την ανάρτησή μου να απογοητευθούμε οι Συνιστολόγοι και οι φίλοι μας, αλλά να γελάσουμε και να ανασυγκροτηθούμε. Δεν παρωθώ εδώ σε ξεπερασμένο ρομαντικό καρυωτακισμό, αλλά σε συνειδητοποίηση και εγρήγορση ώστε να καταλάβουμε -υπό διπλήν έννοια- τον κόσμο!

Στοχασμός XLII:

«Λίγο μετά τα είκοσι πέντε, ο άνθρωπος δοκιμάζει ένα καινούριο συναίσθημα, όταν ξαφνικά διαπιστώνει ότι πολλοί από τους φίλους του τον αντιμετωπίζουν ως μεγαλύτερό τους και παρατηρεί ότι, πραγματικά, υπάρχουν στον κόσμο ένα σωρό νεότεροί του, ενώ ως εκείνη τη στιγμή θεωρούσε ότι κατείχε αδιαμφισβήτητα τον ανώτατο βαθμό νεότητας, για να το πούμε έτσι. Και αν ακόμα ένιωθε ότι υστερούσε από τους άλλους σε όλα τα άλλα, ήταν βέβαιος ότι κανένας δεν τον ξεπερνούσε σε νιάτα. Γιατί οι πιο νέοι από αυτόν, σχεδόν παιδιά ακόμα και σπάνια φίλοι του, ήταν σαν να μην ανήκαν στον κόσμο. Τώρα όμως αρχίζει να αισθάνεται ότι το χάρισμα της νιότης, που θεωρούσε αναπόσπαστο γνώρισμα της προσωπικότητάς του, του δόθηκε μόνο προσωρινά. Και ανησυχεί γι’αυτό το δώρο: Πόσο θα το έχει ακόμα, πότε θα του το αμφισβητήσουν οι άλλοι; Οπωσδήποτε, για κανέναν που έχει περάσει την ηλικία των είκοσι πέντε, μετά την οποία το άνθος της νιότης αρχίζει να μαραίνεται, δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ξέρει από ατυχίες, εκτός αν πρόκειται για κανέναν ηλίθιο. Γιατί ακόμα και αν η τύχη του χαμογελούσε πάντα, γνωρίζει τώρα μια ατυχία σοβαρή και πικρή όσο καμιά άλλη, και ίσως σοβαρότερη και πικρότερη για εκείνον που από άλλες απόψεις έχει ατυχήσει λιγότερο: το φυλλορρόημα ή το τέλος της αγαπημένης του νιότης».


Υγ. Κάποιοι είπαν ότι ο στοχασμός του Leopardi δεν έχει σήμερα ισχύ λόγω αύξησης του μέσου όρου ζωής σε σχέση με τον αιώνα που αυτός έζησε. Άλλοι, πάλι, είπαν ότι η κακή υγεία και η ασθενής κράση του ποιητή τον οδήγησαν σε υπερβολικές ή απαισιόδοξες σκέψεις, που δεν πρέπει να λαμβάνονται τοις μετρητοίς. Νομίζω, ότι ουδείς εκ των προηγουμένων κατάλαβε τον λεοπάρδειο στοχασμό…

Ο μαζέττας

12 Οκτωβρίου 2007

Οι σχέσεις μου με το σκάκι είναι μέτριες και καλλιεργούνται στη χάση και τη φέξη. Οι προθέσεις μου, όμως, κάθε φορά που αρχίζω μια παρτίδα είναι σταθερές και εκφράζονται σ΄εκείνο που έγραφε ο Στέφαν Τσβάιχ στη Schachnovelle του –εισάγοντας μάλιστα νέο ρήμα στη γερμανική γλώσσα: Θέλω να παίζω σκάκι και όχι να σοβαρεύομαι με το σκάκι!

Ωστόσο, τέτοιες προθέσεις δεν χαρακτηρίζουν τη σκακιστική μηχανή του pc μου ούτε τους περισσότερους ανθρώπους-αντιπάλους που έχω αντιμετωπίσει. Ο μεν υπολογιστής παίρνει εξ επαγγέλματος το σκάκι στα σοβαρά. Και η διαφορά της μηχανοτροπίας του με τη νοοτροπία μου διαφαίνεται σύντομα ως διαφορά μεταξύ νικηφόρων κινήσεων και ηττοπαθών τρεκλισμάτων στη σκακιέρα…

Αλλά και οι άνθρωποι που υπήρξαν στο παρελθόν αντίπαλοί μου, με είχαν απογοητεύσει καθώς διέπρατταν το σφάλμα: Ευφορούσαν υπερβολικά όταν κέρδιζαν πιστεύοντας ότι η νίκη είχε επιβεβαιώσει την ευφυία τους και δυσφορούσαν υπερβολικά όταν έχαναν πιστεύοντας ότι η ήττα είχε πιστοποιήσει την ανοησία τους. Έτειναν με άλλα λόγια να πιστεύουν, ότι κάτι πολύ «σοβαρό» είχε γίνει στη διάρκεια της παρτίδας μεταξύ μας. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο απλώς για παιχνίδι, για ένα σκότωμα της ώρας, για ένα -κάποτε πολύωρο- αστείο με το σοβαρό και ταχύτατο μαζί, λιγόστεμα του χρόνου μας.

