Archive for the ‘Γλωσσικά’ Category

Ορθογραφικά

12 Μαρτίου 2008

Όποιος με έχει διαβάσει έστω και μία φορά, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να θυμάται όχι τις ιδέες και τις απόψεις μου, όσο την, ας πούμε ιδιόρρυθμη, ορθογραφία μου. Ο λόγος για αυτήν την υπεροχή της μορφής έναντι του περιεχομένου είναι όχι μόνο τα ελαττώματα του περιεχομένου, αλλά και ότι ακολουθώ μια αυστηρή ιστορική ορθογραφία, κατά βάσιν ίδια με αυτήν την απλής καθαρεύουσας που ίσχυε μέχρι την ράλλεια ορθογραφική μεταρρύθμιση, την οποία προφανώς δεν αποδέχομαι.

Στο άρθρο αυτό όμως δεν θέλω να αυτοδιαφημιστώ ούτε να προπαγανδίσω τα κάλλη των υπογεγραμμένων, αλλά να εκθέσω κάποιες ορθογραφικές απορίες μου, με την ελπίδα ότι κάποιος εγκρατέστερος χριστιανός θα βρεθῄ για να τις λύσῃ.

– Πώς ορθογραφείται το απαρέμφατο του αορίστου, με το οποίο σχηματίζονται οι συντελεσμένοι χρόνοι; Η κρατική δημοτική τα ορθογραφεί όλα ισοπεδωτικά σε -ει, αλλά ετυμολογικά δεν δικαιολογείται αυτό. Κάποια προέρχονται όντως από απαρέμφατα μελλοντικά σε -σειν, άλλα όμως προήλθαν από απαρέμφατα παθητικού αορίστου, γιαυτό νομίζω ότι πρέπει να ορθογραφούνται ανάλογα. Άρα: έχω αγαπήσει, έχω φιλήσει, αλλά έχω αγαπηθή, έχω φιληθή. Η διαφοροποίηση αυτή αντικατοπτρίζει, αν δεν κάνω λάθος, ακριβέστερα το ιστορικό έτυμο. Μέχρι τώρα δεν ακολουθούσα αυτόν τον κανόνα, αλλά θα αλλάξω μάλλον στο εξής γραμμή πλεύσης.

– Πώς ορθογραφείται ο μέλλοντας; Η λύση που έχω επιλέξει εγώ είναι η πιο αυστηρή και ιστορικά συνεπής. Συγκεκριμένα, γράφω π.χ. θα γράψῃ, γιατί η συνεκφορά προέρχεται ιστορικώς από μια συντετμημένη τελική πρόταση, του τύπου ήθελε ίνα γράψῃ – ήθελε γράψῃ. Η λύση αυτή ξενίζει όμως οπτικά και, το κυριώτερο, παραπέμπει σε άλλη έγκλιση, την υποτακτική αντί της οριστικής. Εξάλλου, έχει ως αποτέλεσμα ότι γράφονται διαφορετικά ομόηχοι (για τον Νεοέλληνα ομιλητή) μελλοντικοί τύποι της αρχαίας και της νέας, πράγμα που είναι και αυτό κάπως απρόσμενο. Ίσως η αναλογία θα δικαιολογούσε εδώ την απόκλιση από την ιστορική ορθογραφική ορθοδοξία. Προβληματίζομαι.

– Πώς ορθογραφούνται οι αναφορικοϋποθετικές προτάσεις; Εξαρτάται κατ’ εμέ από την έγκλισή τους, άρα από τον υποθετικό λόγο στον οποίο αντιστοιχούν. Λαμπρά, άρα: «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται» = «Αν κάποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», γιατί δεν εκφράζει το προσδοκώμενο, αλλά το πραγματικό, ενῴ το «Όποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» = «Αν κάποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» εκφράζει το προσδοκώμενο και ορθογραφείται αναλόγως. Διακρίνω λοιπόν διαφορά στο νόημα ανάμεσα στο «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», που μας λέει ότι κάποιος όντως μυγιάζεται από την στιγμή που πράγματι έχει την μύγα, και στο «Όποιος έχῃ την μύγα, μυγιάζεται», που ισοδυναμεί με το «Κάθε φορά που κάποιος έχῃ τυχόν την μύγα, μυγιάζεται».

