Archive for the ‘Ελάσσονα’ Category

Μετακόμιση ΙΙ

1 Μαΐου 2008

Το Συνιστολόγιο ξαναματα-μετακομίζει εδώ.

Advertisements

Όσα αφήνουμε πίσω

30 Δεκεμβρίου 2007

sminagos.jpg

Και συνεχίζουμε λίγο διαφορετικοί, λίγο άλλοι…

Η γκιουλιβεριανή αγελάδα του νομικού

21 Δεκεμβρίου 2007

Στον έξω από το Συνιστολόγιο κόσμο, στις καρδιές των ανθρώπων που δεν είναι νομικοί (ή -ορθότερα- που είναι μη-νομικοί) επικρατεί μια σταθερή καχυποψία απέναντι στους νομικούς. Επικρατεί η γνώμη και η πεποίθηση ότι οι νομικοί προβαίνουν σε τερτίπια με τη γλώσσα και το δίκαιο (ή καλύτερα με τη γλώσσα του δικαίου), κοροϊδεύοντας τον απλό κοσμάκη και κάνοντας τελικά το δικό τους, ενόσω η «πραγματική» Δικαιοσύνη κοιμάται τον γνωστό μακάριο ύπνο της…
Ο κόσμος δεν πιστεύει γρι από τις αναλύσεις των νομικών, όχι μόνο δεν τις καταλαβαίνει αλλά και είναι βαθιά προκατειλημμένος εναντίον τους ακόμη και όταν κάποτε είναι σε θέση να τις καταλάβει. Θεωρεί ότι το Δίκαιο μονοπωλείται από μια συντεχνία καπάτσων σοφιστών που με πονηριές και ρητορείες αθωώνουν τους ενόχους, ενοχοποιούν τους αθώους, καταδικάζουν τους δίκαιους και δικαιώνουν τους αδίκους…Για τον πολύ κόσμο η διαστροφή του δικαίου οφείλεται και μπορεί να αναχθεί σε μια διαστροφή των νομικών, ενώ και το άδικο -ως διεστραμμένο δίκαιο- δεν είναι παρά το προϊόν που παρήγαγε το στραβό κεφάλι ενός διεστραμμένου νομικού (δικαστή ή δικηγόρου)…

Υποψιάζομαι ότι οι ρίζες αυτής της αντίληψης είναι βαθιές. Υποψιάζομαι επίσης ότι στη σχετική προκατάληψη μετέχουν τόσο ένας πυρήνας αληθείας όσο και ένας περίβολος ανάμικτος από φθόνο για τους κλειδοκράτορες του δικαίου, δέος μπροστά στην πολύπλοκη (και δύσκολη!) νομική σκέψη, βαθιά απογοήτευση για πραγματικές αδικίες του παρελθόντος, κοινωνικά συμπλέγματα, ταξικούς ανταγωνισμούς και άλλα πολλά. Προχθές μάλιστα, σε μια από τις ιστορίες στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Jonathan Swift, βρήκα μια εξαιρετική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης με την οποία ο μη-νομικός μου εαυτός γέλασε από καρδιάς και το νομικό μου alter-ego ντράπηκε και κοκκίνισε μέχρι τ’αυτιά.

Νομίζω λοιπόν, ότι ενόψει εορτών και σχετικής περισυλλογής μπορώ να αποχαιρετήσω τη χρονιά που φεύγει με ένα αυτοκριτικό post: Παραθέτοντας αντί για δικές μου μπαρούφες, μια απολαυστική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης κατά του είδους μου, του Homo-Juristus, σε πρόχειρη μετάφραση. Μιλάει ο Γκιούλιβερ του Swift και περιγράφει γλαφυρά στον συνομιλητή του την εικόνα των νομικών και την κατάσταση-λειτουργία της Δικαιοσύνης στη χώρα του, εκεί στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα…Πόσα έχουν άραγε αλλάξει μέχρι σήμερα; Ας μας απαντήσουν οι μη-νομικοί.