Έτσι, η δυσκολία μου όταν έπαιζα σκάκι δεν ήταν μόνο η τεχνική δυσκολία του να οργανώσω και να δω σωστά μελλοντικές κινήσεις. Ήταν και η ουσιαστική δυσκολία του να μοιραστώ τη δυσάρεστη ψυχική ατμόσφαιρα ενός παιχνιδιού που τρεπόταν τελικά σε μια σοβαρότητα (ή και μια σοβαροφάνεια). Ήταν η αδυναμία μου να συμβιβαστώ με τον φόβο της ξαφνικής απόκτησης πιστοποιητικού ανοησίας, φόβο που έβλεπα ανάγλυφο στα μάτια και τις κινήσεις του αντιπάλου μου, φόβο που μετρούσα να μεταδίδεται και στους δικούς μου σφυγμούς. Το σκάκι -αυτός ο επιτραπέζιος πόλεμος- ίσως και να είναι, τελικά, ένας πραγματικός πόλεμος κι εκείνος που θέλει να το αντιμετωπίζει ως παιχνίδι ίσως να βρίσκεται εξ ορισμού εκτός κλίματος…

Έχω λοιπόν από καιρό καταλάβει ότι δεν μπορώ να αγαπήσω το σκάκι, αλλά μόνο να εξασκώ κάπου-κάπου την ικανότητά μου σ’ αυτό. Συνήθως παίζοντας μια παρτίδα με τον υπολογιστή -κατά προτίμηση όμως, παίζοντας μια παρτίδα με έναν συγκεκριμένο καλό μου φίλο… Μαζί του, καταφέρνω να τρέψω το σκάκι από έναν σοβαροφανή πόλεμο για ανθρώπους που δεν αστειεύονται σε μια παιγνιώδη ειρήνη για ανθρώπους που δεν λένε να λογικευτούν. Κι έτσι, απολαμβάνω τα τρεκλίσματά μου στη σκακιέρα χωρίς να νιώθω ανόητος.

υγ. «Μαζέττας= Ο παίκτης ατζαμής, που χρόνια παίζει σκάκι αλλά δεν μαθαίνει τίποτε. Παραμένει στάσιμος, παίζει βιαστικά, κάνει συχνά λάθη και αβλεψίες (…).» Ο ορισμός είναι από το έργο «Το σκάκι -Πλήρης ανάπτυξις της θεωρίας και η πρακτική της εφαρμογή» του Τ.Σιαπέρα.

Η ελεύθερη αγορά των αισθημάτων Ι

30 Σεπτεμβρίου 2007

Υπάρχει μια αγορά που ειναι τόσο αρρύθμιστη, τόσο άναρχη, τόσο αδιάφορη στις ανισότητες που προκαλεί και τόσο κωφή στην αναδιανομή των αγαθών της, που δεν θα μπορούσε να την ελπίσῃ ούτε ο πιο ακραία ανάλγητος φιλελελεύθερος οικονομολόγος ούτε να την δῃ στον εφιάλτη του ο πιο ευαίσθητος σοσιαλιστής καλλιτέχνης (ως γνωστόν στην Ελλάδα οι οικονομολόγοι είναι εξ ορισμού ανάλγητοι και φιλελεύθεροι και οι καλλιτέχνες εξ ορισμού ευαίσθητοι και σοσιαλιστές). Σε αυτήν την αγορά συναντάται ο πιο εκτεταμένος τέλειος ανταγωνισμός, όλοι συμμετέχουν στην προσφορά και όλοι συμμετέχουν στην ζήτηση, κάθε παίκτης και παράγει και καταναλώνει, οι αποφάσεις είναι απολύτως αποκεντρωμένες, η πληροφορία διαχέεται μέχρι το κατώτερο δυνατό κλιμάκιο. Σε αυτήν την αγορά δεν υπάρχουν επιδόματα ανεργίας ούτε προστατευτικές διατάξεις∙ κανείς αστυφύλακας δεν διενεργεί υγειονομικούς, φορολογικούς, τελωνειακούς, αγορανομικούς, περιβαλλοντικούς και δεν ξέρω και γω τι άλλους ελέγχους. Οι ανισότητες είναι τεράστιες, το χάσμα των λίγων που έχουν και των πολλών που θα ήθελαν να έχουν αβυσσαλέο. Όποιος πουλάει, κερδίζει∙ όποιος δεν πουλάει, χάνει. Έτσι απλά. Έτσι αδυσώπητα.

Θα αναρωτηθῄ ασφαλώς ο καλόπιστος αριστερίζων αναγνώστης του Συνιστολογίου: είναι δυνατόν να γίνεται ανεκτό κάτι τέτοιο στην κοινωνία μας εν έτει 2007; Επιτρέπεται να αφήνεται παντελώς αχαλίνωτος ο νόμος της ζούγκλας, καθ’ ον η μεγάλη ύαινα τρώει την μικρή; Από πότε η ελευθερία μεταμφιέστηκε σε ασυδοσία; Απο πού κι ως πού ο κοινωνικός δαρβινισμός ρυθμίζει την ζωή μας σε αυτήν την αγορά; Τι απέγινε η κοινωνική αλληλεγγύη, η στοιχειώδης ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη; Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η αγορά που δεν την σκιάζουν οι συνδικαλιστικοί αγώνες και δεν την πλακώνει το δίκιο του εργάτη;

Τι άλλο, ο έρωτας βέβαια.

Το προφανές ερώτημα είναι γιατί θεωρούμε –και δικαίως– φρικτή την ιδέα παρέμβασης, αναδιανομής, αλληλεγγύης, ουσιαστικής ισότητας, πείτε το όπως θέλετε, όταν «αγοράζουμε» σεξ, έρωτα, ερωτοτροπίες, απολύτως φυσιολογική όμως όταν «αγοράζουμε» χρήματα (γιατί αυτό κάνουμε μέσῳ της εργασίας μας, καμιά φορά και μέσῳ της ανεργίας μας). Είναι τάχα τα χρήματα πιο σημαντικά από όλη την κλίμακα αισθητικών και πνευματικών απολαύσεων που κυμαίνεται από το κτηνώδες, ωμό, μπρουταλιάρικο σεξ και φτάνει στον πιο άδολο και παράφορο έρωτα; Δεν είναι τάχα στοιχειώδης σωματική ανάγκη, όσο και το φαγητό ή το ποτό; Γιατί ανεχόμαστε ότι κάποιοι συνάνθρωποί μας θα ζήσουν μια κενή, ανούσια, αδιάφορη ζωή λόγῳ ακριβώς έλλειψης έρωτα, εξεγειρόμαστε όμως αν π.χ. μειωθῄ η φορολογία των πλουσίων ή αυξηθούν οι έμμεσοι φόροι;

Υποθέτω ότι η απάντηση συνδέεται με τα δικαιώματα όχι εκείνου που θίγεται στα συμφέροντα και ενδεχομένως στα δικαιώματά του από την στέρηση, αλλά εκείνου που καλείται να θυσιάσῃ κάτι. Η φορολογία, δικαίως ή αδίκως, θίγει την ιδιοκτησία. Η εξηναγκασμένη συνουσία θα έθιγε πολύ πιο σοβαρά πράγματα.