– Πώς ορθογραφούνται οι δευτερεύουσες προτάσεις με αν/όταν/αν και/και αν, δηλαδή οι υποθετικές προτάσεις και συναφώς οι εναντιωματικές και παραχωρητικές; Το πρόβλημα εδώ είναι ότι στην νεοελληνική υπάρχει μόνο το αν ως εισαγωγικός σύνδεσμος, ενῴ έχει χαθεί το ει, οπότε μπορώ είτε να ορθογραφήσω τα πάντα με υποτακτική, επειδή το αν συντάσσεται πάντα με υποτακτική, είτε να διακρίνω την ουσία του νοήματος και να ορθογραφώ ανάλογα με τον υποθετικό λόγο, ανάλογα με το περιεχόμενο δηλαδή και όχι την μορφή. Αυτό μου φαίνεται πιο σωστό, αν και δεν το έχω ακολουθήσει ως τώρα.

– Συναφής απορία: πώς θα ορθογραφηθούν οι πλάγιες ερωτήσεις που εισάγονται με αν; Ως τώρα τις έγραφα όλες ανεξαιρέτως με υποτακτική, αλλά μάλλον δεν είναι σωστό αυτό: το νόημά τους εκφράζει πιο συχνά το πραγματικό, αντιστοιχούν δηλαδή σε ευθείες ερωτήσεις κρίσεως, οπότε η οριστική ενδείκνυται.

Αυτά τα ολίγα. Ισοσ βεβεα θα επρεπε να ακολυθισο τιν πιο δραστικι λισι κε να ξεbερδεβο με τισ πολεσ πολεσ πολιτελιεσ!


Advertisements

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, αλλά και σλαβομακεδονική, πομακική κ.λπ.

11 Αυγούστου 2007

(Μεσούσης της θερινής ραστώνης, αναδημοσιεύω εδώ ένα παλαιότερο άρθρο μου από εδώ∙ όχι πως έχει αλλάξει και τίποτα βέβαια στην επίσημη γλωσσική πολιτική).

Στην πατρίδα μας ομιλούνται παραδοσιακά, πλην της σαρωτικώς επικρατούσας ελληνικής, και κάποιες άλλες γλώσσες. Αυτές είναι λίγο πολύ οι εξής:

Η αρβανιτική, νοτιοαλβανική τοσκική διάλεκτος.

Η αρωμουνική, κλάδος της χυδαίας βαλκανικής υστερολατινικής, ξαδερφάκι της ρουμανικής (κατά την ορθότερη άποψη).

Η τουρκική, αλταϊκή μη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.

Η αθιγγανική, ινδική γλώσσα.

Η ισπανοεβραϊκή, η γλώσσα των Εβραίων της βόρειας κυρίως Ελλάδας.

Η πομακική γλώσσα/διάλεκτος, συγγενής έως συγγενεστάτη της βουλγαρικής.

Η σλαβομακεδονική γλώσσα/διάλεκτος, ομοίως ως ανωτέρω.

Εκτός από αυτές τις μη ελληνικές γλώσσες ομιλούνται και δύο παραμελημένοι ελληνικοί γλωσσικοί θησαυροί:

Η τσακωνική γλώσσα/διάλεκτος, συγγενής της αρχαίας δωρικής.

Η ποντιακή γλώσσα/διάλεκτος.

Δυό διευκρινίσεις είναι απαραίτητες:

Ως γνωστόν, είναι συχνότατα πολύ δύσκολο να διακριθῄ η γλώσσα από την διάλεκτο. Επειδή το θέμα είναι και πολιτικό, τείνω να υιοθετήσω το σαφές πραγματιστικό κριτήριο «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με δικό της στρατό, ναυτικό [τέλος πάντων, αυτό μπορεί να λείπῃ] και αεροπορία» αντί του επιστημονικώτερου της αμοιβαίας κατανόησης. Βάσει αυτού, η σλαβομακεδονική είναι γλώσσα, η πομακική όχι, η τσακωνική όχι, η ποντιακή όχι.

