Αρχείο Συγγραφέων

Ποιητική διερώτηση

22 Απριλίου 2008

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τί είναι εκείνο που τρέπει μια πεπερασμένη σειρά λέξεων σε ένα ποίημα. Oι νεότερες φιλοσοφικές ερμηνείες και προσεγγίσεις της ποιητικής (λ.χ. του Fish) ακούγονται ενδιαφέρουσες, ιδίως στον βαθμό που επικεντρώνουν στον ρόλο του αναγνώστη για την αναγνώριση ενός κειμένου ως ποιήματος. Κάποια παλιότερα διαβάσματά μου όμως, στάθηκαν καταλυτικά στην προσπάθειά μου να βρω απάντηση στο σχετικό ερώτημα.

Σ’ αυτά ανήκουν οι «Σημειώσεις για την τέχνη της ποίησης» του Ντύλαν Τόμας, που έτυχε να ξεφυλλίσω μικρός. Η απλότητα διατύπωσης, η διαύγεια και σαφήνεια των σκέψεων που εκφράζονται σ’αυτές τις σημειώσεις «ψυλλιάζουν» τον αναγνώστη για την αλήθεια τους… Αν και τις διάβασα παιδί διακινδυνεύω το στοίχημα, ότι θα γεράσω μ’ αυτές χωρίς να χρειαστεί ν’ αλλάξω ούτε μια γραμμή τους. Ακολουθώντας μέχρι σήμερα τον γνώμονα αυτών των σκέψεων έπραξα ως εξής:

Δέθηκα σφιχτά στο κατάρτι της προσωπικής μου αισθητικής, συναισθηματικής και λογοτεχνικής κρίσης, κλείνοντας πεισματικά τα αυτιά μου στις Σειρήνες του σύγχρονου ποιητικού συρμού, των πολυδιαφημισμένων συλλογών και βραβευμένων τετραδίων, των εκδοτικών οίκων με τους κατ’επάγγελμα ποιητές ή κριτικούς και των νομπελοφόρων ιερών τεράτων της ποίησης (αν κάποιον δεν τον πείθει η μεταφορά που μόλις χρησιμοποίησα, ας αντιστρέψει ελεύθερα τους όρους της: Δέχομαι ευχαρίστως ότι παρασύρθηκα από τις σειρήνες της προσωπικής μου αισθητικής κρίσης, αντί να δεθώ εκουσίως στο κατάρτι της «αναγνωρισμένης» ποίησης). Έσκυψα με αγάπη -αλλά και δέος- μπροστά στους στίχους φίλων μου, αναγνωρίζοντας σε κάποιους από αυτούς μια γλυκιά γλωσσική μουσική, υπεραρκετή για να θεωρήσω ότι συναναστρέφομαι αληθινούς ποιητές. Εκτίμησα την καλοδουλεμένη και αρμονική ομοιοκαταληξία των παλαιών ρομαντικών, που σήμερα έχει πια χαθεί κάτω από το άγριο κύμα που σήκωσε το υπερρεαλιστικό τσουνάμι, εκδικούμενο ίσως την υβριστική -αλλά και γνήσια καλλιτεχνική!- τελειομανία τους… Αδιαφόρησα πλήρως για την επιλογή σοβαρών θεματικών και έγραψα στίχους αποκλειστικά για τον σκύλο μου…

Παραθέτω μερικά από τα λόγια του Ντύλαν Τόμας που με ενέπνευσαν σε όλα τα παραπάνω, για χάρη των αναγνωστών του Συνιστολογίου:

(…) Διάβασε τα ποιήματα που σου αρέσει να διαβάζεις. Μη σε νοιάζει αν είναι σημαντικά ή αν θα επιζήσουν. Τί σημασία έχει, σε τελευταία ανάλυση, τί είναι Ποίηση; Αν θες έναν ορισμό, λέγε: «Ποίηση είναι αυτό που με κάνει να γελώ ή να κλαίω ή να χασμουριέμαι, αυτό που κάνει τα νύχια των ποδιών μου να τρεμουλιάζουν, αυτό που με κάνει να θέλω να πράξω αυτό ή εκείνο ή τίποτα» κι άσ’το έτσι. Αυτό που έχει σημασία στην Ποίηση, είναι η απόλαυσή της, όσο τραγική κι αν είναι. Αυτό που έχει σημασία είναι η αιώνια κίνηση πίσω της, το πελώριο βύθιο ρεύμα της ανθρώπινης λύπης, βλακείας, φιλοδοξίας, έξαρσης ή άγνοιας, οσοδήποτε ταπεινή κι αν είναι η πρόθεση του ποιήματος (…) Η χαρά και το έργο της Ποίησης είναι και ήταν το πανηγύρι του ανθρώπου, που είναι επίσης το πανηγύρι του Θεού.