Η (ανάλαφρη ασφαλώς) συνέχεια στο επόμενο.

Εν αμφιβολία

10 Σεπτεμβρίου 2007

Σήμερα έφερα στο νου μου το στοχασμό αρ.CVIII από το έργο του Ιταλού ποιητή Giakomo Leopardi «Σκέψεις» (μτφρ. Δ.Κούρτοβικ, εκδόσεις Opera 1993):

«Όσο οι άνθρωποι είναι ανώριμοι, πασκίζουν να φαίνονται ολοκληρωμένοι, και όταν ολοκληρωθούν, κάνουν ό,τι μπορούν για να φαίνονται ανώριμοι. Ο Όλιβερ Γκόλντσμιθ, συγγραφέας του μυθιστορήματος Ο εφημέριος του Γουέικφιλντ, αφαίρεσε από το επισκεπτήριό του, όταν έγινε σαράντα χρόνων, τον τίτλο του διδάκτορα – γιατί αυτή η επίδειξη σοβαρότητας, που του ήταν προσφιλής στα νιάτα του, του είχε γίνει πια απωθητική.»

Αναρωτιέμαι πόσοι διδάκτορες στα 40 τους έχουν κάνει σκέψεις και πράξεις παρόμοιες με αυτή του εικονιζομένου Goldsmith. Αν κρίνω από Έλληνες που πασχίζουν να ολοκληρώσουν διδακτορικά στα 50 τους (και βάλε!), φοβούμαι ότι η απήχηση του διδάγματος του στοχασμού του Leopardi σε κάποιους είναι μηδαμινή…

Αναρωτιέμαι, όμως και κάτι ακόμη: πόσοι υποψήφιοι διδάκτορες έχουν κάνει παρόμοιες σκέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι, όταν πια αποκτήσουν τον πολυπόθητο τίτλο που με τόσο κόπο κυνηγάνε και για τον οποίο τόσες θυσίες έχουν κάνει. Αν έρχονται στιγμές που αμφισβητούν την αξία της προσπάθειάς τους σε βαθμό τέτοιον, που να κινδυνεύουν να την εγκαταλείψουν. Αν τους σώζει τελικά από την παραίτηση, η ορμητική (όσο και ανώριμη) νεανική φιλοδοξία…

Κι έτσι, αμφιβάλλω… Πρέπει ένας νεαρός υποψήφιος διδακτορικού ή οποιουδήποτε σχετικού τίτλου να κάνει τέτοιες σκέψεις; Πρέπει να αφαιρεί τις παρωπίδες της καθημερινής του προσπάθειας και να συλλαμβάνει το μάταιό της; Ή μήπως πρέπει να ζει διαρκώς με αυτές τις παρωπίδες, να ξυπνά και να κοιμάται στο πάθος του αγώνα του, επιζητώντας τη διάκριση σαν να πρόκειται για το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο και πιστεύοντας απόλυτα στην καταξίωση ή τη γνώση που αυτή θα του προσφέρει;

Κάπου θα υπάρχει και δω κρυμμένο, ένα σωτήριο in dubio pro___! Παρακαλείται όποιος το βρει να το καταθέσει…

Ο Εγκληματολόγος και ο Γάμος (ΙΙ)

29 Ιουλίου 2007

Β.Λόγοι βάλλοντες κατά της τελέσεως γάμου (συνέχεια από το Ι)

Β7. Εις πάσας σχεδόν τας γυναίκας, υφίσταται μία έμφυτος οξυθυμία προκαλούσα οξυφώνους και επικριτικάς εκφράσεις και διαταράσσουσα την γαλήνην της οικογενείας και βλάπτουσα την αγωγήν των τέκνων και συντρίβουσα την ψυχικήν διάθεσιν του ανδρός. Η οξυθυμία της γυναικός προκαλείται πολλάκις από το παραμικρόν.Β8. Καλόν είναι να γνωρίζη ο σύζυγος ποίαι ψυχικαί ιδιότητες είναι εις την γυναίκα εμφύτως υπερβολικαί π.χ. η γυναίκα κατά κανόνα είναι περισσότερον (του ανδρός) οξύθυμος, εύθικτος, φιλάρεσκος, ραδιούργος, φλύαρος, επιδεικτική, μεμψίμοιρος, φιλοκατήγορος (δηλ. έχει ροπήν προς επίκρισιν, γκρίνια, μουρμούρα), φιλόνικος, μνησίκακος, υποκρίτρια, πείσμων, σχολιάστρια (κουτσομπόλα) κ.λπ. Ο άνδρας έχει άλλας ψυχολογικάς ιδιορρυθμίας και μειονεξίας.

Β9. Η γυναίκα θέλει να οδηγείται συχνά εις κέντρα ψυχαγωγίας, εις επισκέψεις. Θέλει να διαχειρίζεται, να ελέγχη το εισόδημα του ανδρός. Θέλει να ελέγχη τον έξω της οικίας βίον του ανδρός, θέλει αξιόλογον παραθερισμόν, αριθμόν τουαλεττών (ζηλεύουσα τας άλλας), πολυτελή οικίαν κειμένην ει δυνατόν εις το κέντρον της πόλεως, θέλει συνεχώς αρκετά χρήματα για χαρτζηλίκι, προς ποικίλην εμφάνισιν, προς αποταμίευσιν κ.λπ.

Β10. Αν ο άνδρας συγκατοική με πεθερικά, τούτο αποτελεί μεγάλην πηγήν δυσαρεσκειών. Η πηγή αυτή υφίσταται και όταν δεν συγκατοικεί με πεθερικά αλλά η γυναίκα επηρεάζεται από αυτά.