Δεύτερον: αναφέρομαι εδώ στις, ας πούμε, ιστορικές γλώσσες και διαλέκτους του ελληνικού χώρου, σε γλωσσικά μορφώματα δηλαδή που χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες στον γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας. Αυτό έχει δύο προβλήματα: αδικεί όσες γλώσσες δεν πρόλαβαν ή δεν είχαν την τύχη να επιζήσουν μέχρι τις μέρες μας και όσες δεν πρόλαβαν να παλιώσουν. Τα ηθικά και νομικά προβλήματα που αναφύονται σχετικώς είναι πολύ ενδιαφέροντα, αλλά χάριν ευκολίας και συντομίας θα τα παραβλέψω.

(Τα όσα ακολουθούν δεν αφοράνε βασικά την τουρκική, επειδή αυτή προστατεύεται από την συνθήκη της Λωζάννης).

Στο παρελθόν τα γλωσσικά δικαιώματα προβάλλονταν πάντα ως συλλογικά. Η μειονότητα, συνήθως όχι μόνο γλωσσική, αλλά ταυτόχρονα και εθνική, διεκδικούσε συμπαγώς για όλα τα μέλη της κάποια προνόμια. Αυτό γινόταν με την συμπαράσταση κάποιου ενδιαφερόμενου άλλου έθνους, που ως οιονεί νταβατζής αντιπροσώπευε/υποστήριζε/ενίοτε εξέδιδε την πολύπαθη μειονότητα. Τα μέλη της μειονότητας δεν ερωτώντο: εάν κέρδιζαν το σχετικό προνόμιο, υποχρεούντο να διδαχθούν την γλώσσα. Αν η έξωθεν ασκούμενη πολιτική πίεση δεν ήταν αρκετή, δεν είχαν καμία τύχη να διεκδικήσουν ως άτομα κάποια γλωσσικά δικαιώματα.

Αυτά τελείωσαν όμως.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας πρέπει να θέσουμε πλέον τον κάθε άνθρωπο και την σχέση του προς την έννομη τάξη. Υπό αυτό το πρίσμα είναι ευχερώς κατανοητό ότι η μητρική γλώσσα είναι τόσο σημαντική για την ζωή μας, τόσο σπουδαίο τμήμα της προσωπικότητάς μας, ώστε το κράτος οφείλει να την σέβεται, αν όχι και να την προωθῄ. Τα γλωσσικά δικαιώματα δεν είναι προνόμια που μπορούν να απολαμβάνουν μόνο όσοι έχουν τις πλάτες κάποιου ισχυρού έθνους, αλλά ανθρώπινα δικαιώματα, που επιτρέπουν σε όσους δεν μιλούν την επικρατούσα γλώσσα να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική ζωή και να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητα τους. Την αποσύνδεση του κράτους από την επικρατούσα θρησκεία πρέπει να ακολουθήσῃ και η, στο μέτρο του εφικτού, αποσύνδεσή του από την επικρατούσα γλώσσα.

Προτείνω μετά ταύτα τα εξής:

Δίγλωσση αναγραφή των δημοσίων πινακίδων όπου αυτό εγκριθῄ από την τοπική κοινωνία, ει δυνατόν με τοπικά δημοψηφίσματα. Όπως μας κακοφαίνεται εμάς η Πρίγκηπος να αναφέρεται ως Μπουγιούκ-Αντά, άλλο τόσο είναι άσχημο το Αμύνταιο να μην είναι και Σόροβιτς. Είναι η γνωστή η ιστορία με τα μέλη του Ουράνιου Τόξου που, επειδή τόλμησαν να γράψουν «Λέριν» αντί για Φλώρινα στην πινακίδα των γραφείων τους, υπέστησαν την επιδρομή του εθνικόφρονος όχλου και τελικά καταδικάστηκαν οι ίδιοι με το απαράδεκτο άρθρο 192 ΠΚ για δημόσια πρόκληση ή διέγερση των πολιτών σε βιαιοπραγίες ή σε αμοιβαία διχόνοια. Αυτά είναι ντροπιαστικά για όλους μας.