«…υπήρχε μια κοινότητα ανθρώπων μεταξύ μας, μεγαλωμένοι από τα μικράτα τους στην τέχνη της απόδειξης, με πολυλογίες γι’αυτό, ότι το άσπρο είναι μαύρο και το μαύρο άσπρο, ανάλογα με το πόσο πληρώνονταν. Σ’ αυτή την κοινότητα όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι σκλάβοι. Για παράδειγμα, αν ο γείτονάς μου εποφθαλμιά την αγελάδα μου βρίσκει και έναν δικηγόρο για να αποδείξει ότι επιβάλλεται να μου την πάρει. Πρέπει τότε κι εγώ να προσλάβω έναν άλλον για να υπερασπιστώ το δικαίωμά μου, καθώς αντίκειται στους ορισμούς του νόμου ένας άνθρωπος να μπορεί να εκπροσωπήσει τον εαυτό του. Τώρα, σ’αυτή την περίπτωση, εγώ που είμαι ο δικαιούχος (της αγελάδας) βρίσκομαι ενώπιον δύο σοβαρών μειονεκτημάτων: Πρώτα πρώτα ο δικηγόρος μου, καθώς έχει σχεδόν από την κούνια του εξασκηθεί στο να υπερασπίζεται το ψέμα, είναι αρκετά έξω από τα νερά του όταν καλείται να υπερασπιστεί το Δίκιο, πράγμα που είναι μια αφύσικη αποστολή που την επιχειρεί πάντα με μεγάλη αδεξιότητα, αν όχι με κακοτροπία. Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι ο δικηγόρος μου πρέπει να προχωρήσει με μεγάλη προσοχή αλλιώς θα τον επιπλήξουν οι δικαστές και θα τον αποδιώξουν οι συνάδελφοί του, σαν κάποιον που ευτελίζει την πράξη του δικαίου. Και κατά συνέπεια, δεν μένουν παρά δύο μέθοδοι για να διατηρήσω την αγελάδα μου. Η πρώτη είναι να εξαγοράσω με διπλάσια αμοιβή τον δικηγόρο του αντιδίκου μου που τότε θα προδώσει τον πελάτη του, υποβάλλοντας του ύπουλα την ιδέα ότι έχει το δίκιο με το μέρος του. Ο δεύτερος δρόμος είναι να κάνει ο δικηγόρος μου την υπόθεσή μου να φανεί όσο πιο άδικη γίνεται, επιτρέποντας έτσι η αγελάδα να ανήκει στον αντίδικό μου: και αυτό, αν γίνει με δεξιοτεχνία, σίγουρα θα κερδίσει προκαταβολικά την εύνοια της έδρας. Τώρα πρέπει η Υψηλότης σας να ξέρει ότι οι δικαστές της έδρας είναι πρόσωπα διορισμένα να κρίνουν όλες τις διαφορές περί κυριότητας καθώς επίσης και τη δίκη των εγκληματιών και επιλέγονται μεταξύ των πιο δεινών δικηγόρων που είτε έχουν πια γεράσει ή έχουν γίνει τεμπέληδες: και καθώς είναι σε όλη τους τη ζωή προκατειλημμένοι κατά της αλήθειας και της αμεροληψίας, βρίσκονται σε μια τόσο αναπόδραστη ανάγκη να υπερασπίζονται την απάτη, τη διαστροφή και την καταπίεση, ώστε γνωρίζω μερικούς από αυτούς που προτίμησαν να αρνηθούν ένα γερό λαδωμα από την πλευρά που είχε το δίκιο με το μέρος της, παρά να προδώσουν τον κλάδο τους κάνοντας κάτι που αντίκειται στη φύση ή τη δουλειά τους»…

υγ. Ο τίτλος μου παραπέμπει σε παλιότερο άρθρο του Συ-Συνιστολόγου μου ΑΑ. Τον διάλεξα γιατί θέλω η «ρωλσιανή κατσίκα» του γείτονα και η «γκιουλιβεριανή αγελάδα» του νομικού να κάνουν στο εξής παρέα στο Συνιστολόγιο και να ξυπνούν με τους μυκηθμούς τους τα νομικά και τα φιλοσοφικά μας αντανακλαστικά.

Ο μαζέττας

12 Οκτωβρίου 2007

Οι σχέσεις μου με το σκάκι είναι μέτριες και καλλιεργούνται στη χάση και τη φέξη. Οι προθέσεις μου, όμως, κάθε φορά που αρχίζω μια παρτίδα είναι σταθερές και εκφράζονται σ΄εκείνο που έγραφε ο Στέφαν Τσβάιχ στη Schachnovelle του –εισάγοντας μάλιστα νέο ρήμα στη γερμανική γλώσσα: Θέλω να παίζω σκάκι και όχι να σοβαρεύομαι με το σκάκι!