Β11. Ενίοτε προκύπτει κάποια ψυχική ανωμαλία στο παιδί εκ κληρονομικότητος ή εκ νόσου κατά την νηπιακήν ή παιδικήν ηλικίαν. Τούτο είναι μεγάλη πηγή πικρίας. Όσω περισσότερες υγειονομικές γνώσεις έχει η μητέρα, τόσο ακίνδυνα, αδάπανα και χωρίς άγχος και στενοχώρια και χωρίς πρόσκαιρα ή μόνιμα σωματικά ή ψυχικά ελαττώματα μεγαλώνει το παιδί. Ελάχιστες μητέρες έχουν αυτές τις γνώσεις (…)

Β12. Γυναίκαι που δεν εργάζονται εξωοικιακώς είναι ενοχλητικώτεραι στον άνδρα από τας εργαζομένας. Η εργαζομένη, κουραζομένη από την εργασίαν αυτήν δεν έχει πολύ δύναμη ούτε πολύ χρόνο για γκρίνια και μουρμούρα. Έπειτα ξέρει πώς βγαίνει το χρήμα, και τέλος, έχει κάποιο εισόδημα και ζητάει συνήθως από τον άνδρα λιγώτερα και, τέλος, δεν έχει την ψυχολογίαν της φυλακισμένης που έχει η μη εργαζομένη. Η κλειστή ζωή κάνει την τελευταία φοβερά φλύαρη, ευαίσθητη, γκρινιάρα και ιδιότροπη εις βάρος του ανδρός. Έτσι ούτος γυρίζει από την εργασίαν για να βρη το λιμάνι της γαλήνης και βρίσκει ένας πέλαγος της θαλασσοταραχής.

Β13. Προτιμωτέρα είναι η σύζυγος μικροτέρας μορφώσεως. Η πνευματική υπεροχή του ανδρός προκαλεί σεβασμόν και υπακοήν. Ο άνδρας σήμερον τουλάχιστον πρέπει να διοική. Η γυναίκα πρέπει να υποδιοική. Όχι να διοική ούτε να συνδιοική. Δεν έχει κατά κανόνα την κοινωνικήν πείραν, ευρύτητα, σταθερότητα και στιβαρότητα του ανδρός.

Β14. Προτιμώτερος είναι ο δια συνοικεσίου, χωρίς προηγούμενον έρωτα γάμος. Ο έρως εμποδίζει την διάγνωσιν του χαρακτήρος και την στάθμισιν των υπέρ και κατά ως προς την συγκεκριμένην υποψηφίαν. Ο μη ερωτευμένος βλέπει καλύτερα και σταθμίζει καλύτερα τα πράγματα, όπως και ο εν νηφαλιότητι (ο ουχί εν αλκοολική μέθη τελών).

Β15. Ιδανικώτερος είναι σήμερον δια τον άνδρα ο φλεγματικός χαρακτήρ γυναικός, ο ψυχικώς ομαλός, ήρεμος και ανεκτικός. Είναι όμως κάπως δυσεύρητος. Ρωτήσατε τον πλείονα γνωρίζοντα διά τους χαρακτήρας των ανθρώπων και ποίοι χαρακτήρες εναρμονίζονται μεταξύ των. Φρικτώτερος είναι ο χαρακτήρ της ψυχικώς ανωμάλου γυναικός ή ανδρός. Ψυχικώς ανώμαλος ή ψυχοπαθητικός είναι ο υπερβολικά, ο υπέρμετρα, ασυνήθως νευρικός, ευαίσθητος, φιλόνικος, αδιάλλακτος, φλύαρος, εκδικητικός, ζηλότυπος, γκρινιάρης, ανάλγητος, ιδιότροπος, παράξενος κ.λπ.

Β16. Η δυσαρμονία γενετησίου ζωτικότητος μοιραίως ανοίγει την θύραν προς μοιχείαν. Επίσης και η έλλειψις έρωτος, αμοιβαίου και αληθούς. Η ψυχολογία του έρωτος αναλύει το περιεχόμενον του αληθούς έρωτος και διαχωρίζει τούτον εις πλείονα είδη. Ούτω υπάρχει π.χ. ο αληθής, ο ψευδής έρως, ο πλατωνικός, ο μονομερής, ο διμερής κ.λπ.

Β17. Ο γάμος ενοχλεί περισσότερον τους διανοουμένους και ολιγώτερον τους χειρώνακτας. Οι διανοούμενοι έχουν περισσότερη ευαισθησία και λιγώτερη ψυχονευρική αντοχή στους καυγάδες, στις γκρίνιες, στα οικογενειακά και συζυγικά προβλήματα. Φθείρονται ψυχονευρικώς και σωματικώς ευκολώτερον και αποθνήσκουν προώρως, διότι έχουν κουρασμένον εγκέφαλον. Το γήρας του εγκεφάλου (εκ διανοητικών και καταθλιπτικών υπερκοπώσεων) προκαλεί εν αμέσω συνεχεία και το γήρας του λοιπού σώματος, λέγει η φυσιοπαθολογία και ψυχολογία του γήρατος.

Β18. Υπάρχουν δύο κατηγορίαι συζύγων: οι φιλόσπιτοι και οι φυγόσπιτοι. Οι φυγόσπιτοι είναι πολύ περισσότεροι εις τας μεγάλας ιδίως πόλεις. Φεύγοντες ενδεχομένως από τα πολυβολικά πυρά της γκρίνιας και τας ατέρμονας αξιώσεις της συζύγου των φροντίζουν να απουσιάζουν όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον από το σπίτι, τρεπόμενοι προς το ποτόν, το χαρτοπαίγνιον, τας εκδρομάς, τον εξώγαμον έρωτα, και εν γένει προς την κατά το δυνατόν συχνοτέραν εξωοικιακήν ψυχαγωγίαν και διαβίωσιν. Δια τον έγγαμον φυγόσπιτον ο εξώγαμος έρως είναι ο γλυκύτερος, διότι είναι περιοδικός και όχι συνεχής, δεν έχει την αναγκαστικήν και παρατεταμένην συμβίωσιν που έχει ο νόμιμος γάμος και δεν έχει τα συνήθη προβλήματα και τας έριδας αυτού.