Advertisements

Όλοι με τον Πίλαβο και μια μακαρονάδα!

19 Απριλίου 2008

Πριν από καιρό είχα αναρτήσει στην κατηγορία «Ηθικά» σύντομο post που αφορούσε υποψηφίους διδάκτορες. Εκεί συμμεριζόμουν την αμφιβολία γύρω από την σημασία της απόκτησης διδακτορικού τίτλου που είχε εκφράσει με ωραίο τρόπο σε έναν από τους Στοχασμούς του ο Ιταλός ποιητής Leopardi. Με την παρούσα ανάρτηση ολοκληρώνω τους συνιστολογικούς μου στοχασμούς γύρω από την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου.

Κάποτε συνάντησα τυχαία έναν Ακαδημαϊκό και παλαιό Καθηγητή Νομικής σε μια διάλεξη και πλησίασα για να τον γνωρίσω. Όταν του συστήθηκα ως υποψήφιος διδάκτωρ Νομικής και αφού ανταλλάξαμε μια δυο κουβέντες, μου είπε: «Σου εύχομαι καλή επιτυχία με την διατριβή σου. Αν και σήμερα, το διδακτορικό έχει πια χάσει την αξία του. Όλοι παίρνουν διδακτορικό αγαπητέ μου! Και όλοι γράφουν διδακτορικό. Δηλαδή: Όλοι με τον Πίλαβο, και μια μακαρονάδα!»…

Καταλαβαίνοντας ο Καθηγητής ότι δεν κατενόησα την τελευταία του πρόταση, μπήκε στον κόπο να μου την εξηγήσει. Μου είπε ότι ο «Πίλαβος» ήταν ένα πλοίο που –χρόνια πριν- έκανε το δρομολόγιο Πειραιάς-Ερμιόνη. Ο ιδιοκτήτης του, λοιπόν, προκειμένου να κάνει το συγκεκριμένο ταξίδι ελκυστικό στο επιβατικό κοινό και να αυξήσει τον κόσμο και το κέρδος, είχε μια φαεινή ιδέα: Εγκατέστησε στο πλοίο έναν σεφ και τον έβαλε να μαγειρεύει και να προσφέρει ένα πιάτο μακαρονάδας εν πλω στον καθέναν. Το σχετικό διαφημιστικό σλόγκαν ήταν εύλογο και αναμενόμενο: «Όλοι με τον Πίλαβο και μια μακαρονάδα!»

Η αναλογία του Πίλαβου, του καπετάνιου και της μακαρονάδας με το Πανεπιστήμιο, τους καθηγητές και το διδακτορικό μπορεί να αναπτυχθεί στις λεπτομέρειές της –δεν είναι όμως αυτό που με απασχολεί. Θα προχωρήσω καταγράφοντας και άλλα επεισόδια από την εμπειρία μου. Όλα έχουν ένα κοινό σημείο: Δείχνουν μια προϊούσα απαξίωση του διδακτορικού τίτλου μεσω του υπερπληθωρισμού διδακτόρων και της παροχής αρκετών «ευκολιών» για την εκπόνησή του. Αυτή πρέπει να πονάει όλους όσοι κουράστηκαν πραγματικά για να γράψουν ευσυνείδητα διατριβή.