Δημιουργία, στο μέτρο του δυνατού, πανεπιστημιακών τμημάτων διδασκαλίας των σχετικών γλωσσών. Είναι κρίμα (και ελάχιστα συμφέρον) η Αρωμουνική γλώσσα να διδάσκεται από ανθρώπους που πιστεύουν ότι οι Αρωμούνοι δεν είναι Έλληνες μακριά από τους ανθρώπους που την μιλούνε. Όμως και επιστημονικά και πολιτικά είναι ωφέλιμο και συναρπαστικό να καταγραφούν γλώσσες που δεν έχουν ακόμη αλφάβητο ή είναι εντελώς άγνωστες στον επιστημονικό κόσμο.

Μεσοπρόθεσμα και όχι απαραίτητα με τον όρο της αμοιβαιότητας, όπου αυτός είναι νοητός, διδασκαλία των μειονοτικών γλωσσών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως μάθημα επιλογής. Η επιλογή των σχολείων όπου θα συμβῄ αυτό θα γίνῃ με αποφάσεις των ιδίων των ενδιαφερομένων, το δε μάθημα δεν πρέπει να είναι υποχρεωτικό, γιατί σκοπός δεν είναι η δημιουργία διά της βίας ενός γλωσσολογικού μουσείου, αλλά η διάσωση και η καλλιέργεια εκείνων των γλωσσών οι ομιλητές των οποίων θέλουν να τις σώσουν. Κανείς δεν πρέπει να υποχρεωθῄ να νοιώθῃ μειονότητα μέσα στην ίδια του την πατρίδα.

Σε ένα πιο μακρινό μέλλον θα ήταν ευχής έργον να μπορῄ ο πολίτης να απευθύνεται στην διοίκηση στην μητρική του γλώσσα και να αξιώνῃ απάντηση επίσης σε αυτήν (υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αυτό σε κάποιο βαθμό συμβαίνει ήδη στην ποινική διαδικασία). Η αναγνώριση όμως ενός τέτοιου (ανθρώπινου;) δικαιώματος προσκρούει για την ώρα, εκτός από τις γνωστές πολιτικές, και σε σοβαρές οικονομικοτεχνικές δυσχέρειες.

Καινούργιες λέξεις ΙΙΙ

20 Ιουλίου 2007

(Μερικές από τις αστείες λέξεις που ακολουθούν θα μπορούσαν να ενοχλήσουν όσους θεωρούν αισχρά τα ανθρώπινα, οπότε ας μην συνεχίσουν)

Οι απαγορευμένες

Θελξίπεος: Ο θελξίπεος είναι ο (αρσενικοσεξιστικός) σέξυ! Όπως λέμε π.χ., «θελξίπεος κι όποιος αντέξει», «θελξίπεο χαμόγελο» κ.τ.τ.

Τερψίπεος: Ούτε εδώ χρειάζονται πολλές πολλές εξηγήσεις. Ενδιαφέρων ο χιαστός συσχετισμός με το επίθετο τερψιλαρύγγιος: υπάρχουν τερψίπεοι λάρυγγες και τερψιλαρύγγια πέη.

Εύστηθος: Εύστηθη είναι προφανώς μια γυναίκα με όμορφο στήθος. Το αντίθετο θα ήταν υποθέτω δύσστηθη, μια γυναίκα με ανύπαρκτο ή πεσμένο στήθος, κάτι σαν δύστυχη δηλαδή.