Β19. Το νευροψυχικόν βάρος εκ της οικογενείας εις τας μεγάλας ιδίως πόλεις αυξάνει και από τον στενόν χώρον της κατοικίας και από την δύσκολον κίνησιν πολλών σχετικώς μελών εντός ενός ασφυκτικού κλωβού, που λέγεται διαμέρισμα.

Β20. Εις τας μεγάλας ιδίως πόλεις ο γάμος διανύει μία κρίσιμον, μία μεταβατικήν φάσιν, λόγω των πολλών συγκρούσεων και δυσαρεσκειών που προκαλούνται καθ’εκάστην εκ ποικίλων θεμάτων και προβλημάτων, όπως πολύ καλύτερον των αγάμων γνωρίζουν οι έγγαμοι. Κατά τινα αντίληψιν ο σημερινός γάμος θα αντικατασταθή μίαν ημέραν από την απλήν συμβίωσιν, που θα έχει διάρκειαν εξαρτωμένη από την ελευθέραν βούλησιν του ενός.

Β21. Οι διανοούμενοι πρέπει να λαμβάνουν σύζυγον εκ μικράς πόλεως έχουσαν απολυτήριον γυμνασίου ή το πολύ πτυχίον ανωτέρας σχολής και ουχί ανωτάτης. Η ισοδύναμος μόρφωσις μειώνει μέσα εις τον ψυχισμόν της γυναίκας την υπεροχήν του ανδρός, το προς αυτόν δέος, την εκτίμησιν, τον θαυμασμόν.

Β22. Η αύξησις ηλικίας επιφέρει ανάλογον μείωσιν ψυχοσωματικών δυνάμεων. Όσον δηλ. αργότερα κανείς πανδρεύεται, τόσο βαθύτερα και δυσάρεστα αισθάνεται τα βάρη, τας μικράς ή μεγάλας τρικυμίας εκ του γάμου.

Β23. Λίαν πληκτική, μονότονος και μαρασμώδης καθίσταται η έγγαμη ζωή εις περίπτωσιν ατεκνίας. Προ του γάμου χρειάζεται έρευνα της γενεάς του και της συζύγου, τόσον δια την στειρότητα, όσον και δια ψυχικάς ανωμαλίας και νόσους.

Β24. Τινες προτιμούν σύζυγον εξ επαρχίας, διότι αύτη έχει νευρικόν και μυικόν κύτταρον ζωτικότερον και δυναμικότερον, λόγω ζωής που διεξάγεται κατά φύσιν και μακράν καυσαερίων και κρότων, θορύβων, κονιορτού, παθογόνων μικροβίων, πυκνοκατοικήσεως και νοθευμένων τροφών. Εις τας μεγάλας πόλεις επικρατεί ο μικράς αντοχής και ζωτικότητος νευροψυχικός και σωματικός οργανισμός.

Β25.Αν ο άνδρας τρέφει υψηλόν όνειρον ανόδου εν τη επιστήμη και κοινωνία πρέπει να νυμφευθή μετά την πραγμάτωσιν αυτού. Ο γάμος κατά κανόνα παρεμποδίζει και ματαιώνει την πραγματοποίησιν των σκοπών των ανδρών, που τρέφουν υψηλά όνειρα και ιδανικά.

Β26. Η ψυχολογία και η ψυχιατρική είναι υπέρ του γάμου αλλά και υπέρ του διαζυγίου.

Β27. Κατά τινα αντίληψιν, τα δάκρυα της επιζώσης δια την πρόσφατον απώλειαν του μακαρίτου δεν είναι δάκρυα ειλικρινούς λύπης αλλά δάκρυα μετανοίας, λόγω τύψεων συνειδήσεως δια τους κατ’αυτού ψυχικούς βασανισμούς ασκηθέντας υπό μορφήν γκρίνιας, μουρμούρας και ερίδων κατά τον γάμον. Σπανίως η γυναίκα παριστά τον σύζυγόν της μετά τον θάνατόν του ως κακόν.

_________

Αυτά εδίδαξε, λοιπόν, ο Εγκληματολόγος…

Και θυμάμαι ακόμη τον γηρασμένο αξιωματικό που μου παρέδωσε το δικό του αντίγραφο από τη διάλεξη βγάζοντάς το προσεκτικά από το σκονισμένο βιβλίο, να λέει συγκινημένος για τον Καθηγητή του: «Θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα του»!

Ο Εγκληματολόγος και ο Γάμος (Ι)

29 Ιουλίου 2007

Αυτή τη φορά δεν θα αναλύσω κάποια ενδιαφέρουσα αναλογία. Θα προτείνω, αντίστροφα, να αναλογιστούμε πάνω σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση. Την περί γάμου ανάλυση που πρόσφερε κάποτε ένας Έλληνας Καθηγητής της Εγκληματολογίας σε φοιτητές του…Ο Εγκληματολόγος έδωσε πριν από σχεδόν μισό αιώνα, διάλεξη σε αξιωματικούς της Χωροφυλακής με θέμα τον «γάμον»…Τότε, βλεπετε, οι Καθηγητές -ως σοφοί και επαΐοντες- μιλούσαν στους φοιτητές τους και για πράγματα εκτός του αμέσου αντικειμένου διδασκαλίας τους, πράγματα που αφορούσαν τον «ηθικό και ενάρετο βίο». Επίσης οι φοιτητές αγαπούσαν και σέβονταν τους Καθηγητές τους –όχι όπως σήμερα, που η νεολέρα δεν υπολογίζει τίποτε…Κάποιοι εκ των σπουδαστών, λοιπόν, κράτησαν το δακτυλογραφημένο κείμενο που τους μοιράστηκε σ’ εκείνη τη διάλεξη, για να ανατρέχουν που και που στη φωτεινή σκέψη του δασκάλου τους. Ένα αντίγραφο έπεσε στα χέρια μου. Το προσφέρω σε Συνιστολόγους και αναγνώστες, εγγάμους και αγάμους: ο Καθηγητής όλο και κάτι έχει να πει, τόσο σε αυτούς που την κάνανε όσο και σε αυτούς που δεν την κάνανε την «κουτουράδα»…