Ωστόσο, τέτοιες προθέσεις δεν χαρακτηρίζουν τη σκακιστική μηχανή του pc μου ούτε τους περισσότερους ανθρώπους-αντιπάλους που έχω αντιμετωπίσει. Ο μεν υπολογιστής παίρνει εξ επαγγέλματος το σκάκι στα σοβαρά. Και η διαφορά της μηχανοτροπίας του με τη νοοτροπία μου διαφαίνεται σύντομα ως διαφορά μεταξύ νικηφόρων κινήσεων και ηττοπαθών τρεκλισμάτων στη σκακιέρα…

Αλλά και οι άνθρωποι που υπήρξαν στο παρελθόν αντίπαλοί μου, με είχαν απογοητεύσει καθώς διέπρατταν το σφάλμα: Ευφορούσαν υπερβολικά όταν κέρδιζαν πιστεύοντας ότι η νίκη είχε επιβεβαιώσει την ευφυία τους και δυσφορούσαν υπερβολικά όταν έχαναν πιστεύοντας ότι η ήττα είχε πιστοποιήσει την ανοησία τους. Έτειναν με άλλα λόγια να πιστεύουν, ότι κάτι πολύ «σοβαρό» είχε γίνει στη διάρκεια της παρτίδας μεταξύ μας. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο απλώς για παιχνίδι, για ένα σκότωμα της ώρας, για ένα -κάποτε πολύωρο- αστείο με το σοβαρό και ταχύτατο μαζί, λιγόστεμα του χρόνου μας.

Έτσι, η δυσκολία μου όταν έπαιζα σκάκι δεν ήταν μόνο η τεχνική δυσκολία του να οργανώσω και να δω σωστά μελλοντικές κινήσεις. Ήταν και η ουσιαστική δυσκολία του να μοιραστώ τη δυσάρεστη ψυχική ατμόσφαιρα ενός παιχνιδιού που τρεπόταν τελικά σε μια σοβαρότητα (ή και μια σοβαροφάνεια). Ήταν η αδυναμία μου να συμβιβαστώ με τον φόβο της ξαφνικής απόκτησης πιστοποιητικού ανοησίας, φόβο που έβλεπα ανάγλυφο στα μάτια και τις κινήσεις του αντιπάλου μου, φόβο που μετρούσα να μεταδίδεται και στους δικούς μου σφυγμούς. Το σκάκι -αυτός ο επιτραπέζιος πόλεμος- ίσως και να είναι, τελικά, ένας πραγματικός πόλεμος κι εκείνος που θέλει να το αντιμετωπίζει ως παιχνίδι ίσως να βρίσκεται εξ ορισμού εκτός κλίματος…

Έχω λοιπόν από καιρό καταλάβει ότι δεν μπορώ να αγαπήσω το σκάκι, αλλά μόνο να εξασκώ κάπου-κάπου την ικανότητά μου σ’ αυτό. Συνήθως παίζοντας μια παρτίδα με τον υπολογιστή -κατά προτίμηση όμως, παίζοντας μια παρτίδα με έναν συγκεκριμένο καλό μου φίλο… Μαζί του, καταφέρνω να τρέψω το σκάκι από έναν σοβαροφανή πόλεμο για ανθρώπους που δεν αστειεύονται σε μια παιγνιώδη ειρήνη για ανθρώπους που δεν λένε να λογικευτούν. Κι έτσι, απολαμβάνω τα τρεκλίσματά μου στη σκακιέρα χωρίς να νιώθω ανόητος.

υγ. «Μαζέττας= Ο παίκτης ατζαμής, που χρόνια παίζει σκάκι αλλά δεν μαθαίνει τίποτε. Παραμένει στάσιμος, παίζει βιαστικά, κάνει συχνά λάθη και αβλεψίες (…).» Ο ορισμός είναι από το έργο «Το σκάκι -Πλήρης ανάπτυξις της θεωρίας και η πρακτική της εφαρμογή» του Τ.Σιαπέρα.