Ένας συνομίληκος μου νομικός και πολυάσχολος σήμερα δικηγόρος με ρώτησε πριν από λίγον καιρό ανερυθρίαστα, ξέροντας ότι τελειώνω τη διατριβή μου: «Δεν μου λες ρε Κώστα; Πόσον ακριβώς χρόνο χρειάζομαι για να γράψω ένα διδακτορικό; Δεν έχω καιρό λόγω γραφείου να διαβάσω και πιέζομαι. Θέλω να μου πεις πόσες ώρες θα μου πάρει να το γράψω και σε πόσον καιρό θα το ολοκληρώσω. Πες μου όμως συγκεκριμένα πράγματα, όχι θεωρίες!». Ο γνωστός μου αυτός φαίνεται ότι έχει στο μυαλό του ένα είδος διδακτορο-χρονοχρέωσης, επηρεασμένος από το δικηγορικό περιβάλλον στο οποίο εργάζεται. Πρέπει όμως να καταλάβει ότι δουλειά και διδακτορικό δεν γίνονται μαζί (και όσοι δεν έχουν τα οικονομικά μέσα ή τον χρόνο να αφιερώσουν στη συγγραφή διατριβής βρίσκονται εξαρχής σε μειονεκτική θέση). Γιατί το διδακτορικό είναι από μόνο του μια πολύ σοβαρή δουλειά.

Ένας άλλος πάλι στενός φίλος μου, μου εξιστορούσε πρόσφατα την ιστορία ενός συγγενούς του (ας τον ονομάσουμε Χ) που είναι βαθιά μπλεγμένος σε κομματικά γρανάζια και έχει μεγαλεπήβολους πολιτικούς στόχους για το μέλλον: Ο Χ τρώγεται να κάνει ένα διδακτορικό στη Νομική, σχολή στην οποία μπήκε με αμφίβολες κατατακτήριες, γιατί –λέει- είναι απαραίτητο για μελλοντική πολιτική καριέρα: Προσδίδει status και κύρος. Και έτσι ο Χ, στα διαλείμματά από το καθάρισμα καρεκλών σε κομματικές συγκεντρώσεις και μολονότι τα χέρια του έχουν πονέσει από το χειροκρότημα, πιάνει τον υπολογιστή του και γράφει και πεντε-έξι αράδες στην διδακτορική διατριβή που ανέλαβε. Κάποτε μάλιστα, τον βοηθά σε αυτό και ο ιδίων φρονημάτων «επιβλέπων» Καθηγητής του. Αυτός προσβλέπει με την σειρά του σε προσωπικά οφέλη από την διαφαινόμενη πολιτική ισχύ του φοιτητοπατέρα υποψηφίου του. Και του υπόσχεται ότι θα τον «σπρώξει» στην τελική ευθεία απόκτησης του τίτλου, ακόμη κι αν οι αράδες που έγραψε είναι για πέταμα… «Έτσι γίνονται οι δουλειές σήμερα», λέει ο Χ στον φίλο μου –και ο τελευταίος μεταφέρει τα παραπάνω και σε μένα και ρωτάει: «Μήπως να γράψω κι εγώ καμιά διατριβή;»

Σε όλη αυτή την κατάσταση έρχονται να προστεθούν πολλοί ακόμη: Αιώνιοι υποψήφιοι διδάκτορες που ουδέποτε γράψανε έστω και μια γραμμή διατριβής αλλά παραμένουν (τιμής ένεκεν; ) γραμμένοι στην Σχολή μέχρι να τα καταφέρουν. Οι πιο επίμονοι από αυτούς θα βρουν –συνήθως μετά από χρόνια- την κατάλληλη ευκαιρία να αλλάξουν το αρχικό θέμα της διατριβής τους σε κάτι εύκολο ή τρέχον που τους απασχολεί στα δικηγορικά τους γραφεία και να ολοκληρώσουν τελικώς το διδακτορικό κάπου στα πενήντα τους. Αιώνοι ωρομίσθιοι μεταπτυχιακοί φοιτητές (ΩΜΦ) που δεν ντρέπονται να καρεκλοκενταυρίζουν στο Πανεπιστήμιο για δεκαετίες μολονότι τα λεφτά είναι αστεία, εμποδίζοντας νεότερους με διάθεση για δουλειά να προσφέρουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Οι αιώνιοι ΩΜΦ (θέμα που θα με απασχολήσει και σε άλλο Post) είναι ασφαλώς στην συντριπτική τους πλειονότητα υποψήφιοι διδάκτορες (ή αιώνιοι μεταπτυχιακοί πρώτου κύκλου): Γιατί μόνον με αυτό το τέχνασμα μπορούν να κρατούν τις θεσούλες τους διατηρώντας την γλυκιά ψευδαίσθηση ότι είναι και αυτοί «άνθρωποι του Πανεπιστημίου». Και, ασφαλώς, ουδείς εξ αυτών έχει σοβαρό σκοπό να γράψει διατριβή: Οι γυναίκες κάνουν συνήθως οικογένειες και ανατρέφουν παιδιά, οι άντρες μπλέκονται με τα επαγγελματικά και χώνονται βαθιά στην δικηγορία, η ζωή προχωράει και η διατριβή παραπέμπεται στις Καλένδες…