Ο Εγκληματολόγος χώριζε σε δύο τμήματα τη διάλεξή του: Α. Λόγοι συνηγορούντες υπέρ τελέσεως γάμου και Β. Λόγοι βάλλοντες κατά της τελέσεως γάμου. Καθαρά και αναλυτικά πράγματα δηλαδή, σταράτη διδασκαλία και όχι φιοριτούρες και περικοκλάδες… Θα χρειαστώ δύο αναρτήσεις για να μπορέσω να καταγράψω τους λόγους των δύο κατηγοριών. Ξεκινώ από την κατηγορία Α, και μεταβαίνω σταδιακά στη Β (την οποία, μάλιστα, νομίζω ότι είχε επεξεργαστεί καλύτερα ο Καθηγητής…)

Α.Λόγοι συνηγορούντες υπέρ τελέσεως γάμου

Α1. Η ικανοποίησις της εμφύτου ψυχοβιολογικής τάσεως προς συντροφιάν, προς το ζην κατά ζεύγη, μετ’άλλου, προς το ζην εν κοινώ και ουχί εν μονώσει. Ουαί τω ενί! Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον (Γένεσις Β΄, Ι8)

Α2. Η ικανοποίησις της εμφύτου τάσεως προς απόκτησιν πατρικής ή μητρικής ιδιότητος. Είναι ισχυροτέρα εις την γυναίκα η τάσις προς κτήσιν της μητρικής ιδιότητος.

Α3. Η ευχερεστέρα ικανοποίησις του γενετησίου ενστίκτου εις το πλαίσιον του γάμου.

Α4 Η ενίσχυσις της οικονομίας του ενός αν ο έτερος κομίζει αξιόλογον ή λίαν αξιόλογον εισόδημα («Το χρήμα κυβερνά τον κόσμον»). Εξ ετέρου, «Μόνον το χρήμα δεν κάνει τον άνθρωπον ευτυχή, καθησυχάζει όμως αυτόν»).

Α5.Η μείωσις των φροντίδων του ανδρός δι’εστίασιν, καθαρισμόν και τακτοποίησιν οικίας, θέρμανσιν, πλύσιν ρούχων, κ.λπ. –η ύπαρξις συμπαραστάσεως εις περίπτωσιν νοσήσεως ελαφράς ή βαρείας, χρονίας ή παροδικής, εάν αύτη παρέχεται επαρκώς.

Α6. Ο έγγαμος δεν θα αποθάνη με το παράπονον, ότι δεν εγνώρισε και την περιλάλητον εκείνην πτυχήν της ζωής, που λέγεται γάμος και οικογένεια.

Α7. Ο συνάπτων γάμον θα απαλλαγή από τα σχόλια (εις τας μικράς ιδίως πόλεις) της κοινωνίας ως προς τα αίτια της αποφυγής του γάμου (ανίκανος, τριτόφυλος, ψυχικώς πάσχων, δειλός, ανέραστος, πάσχων σωματικώς, αινιγματώδης κ.λπ.)

Α8. Ο συνάπτων γάμον δοκιμάζει την χαράν αποκτήσεως τέκνου, της περιθάλψεως αυτού, των αθώων και χαριτωμένων αντιδράσεών του κατά τα πρώτα 14 έτη περίπου. Κατόπιν αρχίζει ενδεχομένως η τραγωδία εκ της απειθείας, εκ των πολλών αξιώσεων των τέκνων, εξ ενδεχομένων νόσων, ατυχημάτων, εκ διαφθοράς, εξ αποτυχίας εις τον γάμον, εις το επάγγελμα κ.λπ.

Α9. Εις την έγγαμον συμβίωσιν ο σύζυγος επιτυγχάνει εκτόνωσιν ή εκφόρτισιν της τεταραγμένης ψυχικότητός του εκ του επαγγέλματος ή άλλου αιτίου δια της ανακοινώσεως των ενοχλητικών συναισθημάτων και σκέψεων προς την συμβίαν, εφ’όσον παρέχεται υπ’αυτής ψυχική συμπαράστασις, ενίσχυσις ή παρηγορία.

Α10. Εις ην περίπτωσιν, ο γάμος δεν διαλύση τον προ του γάμου αναπτυχθέντα έρωτα, ούτος αποτελεί ένα είδος ψυχικού θώρακος κατά πάσης εκ των παιδιών, εκ του επαγγέλματος και της κοινωνίας εν γένει προερχομένης στενοχώριας.

Α11.Οι συνηγορούντες υπέρ του γάμου λόγοι είναι περισσότεροι και ισχυρότεροι τόσον δια τους χειρώνακτας, όσον και δια τους κατοικούντας εις μικράς πόλεις και χωρία. Είναι ολιγώτεροι δια τους ασκούντας διανοητικόν λειτούργημα και τους έχοντας ωρισμένον ψυχολογικόν τύπον.

Α12.Κατά την γεροντικήν ηλικίαν υφίσταται ελπίς συμπαραστάσεως και φροντίδος προς πραγμάτωσιν ευγηρίας.

Α13. Η διαιώνισις του οικογενειακού ονόματος, η ελπίς μερίμνης και βοηθείας εκ μέρους των παιδιών κατά την προγεροντικήν ή γεροντικήν ηλικίαν και εν γένει κατά την ζωήν.

Β.Λόγοι βάλλοντες κατά της τελέσεως γάμουΒ1. Δεν υπάρχει ευτυχής γάμος αλλά ολιγώτερον ή περισσότερον επώδυνος. Οι πλείστοι των γάμων υποκρίνονται ευτυχίαν προς προβολήν ή προάσπισιν του ατομικού και οικογενειακού των εγώ και εν γένει προς επίδειξιν. Αι διαφωνίαι εις άλλα ζεύγη είναι συχναί και μη σημαντικαί, εις άλλα συχναί και σημαντικαί, εις άλλα αραιαί και σημαντικαί κ.λπ. Το θέμα ποικίλλει κατά περίπτωσιν.