Φαινοπυγίς: Εντάξει, αυτή δεν είναι ακριβώς δικιά μου, στα λεξικά υπάρχει η φαινομηρίς, ανάλαφρο καλοκαιρινό ένδυμα που άφηνε τον μηρό να φανῄ. Η φαινοπυγίς των ημερών μας προχωρεί ένα βήμα παραπέρα, όπως το μπραζίλιαν π.χ., επιβεβαιώνοντας την ανωτερότητα των πολιτισμών της νεωτερικότητας.

Δεξοπυγίς: Δεξοπυγίς υποθέτω ότι είναι η γυναίκα που δέχεται από την πυγή. Το πρώτο στάδιο της δεξοπυγίδος είναι ασφαλώς η σεισοπυγίς.

Πεοσθενής: Εκείνος του οποίου σθένει το πέος, ο γαμίκουλας ας πούμε (Την λέξη έφτειαξε ο φίλος μου Α.Κ. και μου την χάρισε για δώρο γάμου. Τον ευχαριστώ πολύ!).

Στυτός: Ο έχων στύση, ο έγκαυλος, ο καυλωμένος. Το αντίθετο, ο έχων χάλαση, ο τσουτσουρρίος, είναι ο απόστυτος.

Κατατετιλμένη: Ιδίως στο θηλυκό της απαντᾴ η μετοχή παθητικού παρακειμένου του κατατίλλω = αποτριχώνω, σουρομαδάω. Κατατετιλμένη είναι όποια έχει κάνει μπραζίλιαν γουάξ ας πούμε.

Οι παρετυμολογημένες

Καρπούζι: Πρόκειται για γνησία αρχαία ελληνική οπώρα, η οποία έθελξε και τους τουρκεστανούς εισβολείς, εξού και το τουρκοπρεπές γλωσσικό ένδυμα. Προέρχεται από την λέξη «καρπός», η οποία δόθηκε στο συγκεκριμένο λαχανικό εμφατικώς χάριν του μεγέθους του, καθώς επρόκειτο για τον κατεξοχήν «καρπό» του κλασσικού περιβολιού. Στους ελληνιστικούς χρόνους ο «καρπός» ακολούθησε το γενικώτερο ρεύμα της εποχής και υποκορίστηκε, η κατάληξη -διον όμως συνάφθηκε απευθείας στην ονομαστική και όχι στο θέμα του ονόματος, σε μια από τις συνηθισμένες για την εποχή γλωσσοπλαστικές ιδιοτροπίες. Το «καρπόσδιον» έγινε, όπως αναμενόμενο, «καρπόζιον» με απλοποίηση του συμπλέγματος -σδ- σε -ζ- και, ακολούθως, «καρπούζιον» με αναπληρωτική έκταση του -ο- σε -ου-. Από εκεί ο δρόμος μέχρι το «καρπούζι» της κοινής νεοελληνικής ήταν εύκολος.

Αεικήντο: Η λέξη αναφέρεται σε μια αρχαιοελληνική μορφή όχι μόνο πολεμικής τέχνης, αλλά και γενικώτερου τρόπου ζωής. Προέρχεται από την σύμφυρση των λέξεων «άγε κήδου» ως οιονεί συνθήματος και σύνοψης του βίου που ευαγγελιζόταν το αεικήντο. Αποτελεί παρότρυνση στον νέο μαθητή της φιλοσοφίας να σκάψῃ ένδον και να φροντίσῃ τον ψυχικό και πνευματικό του κόσμο, ως προϋπόθεση της βαθύτερης μύησής του. Από την Ελλάδα η αρχή «άγε κήδου» ταξίδεψε στις ημιβάρβαρες ιαπωνικές νήσους, από όπου νεωστί επανέκαμψε οίκαδε.

Και μία σοβαρή

Νηψιαλγία: Είναι το άλγος που προκαλείται από την νήψη, ο πόνος και η κακή διάθεση που δημιουργεί το ξενέρωμα και η επάνοδος στην νηφαλιότητα, σε απλά νεοελληνικά το χανγκ-όβερ.

Αυτά!