Smile for the camera

7 Οκτωβρίου 2007

Το πρόσφατο ζήτημα που δημιουργήθηκε με την «αποχή» των οργανωμένων οπαδών του Παναθηναϊκού από τους αγώνες της, κατά τ’ άλλα, αγαπημένης τους ομάδας μου θύμισε 2-3 ζητήματα που συζητούσαμε και παλιότερα στο Συνιστολόγιο. Όπως θα φαντάστηκε ήδη ο συχνός επισκέπτης τούτου του μπλογκ δε θα τον απασχολήσω με το αν είναι καλός παίχτης ο Equi ή αν «έκαψε» τον Σωτήρη Νίνη το ιατρικό επιτελείο του ΠΑΟ –αυτά θα τα βρει εύκολα και σε καλύτερες αναλύσεις στα fora των οπαδών. Τα θέματα που ανακύπτουν εδώ εκ νέου είναι τα κάτωθι: 1) το περίφημο ζήτημα των προσωπικών δεδομένων 2) το επίσης περίφημο ζήτημα των καμερών ασφαλείας και 3) το απολύτως γελοίο ζήτημα των καλουμένων «οργανωμένων οπαδών».

Το πρώτο θέμα οφείλω να ομολογήσω ότι είναι αρκετά λεπτό αλλά δεν σκοπεύω εδώ να το συζητήσω εκτενώς. Το μόνο που θέλω να τονίσω είναι ότι υπάρχουν τουλάχιστον κάποιες περιπτώσεις στις οποίες η απλή καταγραφή κάποιων προσωπικών δεδομένων είναι απολύτως θεμιτή. Τα κριτήρια θα πρέπει να είναι, σε αυτές τις περιτώσεις, δύο: 1) η ανάγκη καταγραφής των συγκεκριμένων δεδομένων και 2) η φύση τους. Και εξηγούμαι: κατ΄αρχάς, η καταγραφή των «στοιχείων» κάποιου (ονόματος, αριθμού ταυτότητας κλπ) σε απλές δημόσιες και –κυρίως- πολιτικές εκδηλώσεις είναι απαράδεκτη και θα πρέπει να απαγορεύεται. Το να σου ζητάει ένας αστυνομικός τα στοιχεία σου ενώ λαμβάνεις μέρος σε μία διαδήλωση ή μία πολιτική εκδήλωση ή, απλώς, πίνεις τον καφέ σου στην πλατεία είναι και παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και αφόρητη καταπίεση του εκάστοτε θύματος – διότι, σίγουρα, δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι τον ρωτούν από περιέργεια! Η δε μεροληψία στη λήψη αυτών των πληροφοριών είναι ακόμα χειρότερη: αν, δηλαδή, μόνο στις συγκεντρώσεις ή εκδηλώσεις συγκεκριμένων κομμάτων ή οργανώσεων αυμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν απέχουμε πολύ από τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Το να σου ζητάει, όμως, ένας αστυνομικός τα στοιχεία σου όταν σε βλέπει να κόβεις βόλτες έξω από μία τράπεζα για τρίτη, κατά σειρά, νύχτα είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση. Όσον αφορά τα κριτήρια: η ανάγκη καταγραφής υπονοήθηκε ήδη ότι θα πρέπει να είναι εύλογη και όχι στη βάση ιδεοληψιών και πολιτικής ή κοινωνικής μεροληψίας, ενώ, όσον αφορά τη φύση των στοιχείων, αυτά θα πρέπει να είναι τα απολύτως απραίτητα για την ταυτοποίησή του πολίτη: μία ταυτότητα, δηλαδή, φτάνει και όλα τα υπόλοιπα συνιστούν αχρείαστη υπερβολή. Εννοείται, φυσικά, ότι η είσοδος σε ιδιωτικούς χώρους μπορεί πάντοτε να γίνεται υπό τους όρους που θέτει ο ιδιοκτήτης τους – ειδικά όταν δεν παρίσταται έκτακτη ανάγκη, όπως θα συνέβαινε, για παράδειγμα, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης μίας ιδιωτικής κλινικής απαιτούσε από έναν αιμόφυρτο που ζητεί βοήθεια να κάνει δύο τούμπες για να τον περιθάλψει! Αν, λοιπόν, ο Βαρδινογιάννης θέλει να ξέρει τα ονόματα των πελατών της επιχείρησής του που μπαίνουν να δουν μπάλα στη Λεωφόρο, κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει – ειδικά από την στιγμή που και έυλογη αιτία υπάρχει (οι κατά καιρούς φασαρίες) αλλά και «φακέλωμα» από ιδιώτες, όπως το ξέρουμε και το εννοούμε όταν γίνεται από τα κράτη, δεν υφίσταται.