Β2. Είναι λίαν βαρύ, βαρύτατον το τίμημα, που καταβάλλει καθ’εκάστην ο σύζυγος εις χρήμα, εκνευρισμούς, καταθλίψεις, άγχος, απώλειαν ελευθερίας, ψυχικής υγείας, μείωσιν δυνάμεως και αντοχής, εις βάρος των δυνάμεων, που απαιτούνται δι’επιτυχή ενάσκησιν του επαγγέλματος, δια πραγμάτωσιν ατομικών ονείρων κ.λπ.

Β3. Αν ο γάμος οφείλεται εις έντονον ή μετρίας εντάσεως ερωτικόν συναίσθημα, τούτο θα διαλυθή κατά κανόνα μετά τον γάμον (εντός μηνών, έτους ή ετών τινών) από τας συγκρούσεις, διαφωνίας και δυσαρεσκείας, που θα επέρχωνται μοιραίως σχεδόν καθ’εκάστην, συνεπεία αλλεπαλλήλων και ατερμόνων προβλημάτων, συζητήσεων, διαφωνιών και συγκρούσεων, προερχομένων εκ της συζύγου, εκ των οικονομικών, εκ των κοινωνικών σχέσεων, εκ των τέκνων, εκ του επαγγέλματος, εκ των πενθερικών, εκ των συγγενών κ.λπ.

Β4. Αν ο γάμος δεν οφείλεται εις το ερωτικόν συναίσθημα αλλά μάλλον εις υπολογισμόν τινα (αφορώντα προίκα, κοινωνικήν άνοδον ή ηθικήν πίεσιν κ.λπ.) είναι αδύνατος η αναπήδησις του ερωτικού συναισθήματος μετά τον γάμον. Θα παρεμποδίσουν την ανάπτυξιν τούτου τα ως άνω προβλήματα, και αι εκ τούτων διαφωνίαι και συγκρούσεις και δυσαρέσκειαι.

Β5. Εις ελαχίστας περιπτώσεις διαρκεί ο έρως επί μακρά έτη ή μέχρι θανάτου. Εις τας περιπτώσεις αυτάς άλλοτε αμφισβητείται η πληρότης, η φυσιολογικότης του εν λόγω έρωτος, άλλοτε ο έρως είναι μονόπλευρος, άλλοτε υφίσταται ερωτική αποβλάκωσις του ενός ή αναγκαστική νεύρωσις, άλλοτε υφίσταται φαινομενικότης και άλλοτε υφίσταται αγάπη από συνήθειαν (κατά το τραγούδι «μπορεί να μη σ’αγαπώ μα σ’έχω τόσο συνηθίσει –τί κι αν δεν είμαστ’ερασταί, δεν θα χωρίσωμεν ποτέ».)

Β6. Ο αληθής χαρακτήρ της γυναικός και του ανδρός αποκαλύπτεται μετά τον γάμον. Προ αυτού κρύπτεται ο αληθής χαρακτήρ δια τον φόβον απωλείας του συμπαθουμένου ή αγαπωμένου προσώπου και δια την εκ φύσεως μείζονα υποκριτικήν ικανότητα της γυναικός.

(έπεται συνέχεια)

Η αβάσταχτη χυδαιότητα των δυνατών

17 Ιουνίου 2007


Την τελευταία φορά που αποφάσισα να κάνω μία βόλτα σε ένα προάστιο της Αθήνας βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα δυσεπίλυτο γρίφο. Έπρεπε να υπερπηδήσω παντός είδους εμπόδια, να αποφύγω παρκαρισμένα αυτοκίνητα και πόρτες που άνοιγαν άκριτα και, πολλές φορές, να κατεβώ στο οδόστρωμα για να συνεχίσω την πορεία μου. Φυσικά, δεν είχα προνοήσει να φορέσω επιστραγαλίδες και φλέρταρα με ελαφρύ τραυματισμό πολλάκις, αφού η απόλαυση δύο συνεχόμενων ακέραιων πλακών πεζοδρομίου είναι εξαιρετικά σπάνια. Υπό αυτές τις συνθήκες μία διαδρομή μισής ώρας καθίσταται επικίνδυνο σπορ, ακόμα και για έναν νέο και υγιή άνθρωπο. Δεν μπορεί κανείς να μην αναλογισθεί πως καταφέρνουν να κυκλοφορούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή, ακόμα, οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά. Η απάντηση είναι, στην πραγματικότητα, απλή: δεν κυκλοφορούν. Δεν κυκλοφορούν διότι το ελληνικό κράτος ξοδεύει δισεκατομμύρια για να χαρίσει γήπεδα σε ΠΑΕ και ΚΑΕ αλλά βρίσκει «ακριβά» τα φανάρια με ηχητικό σήμα ή τη φωνητική ενημέρωση στα αστικά λεωφορεία. Πράγμα λογικό, αφού οι Τσουκαλάδες αυτού του τόπου είναι περισσότεροι από τους τυφλούς. Επίσης, οι τυφλοί δεν κλείνουν δρόμους και δεν απειλούν να καταστρέψουν υπουργικές επισκέψεις στην επαρχία. Οι δε τροχονόμοι πληρώνονται πρωτίστως για να ανοίγουν δρόμο για κάποιο υπουργικό αυτοκίνητο ή για να τυχαίους ελέγχους εν μέσω καφεποσίας και καπνίσματος – και αυτό το θεάρεστο έργο δεν μπορεί να επιβαρύνεται με την εφαρμογή και διαφύλαξη των νόμων του κράτους. Κάθε φορά που ένας αστυνομικός βλέπει ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο πάνω σε μία ράμπα για αναπηρικά αμαξίδια και συνεχίζει το δρόμο του δεν διαπράττει μόνο ένα ποινικό αδίκημα: διαπράττει ένα βαρύτατο ηθικό αδίκημα εις βάρος των συμπολιτών μας που πρέπει να προστατεύονται ακόμα περισσότερο από εμάς τους υπόλοιπους, ακριβώς επειδή έχουν περισσότερες ανάγκες και λιγότερες δυνατότητες αντίδρασης.