Οι κύριοι Καθηγητές σιωπούν απέναντι σε όλα αυτά…. Και όταν χτυπήσει την πόρτα τους κανείς για διδακτορικό, τον καλωσορίζουν ως άλλοι σεφ και του δίνουν κι αυτού την «μακαρονάδα» του. Μερικές φορές μάλιστα αδιαφορούν ακόμη και για την πιθανή σύμπτωση των θεμάτων με εκείνα που μόλις ανέλαβαν άλλοι. Αφήνουν τους υποψηφίους να ρουφούν ηδονικά το ίδιο μακαρόνι μέχρι να συγκρουστούν τα κεφάλια τους… Άλλοτε πάλι ο διδακτορικός τίτλος απαξιώνεται e contrario από εκείνους που θα μας έλεγαν το διαφημιστικό «Είμαι μακαρονάς, τί να κάνουμε;» και θα πέφτανε με τα μούτρα σε περισσότερες της μίας διατριβές….Στους τελευταίους βέβαια συγκαταλέγονται και φωτεινές εξαιρέσεις ή δυνατά μυαλά, που δεν μπορεί κανείς παρά να τα συγχαρεί για το κουράγιο και για το «στομάχι» τους!

Θα είχα πολλά να γράψω ακόμη, αλλά θα σας κούραζα. Περνάω λοιπόν στις (ουτοπικές ίσως) προτάσεις μου και την γενικότερη αιτιολόγησή τους.

  1. Σοβαρότητα εκ μέρους των καθηγητών όταν δίνουν διδακτορικά. Ας αναζητήσουν οι διδάσκοντες κάποια τυπικά κριτήρια (λ.χ. το Αριστα στον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ή την βαθμολογία σε σχετικά μαθήματα) ή –επειδή τα τυπικά κριτήρια είναι κάποτε επικίνδυνα- ας κρίνουν εξονυχιστικά και υπεύθυνα (ερωτήσεις επί του θέματος!) τον υποψήφιο σε συνέντευξη προτού του δώσουν την μακαρονάδα του. Δεν είναι όλοι γερά πηρούνια για να την καταφέρουν…
  2. Σοβαρότητα εκ μέρους των υποψηφίων όταν αναλαμβάνουν διατριβές. Ας σκεφτούν λιγάκι, όσοι θέλουν τον τίτλο, γιατί τον θέλουν: Για την αγορά εργασίας, για ακαδημαική καριέρα, για πολιτική καριέρα, για κοινωνικό κύρος; Ας ξεκαθαρίσουν στο μυαλό τους, ότι ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών είναι υπερεπαρκής για τα περισσότερα από τα παραπάνω. Τόσο για την δικηγορική πράξη (στην οποία έτσι κι αλλιώς αυτός δεν καλοπληρώνεται) όσο και για τις κοινωνικές μας συναναστροφές (για εκείνον που θεμιτώς τον μοστράρει στην κάρτα του). Αν κάποιος δεν θέλει να γίνει Καθηγητής, δεν έχει κατά την γνώμη μου επαρκές κίνητρο για να εμπλακεί στην διδακτορική περιπέτεια. Αφήνω, που χάνει πολυτιμότατο χρόνο από την είσοδό του στην αγορά εργασίας (τουλάχιστον τέσσερα χρόνια με τον στρατό αν πρόκειται για άντρα). Κλείνω με την εξής παρατήρηση: Αυτά που κάποτε προβάλλονται ως πλεονεκτήματα του διδακτορικού συστεγαζόμενα υπό τη γενικόλογη ονομασία «εμπειρία ζωής» κ.λπ. είναι βαθιά παραπλανητικά -ιδίως όταν συνδυάζονται με την προτροπή να ζήσουμε στο εξωτερικό ως υποψήφιοι διδάκτορες, παρατείνοντας την φοιτητική μας ζωή (και χρεώνοντας συνήθως τους γονείς). Το διδακτορικό είναι πράγματι μια «εμπειρία ζωής» αλλά υπό την έννοια μιας σκληρής άσκησης σε αυτοπειθαρχία, συστηματική αυτόνομη δουλειά, κοπιαστικό και πολύωρο διάβασμα και αναζήτηση των προσωπικών μας αντοχών και ορίων. Στο εξωτερικό πρέπει κανείς να υπερβεί και άλλα εμπόδια παλεύοντας λ.χ. με τα αισθήματα (αρχικής ή μόνιμης) μοναξιάς και νοσταλγίας που προκαλεί το ξένο περιβάλλον και η ξένη γλώσσα. Μην παρασύρονται λοιπόν οι νεότεροι από τις κορώνες πολλών περί φοιτητικής ζωής στο εξωτερικό και μην πλανώνται άλλοι, ότι ο Έλληνας υποψήφιος διδάκτωρ είναι ένας απλός φοιτητής που πίνει καφέδες στην Σκουφά καθημερινά. Τα πράγματα δεν έχουν έτσι.
  3. Χρονικά όρια για την εκπόνηση διδακτορικού: Όχι περισσότερα από έξι χρόνια (δηλαδή τα διπλάσια των προβλεπομένων). Στα εφτά να καίγονται οι υποψήφιοι διδάκτορες, με την επιφύλαξη του σοβαρού λόγου, της ανωτέρας βίας κ.λπ.
  4. Υποτροφίες για τους διδάκτορες (χρηματική ενίσχυση). Αν ο αριθμός τους μειωθεί, είμαι βέβαιος ότι θα υπάρξουν χρήματα για να δοθούν σε όσους κάνουν σοβαρή έρευνα. Είναι άδικο να μην ενισχύονται χρηματικώς όσοι δουλεύουν σκληρά.