Στο ζήτημα των κλειστών κυκλωμάτων ασφαλείας έχω ταλαντευθεί αρκετά κατά το παρελθόν, αλλά το παρακάτω παράδειγμα με κάνει να ξεπερνώ τις όποιες διαισθητικές αναστολές μου: φανταστείτε ένα σούπερ μάρκετ που επιλέγει να τοποθετήσει έναν ιδιωτικό φρουρό σε κάθε διάδρομο. Θα μας φαινόταν, ίσως, υπερβολή αλλά με εξαίρεση όσους τσεπώνουν ενίοτε καμιά κονσέρβα, οι υπόλοιποι θα συνέχιζαν τα ψώνια τους αμέριμνοι. Η κάμερα κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά – με τη διαφορά ότι μπορεί να αναπαράγει τις εικόνες που καταγράφει. Εδώ το πρόβλημα θα μπορούσε να είναι η αναπαραγωγή της εικόνας μας –της οποίας τη διαχείριση θα πρέπει να έχουμε μόνο εμείς- από τους χειριστές των καμερών: σκεφτείτε, για παράδειγμα, έναν περίεργο που βγάζει τις κοπέλες με κοντές φούστες σε έναν ιστότοπο στο διαδίκτυο. Φυσικά, οι περισσότερες δημόσιες δραστηριότητές μας είναι ούτως ή άλλως ορατές από τον καθένα: είναι, λοιπόν, επιεικώς ανόητο το να υποστηρίζει κανείς –ειπώθηκε και αυτό από πολιτευόμενο αθλητικογράφο- ότι «καταγράφεται η ιδιωτική του ζωή» από τις κάμερες των γηπέδων! Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ομολογήσει κανείς ότι κάποιες κατά τ’ άλλα καθημερινές και «αθώες» εικόνες μπορούν να αναπαραχθούν με χυδαίο τρόπο και να θίξουν την αξιοπρέπεια του καθενός. Ακόμα, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ακόμα και για εκβιασμούς: ο ιδιωτικός αστυνομικός του σούπερ μάρκετ καταγράφει τις ερωτοτροπίες της κυρίας Σούλας με το παιδί που κόβει το ζαμπόν και την εκβιάζει για να μην στείλει το dvd στον σύζυγο. Σε κάθε περίπτωση, η λύση είναι εύκολη: καταγραφή της εικόνας που θα γίνεται αυτόματα και αποκωδικοποίηση, σε περίπτωση ανάγκης, από τις δικαστικές αρχές. Χωρίς «περιέργους» μπροστά από τις οθόνες και χωρίς αυτοδικίες. Φυσικά, σε χώρους όπως το μετρό, όπου η παρακολούθηση της αποβάθρας έχει ως σκοπό και την πρόληψη ατυχημάτων, κάποιες εξαιρέσεις είναι αυτονόητες. Επίσης αυτονόητη είναι η προειδοποίηση όσων εισέρχονται σε παρακολουθούμενους χώρους.