Θα ήταν, όμως, πολύ βολικό να σταθεί κανείς στην ευθύνη του κράτους για την κοινωνική απομόνωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Οι βασικοί υπεύθυνοι για αυτό το αίσχος είμαστε εμείς – και δεν αναφέρομαι μόνο στη γενικότερη πολιτική ευθύνη που συνεπάγεται η υπερψήφιση τέτοιων κυβερνήσεων. Το ίδιο έγκλημα διαπράττουμε όλοι εμείς όταν παρκάρουμε πάνω σε ένα πεζοδρόμιο γιατί «ένα λεπτό θα κάνω και πού να παρκάρω έτσι που τα ΄κανε ο δήμαρχος;». Εμείς που έχουμε τη δυνατότητα να περπατήσουμε, να τρέξουμε, να σταθούμε όρθιοι, «έχουμε ανάγκη» να πάμε με το αυτοκίνητο μέχρι την είσοδο του σπιτιού μας ή του γραφείου μας – οι άλλοι που δυσκολέυονται τόσο να κινηθούν ας μείνουν σπίτια τους. Πρόκειται για μία χυδαία αδιαφορία για την ανάγκη και τα δικαιώματα του συμπολίτη μας, αλλά και για κάτι άλλο, κάτι γελοίο και θλιβερό ταυτόχρονα: τα μικροαστικά μας συμπλέγματα. Επειδή οι παππούδες μας δεν είχαν δει ποτέ αυτοκίνητο, το τροχοφόρο έγινε αποδεικτικόν υψηλού κοινωνικού status. Και όσο πιο λίγοι και αποτυχημένοι νιώθουμε τόσο περισσότερο οδηγούμε και καβάλα πάμε στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάμε κλπ κλπ. Ευτυχώς που έβαλαν και αυτές τις ράμπες στα πεζοδρόμια γιατί είχαμε λιώσει τα λάστιχα των μηχανών… Η αγορά ενός πανάκριβου αντιασθητικού χριστουγεννιάτικου δένδρου μπορεί να σιγουρέψει την επανεκλογή ενός δημάρχου – η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ατόμων με ειδικές ανάγκες ποτέ. Κατακλύζουμε ενωμένοι τους δρόμους γιατί μας καίει το τι θα γράφουν οι ταυτότητες, το πως θα λέγεται μία γειτονική χώρα ή το πότε θα ρυθμισθούν τα χρέη της ομαδάρας μας αλλά ποτέ για να διαμαρτυρηθούμε για την προκλητικά άδικη αντιμετώπιση των συμπολιτών μας. Κι αν έχουμε «μαγαζί» βγάζουμε τις καρέκλες ή τις διαφημιστικές πινακίδες «λίγο πιο έξω», αλλά δεν περνάει καν από το μυαλό μας το πως θα μπουν στην επιχείρησή μας όσοι κινούνται με αναπηρικό αμαξίδιο. Οι ίδιες δυσκολίες στην πρόσβαση παρατηρούνται ακόμα και σε σχολεία και σε δημόσιες υπηρεσίες. Αλλά, προφανώς, οι «γονείς και οι κηδεμόνες» περιορίζονται στο ρόλο των απολογητών των παιδιών τους και τα δεκαπενταμελή συμβούλια είναι πια, απλώς, διεφθαρμένα παραρτήματα ταξιδιωτικών γραφείων και, σε τελική ανάλυση, ποιος ασχολείται τώρα με αυτά;

Αυτά υποφέρουν όσοι αψηφούν τα κινητικά τους προβλήματα και αποφασίζουν να ζήσουν φυσιολογικά. Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι άλλοι συνάνθρωποί μας που δεν μπορούν να ζήσουν φυσιολογικά γιατί κάποιοι τους το αρνούνται. Πριν από πολλά χρόνια, είχα γνωρίσει έναν ψηλό και γεροδεμένο άνδρα γύρω στα τριάντα που υπέφερε από κάποιου είδους νοητική στέρηση. Όπως έμαθα, είχε καταφέρει, χάρη στην επιμονή του θείου του, να μάθει να διαβάζει, να ψωνίζει μόνος του και να αυτοεξυπηρετείται σε μεγάλο βαθμό. Οι γιατροί έλεγαν ότι, αν είχε λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση και φροντίδα, θα ζούσε μία σχεδόν φυσιολογική ζωή, καθώς η πάθησή του δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή. Είχε, όμως, την ατυχία να γεννηθεί σε ένα χωριό από μία μητέρα που δεν μπορούσε να ξεπεράσει την «ντροπή» του να έχει κανείς ένα παιδί με ειδικές ανάγκες. Αυτό ήταν το έγκλημά της και τα ελαφρυντικά της είναι ελάχιστα. Το έγκλημα, όμως, όλων των υπολοίπων ήταν πως την έκαναν να νιώθει ότι θα έπρεπε να ντρέπεται και, έτσι, την αφόπλισαν και υποχρέωσαν έναν άνθρωπο σε μία ζωή πολύ χειρότερη από αυτή που θα μπορούσε και δικαιούται να ζήσει. Αυτό ακριβώς κάνουμε, για να φθάσουμε και στην αναπόφευκτη θεωρητική διατύπωση της θέσης, κάθε φορά που κλείνουμε μία πόρτα για ένα τέτοιο παιδί ή την πρόσβαση στη ράμπα για τα αναπηρικά αμαξίδια: αρνούμαστε σε αυτούς τους ανθρώπους το αυτονόητο δικαίωμα να ζήσουν μία καλή ζωή, ένα δικαίωμα που με τόσο πάθος υπερασπιζόμαστε για τους εαυτούς μας. Φανταστείτε έναν κύριο σαν τον Undertaker που βλέπετε λίγο παρακάτω να σας απαγορεύει κάθε μέρα να βγείτε από το σπίτι σας και ξανασκεφτείτε το πριν παρκάρετε πάνω στο πεζοδρόμιο.