Το ερώτημα που απομένει είναι: Γιατί όλα τα παραπάνω; Δεν είναι καλύτερο να αφήσουμε κι εδώ την αγορά να λειτουργήσει ελεύθερα με όρους προσφοράς και ζήτησης; Τί μας πειράζει ο υπερπληθωρισμός διδακτόρων ή, πολύ περισσότερο, υποψηφίων διδακτόρων; Έτσι κι αλλιώς, όποιος είναι ικανός τελικώς θα διακριθεί και θα ξεχωρίσει, ενώ όποιος είναι τενεκές θα τραπεί απλώς σε έναν τενεκέ-Δόκτορα… Η απάντησή μου σε μια τέτοια αντίρρηση είναι η εξής. Δεν προτείνω να γίνουν οι διδάκτορες μια συσπειρωμένη «συντεχνία» ελιτίστικου ή συνδικαλιστικού χαρακτήρα ούτε θέλω να εξασφαλιστεί ένα είδος numerus clausus στα υψηλά επίπεδα ακαδημαϊκής παιδείας. Το ζήτημα για μένα έχει να κάνει με την ουσία της εκπόνησης διατριβής ως προσωπικής μοναχικής πορείας ωρίμανσης, ουσία την οποία έπιασε ο Leopardi στον στοχασμό του που ήδη έχω παραθέσει: Το κύρος του διδακτορικού τίτλου είναι αναγκαίο μόνον, προκειμένου να μπορούν να το απομυθοποιούν πλήρως εκεί στα σαράντα τους ή και νωρίτερα, όλοι οι κάτοχοί του που είναι σοβαροί άνθρωποι και τους νοιάζει η ουσία των πραγμάτων και όχι το σπουδαιοφανές τους περιτύλιγμα!