Πάμε και στους αγαπημένους μου οργανωμένους… Είχα υποστηρίξει μετά τα γεγονότα της Λαυρίου ότι οι σύνδεσμοι οργανωμένων οπαδών δεν έχουν παρά ελάχιστη σχέση με το ποδόσφαιρο ή τον αθλητισμό γενικότερα. Αρκεί να δει κανείς ένα τέτοιο «κλαμπ» και θα κατάλαβει: ούτε οθόνες για να βλέπουν τους αγώνες όλοι παρέα, ούτε εντευκτήριο για να πιεις ένα καφέ με τους «ομοϊδεάτες» σου, ούτε καν αναμηνηστικά για όσους θέλουν να αγοράσουν κάτι τέτοιο. Με τις εφόδους της αστυνομίας επιβεβαιώθηκε ότι στους περισσότερους συνδέσμους το μόνο σίγουρο είναι ότι θα βρει κανείς εισιτήρια για τις «άγριες» θύρες σε χαμηλές τιμές (αλλά με «καπέλο» για να βγάλουν και κάτι οι λεβέντες που κάνουν κουμάντο), πολεμοφόδια για τις καλές στιγμές και ναρκωτικά. Ενιότε, μπορεί να βρει και διάφορους «ακραίους» που βρίσκουν έδαφος και πρόθυμους συντρόφους για να βγάλουν τα κόμπλεξ τους. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι γράφονται σε έναν σύνδεσμο, έχουν τέτοιες βλέψεις ή συνήθειες – ας μην παρεξηγηθώ. Η ΠΑΕ Παναθηναϊκός έπαψε να αναγνωρίζει τους συνδέσμους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νέου νόμου καθώς και να τους προμηθεύει με εισιτήρια για να πηγαίνουν τα παληκάρια ομαδικώς να βλέπουν το ματς – και στην πορεία να σπάνε τρένα, να δέρνουν «αντιπάλους», να τρομοκρατούν πολίτες και να καίνε και κανένα γήπεδο εν μέσω ύβρεων και άλλων χαριτωμένων ενεργειών. Αποτέλεσμα: δεν πάνε στο γήπεδο! Φυσικά, και επειδή στην Ελλάδα τα ευήκοα ώτα για τέτοιες σαχλαμάρες αφθονούν, η διαμαρτυρία των οργανωμένων επικεντρώνεται στην απαραίτητη για την αγορά εισιτηρίου κατάθεση των στοιχείων ταυτότητας: η ΠΑΕ μας φακελώνει και λοιπά γραφικά! Άλλωστε, όπως είναι εδώ και χρόνια γνωστό, ο οπαδός έχει δικαίωμα να τα σπάει και να δέρνει αν η ομάδα δεν πάει καλά ενώ είναι αυτονόητο ότι οι ύβρεις είναι πλέον έως και απαραίτητες. Αυτά, όμως, είναι εφικτά μόνο όταν συγκροτούνται οργανωμένες ομάδες υβριστών, εμπρηστών και βιαιοπραγούντων: φανταστείτε έναν κακομοίρη να βρίζει μόνος του ή να προσπαθεί να πετύχει τον αντίπαλο ποδοσφαιριστή με ένα και μοναδικό κέρμα. Οι δε τσαμπουκάδες στα τρένα και τις πλατείες αποκλείονται, καθότι χωρίς εισιτήρια και «καπέλα» οι σύνδεσμοι θα εξαφανιστούν. Τέρμα και τα ναρκωτικά στην υγειά των κορόιδων επίσης. Επιμένει κανείς στα σοβαρά ότι όλοι αυτοί είναι φίλαθλοι; Για να το πω στη γλώσσα του γηπέδου: όποιος γουστάρει να δει βάζελο παίρνει το εισιτηριάκι του και πάει γήπεδο. Όποιος γουστάρει φασαρίες, θα πρέπει, απλά, να πάει αλλού – μόνο που εκεί πιθανότατα δε θα προστατεύεται ούτε από την ανωνυμία ούτε από την ιδιότυπη υποκουλτούρα του γηπέδου.

Πλαίσιο Computers ή «Οι αναξιόπιστοι»

28 Σεπτεμβρίου 2007

Για πρώτη φορά λέω να χρησιμοποιήσω το Συνιστολόγιο ως όργανο διαμαρτυρίας. Έτσι, για να εκτονωθώ ρε παιδί μου…Και γιατί το δίκιο είναι με το μέρος μου, οπότε δεν έχω να φοβηθώ τίποτε. Άλλωστε, η περιγραφή της εμπειρίας μου μπορεί να αντιστοιχεί στις εμπειρίες άλλων πολλών. Και μπορεί –έστω ξώφαλτσα- να βοηθήσει κάπως στο ταρακούνημα διαδεδομένων ψευδών πεποιθήσεων για την εταιρεία Plaisio Computers

Παρήγγειλα τη Δευτέρα που μας πέρασε έναν εκτυπωτή μέσω Internet. H Plaisio Computers έχει μια εντυπωσιακή σελίδα στο διαδίκτυο, όπου σε πληροφορεί ότι για παραγγελίες άνω των 45 ευρώ, γίνεται δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα. Και δεν μένει εκεί…Σου εξηγεί με ακρίβεια ότι υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί τρόποι πληρωμής στη διάθεση του αγοραστή και ότι το maximum αναμονής του παραγγελθέντος προϊόντος για τους κατοίκους πρωτεύουσας νομού στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι δύο ημέρες. Μάλιστα στη σελίδα δίδεται και το ακόλουθο παράδειγμα:

 «Για παράδειγμα, εαν βρίσκεστε σε Πρωτεύουσα Νομού και παραγγείλετε έως τις 15:00 την Τρίτη θα παραλάβετε την Πέμπτη ενώ στις υπόλοιπες περιοχές θα παραλάβετε την Παρασκευή.»