Siezen Sie mich nicht bitte! Ή: Γιατί δεν είμαι κύριος…

25 Ιανουαρίου 2007

Ένα από τα κληροδοτήματα του γαλλοτραφούς καθωσπρεπισμού του 19ου αιώνα στην γλώσσα μας είναι και ο πληθυντικός ο λεγόμενος ευγενείας και η περίπου παρομαρτούσα προσφώνηση ευγενείας κύριε/κυρία/δεσποινίς. Έχω καταγράψει κάποιους από τους λόγους για τους οποίους απεχθάνομαι όλες αυτές τις τυπικότητες:

– Καθαρά γλωσσικά ο πληθυντικός ευγενείας δημιουργεί σολοικισμούς. Αν μου πουν π.χ. «στενοχωρημένο σας βλέπω σήμερα, κύριε Αναγνωστόπουλε», η μετοχή που κατηγορείται στο αντικείμενο συμφωνεί μαζί της μόνο κατά πτώση και γένος, όχι όμως και κατά τον αριθμό, ως έδει. Η ανωμαλία αυτή αποδεικνύει ότι ο πληθυντικός ευγενείας δεν έχει χωνευθεί στην ελληνική γλώσσα, αλλά παρέμεινε ένα εξ εσπερίας ψιμύθιο της εποχής, όπως τα χειρόκτια και τα μονύελα. Καιρός να πάῃ να τα συναντήσῃ λοιπόν.

– Κοινωνικά και πολιτικά ο πληθυντικός ευγενείας τείνει να διαχωρίζῃ τους ανθρώπους, να υπογραμμίζῃ την ταξική τους διαστρωμάτωση, να υπενθυμίζῃ την οικονομική διαφορά ή το μορφωτικό χάσμα, να δίνῃ αφορμή σε σχόλια του τύπου «σας παρακαλώ, κύριε, δεν γνωριζόμαστε κι απ’ τον στρατό!». Χέρι χέρι με το αδερφάκι του, την προσφώνηση «κύριε/κυρία», χωρίζει τους ανθρώπους σε κυρίους και δούλους, άξιους του σεβασμού και της τυπολατρικής ευγένειας και ανάξιους της ισότιμης κοινωνικής αναγνώρισης. Δεν ενώνει, αποξενώνει και απομακρύνει. Δεν δείχνει αγάπη, κοινωνία, ευθύτητα, αλλά απόσταση, έλεγχο, δισταγμό.

– Είναι ανελλήνιστος. Αυτό από μόνο του δεν πειράζει, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως αντιτίθεται σε μια μακρά παράδοση αιώνων, την οποία νιώθω πολύ περισσότερο δικιά μου (χωρίς να αποκλείω για άλλους να ισχύῃ το αντίστροφο). Με αυτό θέλω να πω ότι εντάχθηκε εξωτερικά στην ελληνική γλωσσική παράδοση και σημάδια αυτής της άνωθεν και όχι βιωμένης επιβολής είναι οφθαλμοφανώς ορατά. Όταν στην ελληνική (και όχι μόνο βέβαια) θρησκευτικότητα ο πιστός απευθύνεται στον Θεό με το «ελέησον», είναι τοὐλάχιστον κωμικό να απευθύνεται στον παππά με το «σεις και με το σας» και άλλα σουσουδίστικα που δικαίως καυτηρίασε η λαϊκή παράδοση (όπως ακριβώς είναι παράλογο και ματαιόδοξο να ευλογήται ο Θεός ως Άγιος και να αποκαλήται ο Πατριάρχης Παναγιώτατος). Όταν στην κοσμική παράδοση ο αυτοκράτορας είναι ο κυρ-Μανουήλ ή ο κυρ-Αλέξιος, είναι υπερφίαλες οι προσφωνήσεις «κύριε καθηγητά», «κύριε γενικέ», «κύριε διευθυντά» και λοιπές τερψιώτιες. Στην ημέτερη παράδοση μάλιστα η τιμή προσνέμεται στον πάντα ισότιμο συμπολίτη με την προσφώνηση «του λόγου σου». Απευθυνόμαστε στον πλησίον ως Λόγο, ως λογικό ον, συνέταιρο στην πολιτική κοινωνίας μας κατά τον βαθμό της λογικότητάς του και όχι κατά την έκταση της εξουσίας και της ισχύος του.