Εδώ αρχίζει η προσωπική μου εμπειρία: Παρήγγειλα τη Δευτέρα στις 14:15 μέσω διαδικτύου. Το απόγευμα της Τρίτης μου στείλανε email, ενημερώνοντάς με ότι «υπάρχει κάποιο θέμα με την παραγγελία μου και να επικοινωνήσω τηλεφωνικά μαζί τους». Επικοινώνησα άμεσα μαζί τους. Με ανάγκασαν να αλλάξω τον τρόπο πληρωμής (από αντικαταβολή να τον κάνω πιστωτική κάρτα, γιατί –λέει- έπρεπε να γίνει προεξόφληση της μεταφορικής επειδή το αντικείμενο που παρήγγειλα δεν μπορούσε να σταλεί με το ταχυδρομείο). Δυσφόρησα, γιατί πουθενά δεν υπήρχε στη σελίδα τους σχετικός όρος, αλλά συμφώνησα και έδωσα τα στοιχεία της πιστωτικής κάρτας μου. Κατόπιν, με ενημέρωσαν ότι η παραγγελία θα δοθεί στη μεταφορική την Τετάρτη και θα έρθει σε εμένα την Παρασκευή. Ξαναδυσφόρησα, γιατί ενώ η παραγγελία μου είχε γίνει Δευτέρα και έπρεπε να περιμένω να είναι εδώ μέχρι την Τετάρτη –ή βαριά, άντε την Πέμπτη!- ξαφνικά πήγαινε πιο μακριά η βαλίτσα. Δεν είπα όμως και πάλι τίποτε και δέχτηκα να παραλάβω Παρασκευή. Και εκεί τέλειωσε η αρχική επικοινωνία μου με το Πλαίσιο…

Σήμερα, περίμενα απ΄το πρωί τον εκτυπωτή μου. Έχω να τυπώσω αρκετά πράγματα. Αυτός δεν ήρθε ποτέ. Επικοινώνησα πριν από πέντε λεπτά με την Plaisio Computers. Με στήσανε στο τηλέφωνο (χωρίς χρέωση ευτυχώς) για πέντε λεπτά. Ξανατηλεφώνησα και μου απάντησε η ευγενέστατη Ρ.Κ. Της εξήγησα την όλη κατάσταση και ρώτησα πού είναι η παραγγελία μου. Μου απάντησε μετά από σύντομη αναζήτηση, ότι τελικώς ο εκτυπωτής μου θα βρίσκεται στις αποθήκες της μεταφορικής στην πρωτεύουσα νομού όπου βρίσκομαι, αύριο στις 7.30 το πρωί (όχι νωρίτερα). Και ότι επειδή η εν λόγω μεταφορική δεν παραδίδει Σάββατο, θα παραλάβω τον εκτυπωτή μου τη Δευτέρα…Μου πρότεινε όμως, να συνεννοηθώ αν θέλω με τη μεταφορική ο ίδιος, για να πάω αύριο το πρωί να παραλάβω ο ίδιος τον εκτυπωτή από τις αποθήκες της μεταφορικής… Μου πρότεινε δηλαδή ενώ παρήγγειλα εκτυπωτή για να μου έρθει στο σπίτι την Τετάρτη ή Πέμπτη, να πάω τα χαράματα του Σαββάτου ο ίδιος να τον πάρω από κάποιες αποθήκες…Μολών Λαβέ δηλαδή, ένα πράγμα η Plaisio Computers!

Αύριο φεύγω ταξίδι στις 7 το πρωί. Οπότε, ο εκτυπωτής θα μου παραδοθεί τελικώς τη Δευτέρα. Θα έχουν γίνει όλα διαφορετικά απ’ ό,τι μου υποσχέθηκε η Plaisio Computers. Έχει αλλάξει ο τρόπος πληρωμής, που υποτίθεται, ήταν στη διάθεσή μου. Έχει αλλάξει και ο χρόνος παράδοσης και μάλιστα δύο φορές: Από Τετάρτη σε Παρασκευή και από Παρασκευή σε Δευτέρα. Έχει αλλάξει και ο τρόπος παράδοσης ουσιαστικά: «Αν τον θέλεις στην ώρα του ktsynistologe, πήγαινε πάρ’τον μόνος σου!» Εμείς, θα στον φέρουμε όποτε γουστάρουμε!

Υγ. Ο διευθυντής του τμήματος παραγγελιών της Plaisio Computers για την ηπειρωτική Ελλάδα, μπορεί να είναι ένας καλός άνθρωπος. Αλλά με καλούς ανθρώπους (μόνο) δεν πάει μπροστά μια εταιρεία. Πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να είναι και αξιόπιστοι…

Εν αμφιβολία

10 Σεπτεμβρίου 2007

Σήμερα έφερα στο νου μου το στοχασμό αρ.CVIII από το έργο του Ιταλού ποιητή Giakomo Leopardi «Σκέψεις» (μτφρ. Δ.Κούρτοβικ, εκδόσεις Opera 1993):

«Όσο οι άνθρωποι είναι ανώριμοι, πασκίζουν να φαίνονται ολοκληρωμένοι, και όταν ολοκληρωθούν, κάνουν ό,τι μπορούν για να φαίνονται ανώριμοι. Ο Όλιβερ Γκόλντσμιθ, συγγραφέας του μυθιστορήματος Ο εφημέριος του Γουέικφιλντ, αφαίρεσε από το επισκεπτήριό του, όταν έγινε σαράντα χρόνων, τον τίτλο του διδάκτορα – γιατί αυτή η επίδειξη σοβαρότητας, που του ήταν προσφιλής στα νιάτα του, του είχε γίνει πια απωθητική.»

Αναρωτιέμαι πόσοι διδάκτορες στα 40 τους έχουν κάνει σκέψεις και πράξεις παρόμοιες με αυτή του εικονιζομένου Goldsmith. Αν κρίνω από Έλληνες που πασχίζουν να ολοκληρώσουν διδακτορικά στα 50 τους (και βάλε!), φοβούμαι ότι η απήχηση του διδάγματος του στοχασμού του Leopardi σε κάποιους είναι μηδαμινή…

Αναρωτιέμαι, όμως και κάτι ακόμη: πόσοι υποψήφιοι διδάκτορες έχουν κάνει παρόμοιες σκέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι, όταν πια αποκτήσουν τον πολυπόθητο τίτλο που με τόσο κόπο κυνηγάνε και για τον οποίο τόσες θυσίες έχουν κάνει. Αν έρχονται στιγμές που αμφισβητούν την αξία της προσπάθειάς τους σε βαθμό τέτοιον, που να κινδυνεύουν να την εγκαταλείψουν. Αν τους σώζει τελικά από την παραίτηση, η ορμητική (όσο και ανώριμη) νεανική φιλοδοξία…

Κι έτσι, αμφιβάλλω… Πρέπει ένας νεαρός υποψήφιος διδακτορικού ή οποιουδήποτε σχετικού τίτλου να κάνει τέτοιες σκέψεις; Πρέπει να αφαιρεί τις παρωπίδες της καθημερινής του προσπάθειας και να συλλαμβάνει το μάταιό της; Ή μήπως πρέπει να ζει διαρκώς με αυτές τις παρωπίδες, να ξυπνά και να κοιμάται στο πάθος του αγώνα του, επιζητώντας τη διάκριση σαν να πρόκειται για το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο και πιστεύοντας απόλυτα στην καταξίωση ή τη γνώση που αυτή θα του προσφέρει;

Κάπου θα υπάρχει και δω κρυμμένο, ένα σωτήριο in dubio pro___! Παρακαλείται όποιος το βρει να το καταθέσει…

Χρόνια Πολλά!

28 Δεκεμβρίου 2006

Χρόνια Πολλά και Ευτυχές το Νέον Έτος!

Και πάντα με ελευθερία επιλογής του παραμυθιού που κάνει τα μικρά και μεγάλα παιδιά ευτυχισμένα…

(Το επ’ εμοί, ψηφίζω τον αληθινό Αϊ Βασίλη και όχι το φτηνό ερυθροχίτωνο υποκατάστατο!).

Προγραμματική δήλωση

17 Σεπτεμβρίου 2006

Το Συνιστολόγιο αποτελεί διαδικτυακό περιοδικό έκφρασης ιδεών σε ζητήματα πολιτικά, κοινωνικά, νομικά, οικονομικά, φιλοσοφικά, λογοτεχνικά.