Παρωνυχίδες ασφαλώς θα πῃ κανείς, ζουράρειες αναμασήσεις και ανεμομυλομαχίες, κατάλληλες για να γεμίσω ένα βαρετό χειμερινό απόγευμα στην Κολωνία.

Ίσως είναι καιρός όμως να πάψουμε να είμαστε κύριοι, υπονοώντας εκόντες άκοντες ότι κάποιοι άλλοι είναι δούλοι, σύντροφοι ή συνέλληνες (ακόμα και συνιστολόγοι!). Και να ξαναγίνουμε απλά ο Θανάσης ο Αναγνωστόπουλος, η μοναδική και ανεπανάληπτη στον χρόνο προσωπικότητα, την οποία σημαίνει το ακριβό όνομά μας.

Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω.

Καινούργιες λέξεις ΙΙ

20 Δεκεμβρίου 2006

Να και μερικές ακόμα καινούργιες λέξεις, δώρο χριστουγεννιάτικο στους αχόρταγους αναγνώστες μου!

Δωρεανίας

Εκ του δωρεάν προφανώς, ο τζαμπατζής, ο free-rider. Γενικά μου αρέσουν πολύ τα εις -ίας ουσιαστικά και ο δωρεανίας μου φαίνεται ωραία και λίγο αστεία λέξη!

Πυγοτόμος

Όχι πυγολαμπίς, όχι σεισοπυγίς, αλλά πυγοτόμος! Τι τέμνει την πυγή; Το στριγκάκι φυσικά!

Μεταβιβλίευση

Προσπαθώ να αποδώσω το bookcrossing, μια ωραία και ευγενή ενασχόληση διάδοσης βιβλίων, που ελπίζω να διαδοθῄ περιοσσότερο και παρ’ ημίν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ρήμα που να παράγεται από το «βιβλίο», οπότε πήρα την σχετική ελευθερία. Τα βιβλία που μεταβιβλιεύονται ταξιδεύουν, η λέξη επομένως θυμίζει κάτι από μεταφύτευση, μεταλαμπάδευση, δεν είναι κι άσχημη.

Ολβιστική

Λοιπόν, στα πιο σοβαρά τώρα: υπάρχει ένας πολύ ωραίος κλάδος της Οικονομικής, η λεγόμενη Οικονομική της Ευημερίας, η οποία ως κανονιστικός κλάδος ασκεί σε μένα τον πτωχό τῳ πνεύματι νομικό αδιαμφισβήτητη έλξη. Θα μπορούσε να αποδοθῄ περιεκτικώτερα αυτός ο κλάδος λοιπόν με κάποιο παράγωγο της λέξης «όλβος», η οποία στα αρχαία δηλώνει κυρίως τον υλικό πλούτο, αλλά όχι μόνο. Ανακάλυψα λοιπόν κάπου και ένα ρήμα «ολβίζω» και, ιδού, ολβιστική η επιστήμη, ολβιστικολόγος ο επιστήμων (εντάξει, αυτό το τελευταίο είναι λίγο δύσχρηστο…). Μπορούμε μάλιστα να διακρίνουμε ανάμεσα σε παραγωγική και διανεμητική ολβιστική.

Αυτά τα ολίγα…

Παίζοντας με τις καινούργιες μου λέξεις

20 Οκτωβρίου 2006

Kάποιοι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες. Γράφουν, τραγουδούν, ζωγραφίζουν, κινηματογραφούν. Τους ζηλεύω. Εμείς οι υπόλοιποι άμουσοι και ατάλαντοι, δηλαδή εγώ, παρηγοριέμαι φτειάχνοντας καινούργιες λέξεις, κυνηγώντας τις έννοιες στους ήχους, σχολαστικίζοντας την ευαισθησία μου. Αυτές είναι μερικές από τις ιστορίες τους.

Αμφικερδής/αμφιζήμιος

Εδώ ήθελα να αποδώσω την αγγλόφωνη έκφραση win/win και lose/lose situation (ίσως αυτές οι λέξεις να υπάρχουν ήδη, δεν το έχω ψάξει). Νομίζω ότι είναι καλή απόδοση, θα μπορούσε μάλιστα να καθιερωθῄ: ένα αμφιζήμιο δίλημμα, μια αμφικερδής προοπτική.

Μονονυχίς

Εάν κάτι που διαρκῄ όλη νύχτα είναι μια παννυχίς, τι είναι αυτό που διαρκεί μία και μόνη νύχτα; Ένα one-night stand φυσικά!

Πολιτειακός

Στα ελληνικά δεν υπάρχει λέξη ανάλογη του statesman, statista, Staatsmann κ.λπ. Πρόκειται (υποτίθεται) για έναν πολιτικό άνδρα ανώτερο των πολιτικών, κάποιον που βλέπει μακριά και προτάσσει το συμφέρον της πολιτείας από την μικροπολιτική. Αφού λοιπόν δεν είναι ένας απλός πολιτικός (ανήρ), ας είναι ένας πολιτειακός (ανήρ).

Αναπαραγωγός

Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια υπάρχει μια σειρά ευπώλητων γκάτζετ (άλλη λέξη και τούτη!), των οποίων η βασική λειτουργία συνίσταται στην αναπαραγωγή ήχου, εσχάτως και εικόνας. Όλα αυτά τα walkman, cd player, mp3 player κ.λπ. λοιπόν δεν είναι τίποτα άλλο από αναπαραγωγοί.

-φιλής

Η κατάληξη επιθέτων -φιλής μπορεί να χρησιμοποιηθῄ για να αποδώσῃ το αγγλόφωνο friendly σε χρήσεις όπως user friendly, gay friendly κ.τ.τ. Φυσικά αυτό θα μπορούσε να γίνῃ και με το φιλο-, αλλά το -φιλής για κάποιο μυστηριώδη λόγο μου φαίνεται καλύτερο. Ας είμαστε λοιπόν τολμηροί:

Χρηστοφιλής = Φιλικός προς τον χρήστη.

Ομοφιλής: Ομοφιλές εστιατόριο (δεν ξέρω τι είναι πιο αστείο, η ονομασία που του δίνω ή η ίδια η μόδα!).

Θρησκειοφιλής: π.χ. το αμυντικό κατ’ αρχήν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας περιλαμβάνει ως θετική του έκφανση την υιοθέτηση γενικής θρησκειοφιλούς πρακτικής εκ μέρους της πολιτείας.

Δι(α)-

Ως πρόθεμα αντιστοιχεί στο αγγλικό e– και χρησιμοποιείται με λέξεις που αναφέρονται στο διαδίκτυο. Έτσι σχηματίζουμε: διεμπόριο (ecommerce), διαμήνυμα (email) κ.λπ.

Ιστολογώ κ.λπ.

Στην γλωσσική οικογένεια του πολύ επιτυχημένου κατά την γνώμη μου «ιστολόγιον» ανήκουν ακόμη τα:

Ιστολογώ: διηγούμαι, σχολιάζω, αναφέρω σε ένα ιστολόγιο. Εύχρηστο και στην παθητική: π.χ. ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης δεν έχει ιστολογηθεί ακόμη από τους συνήθεις πολιτικούς σχολιαστές.

Αμφιστολογώ: ιστολογώ σε δύο αυτοτελή ιστολόγια.

Ιστολόγος: ο διαδικτυακός ημερολόγος.

Ανιστολόγητος: ο μη ιστολογημένος/ο μη δυνάμενος να ιστολογηθῄ.

Ιστολογητέος: αυτός που πρέπει να ιστολογηθῄ, π.χ. Διασκεφθώμεν επί του ιστολογητέου!

Τι να σημαίνῃ άραγε «συνιστολόγιο»;