Όταν τώρα οι διδάκτορες πληθαίνουν ανεξέλεγκτα και το διδακτορικό γίνεται μια κοινή μακαρονάδα που δίνεται σε όλους και τρώγεται από όλους, τότε χάνεται δυστυχώς η σχετική ευκαιρία ωρίμανσης: Κάτι που αποκτάται από όλους εύκολα απομυθοποιείται την ίδια την στιγμή της απόκτησής του εξίσου εύκολα. Το ότι απομυθοποιείται βεβαίως είναι πολύ καλό! Η απομυθοποίηση του ευκόλως αποκτηθέντος όμως συμβάλλει στην ωρίμανση των ανωρίμων υποψηφίων διδακτόρων πολύ λιγότερο από την απομυθοποίηση του δυσκόλως και αξίως αποκτηθέντος. Και κάποτε, ξέρετε όλοι πρέπει να ωριμάσουμε…

ΚΤ και Μυρτώ: Ένα ειδύλλιο

29 Ιανουαρίου 2008

Στο έργο του Herr und Hund- Ein Idyll (μτφρ. Σκύλος και Αφέντης, Γ. Δεπάστας-εκδ. μεταίχμιο 2006), o Τόμας Μαν αναδεικνύεται σε πραγματικό ανατόμο της ψυχολογίας του σκύλου του, Μπάουσαν, και σε εξαιρετικό αφηγητή ενός «ειδυλλίου», όπως ονομάζει τη σχέση του με τον πιστό του φίλο (παίζοντας με τη διπλή έννοια του όρου). Διάβασα πριν από λίγες μέρες αυτό το μικρό βιβλίο και αναρωτήθηκα πώς δεν το είχα τόσον καιρό ανακαλύψει. Έχω, βλέπετε, κι εγώ έναν σκύλο με τον οποίο περνώ ευχάριστες ελεύθερες ώρες, ειδικά τον τελευταίο καιρό: τη Μυρτώ της φωτογραφίας…

Νομίζω ότι κάθε ιδιοκτήτης σκύλου οφείλει να διαβάσει το διήγημα του Μαν. Θα βρει σε αυτό απίστευτα λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές της συμπεριφοράς και των συνηθειών ενός σκύλου, οι οποίες μολονότι θα του είναι οπωσδήποτε γνωστές, δεν αποδίδονται εύκολα από τον καθένα, με λόγια. Η πένα του Μαν όμως κατορθώνει να περιγράψει όλες αυτές τις συνήθειες με τρόπο μοναδικά γλαφυρό: Ο ιδιόμορφος χορός του σκύλου όταν βλέπει τον αφέντη του για πρώτη φορά στη διάρκεια της μέρας ή μετά από μεγάλα διαστήματα απουσίας, τα συνεχή χασμουρητά του από ανία όταν χάνει τη βόλτα του, τα χοροπηδητά από χαρά και οι ξαφνικές, αυτοσχέδιες ξάπλες με τις οποίες προ(σ)καλεί το αφεντικό του να παίξει μαζί του είναι μόνο κάποιες από αυτές τις συνήθειες που το ταλέντο του Μαν καταφέρνει να αναπαραστήσει με τα ζωηρότερα χρώματα.

Αλλά και η περιγραφή από τον συγγραφέα της πλευράς του κυρίου του σκύλου δεν υστερεί σε αξία: Η συνεχής προσπάθεια του κυρίου να επιτύχει ισορροπία και να επιβάλει κανόνες στη σχέση του με το σκύλο, οι τύψεις του όταν αναγκάζεται να του αρνηθεί τη βόλτα ή την είσοδο στο δωμάτιο ή τον αφήνει σε ξένα χέρια για περίθαλψη, ακόμη και η εσωτερική βασανιστική του πάλη με αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι τελικά ένας κύριος «αντάξιος» των ιδιαιτεροτήτων και φυσικών χαρισμάτων του σκύλου του– όλες αυτές οι αναφορές του Μαν ολοκληρώνουν τη λεπτεπίλεπτη ανατομία του «ειδυλλίου» της κατοχής ζώου συντροφιάς, καλύπτοντας πλήρως και την πλευρά του κυρίου…

Πολύν καιρό προτού διαβάσω το Herr & Hund, ένα απόγευμα και καθώς παρατηρούσα τον τρόπο που η Μυρτώ αντιδρά κάθε φορά που αντικρίζει ηλεκτρική σκούπα, έγραψα ένα μικρό ποίημα περιγράφοντας τη σχετική σκηνή. Αν κανείς σκεφτεί ότι η λογοτεχνία του Μαν αφορά έναν «σκύλο αυλής» τον Μπάουσαν που ζει κοντά στη φύση ενώ η δική μου πρόχειρη στιχουργία έναν «σκύλο σαλονιού» που αδυνατεί να συμβιβαστεί με τη νεότερη εξέλιξη της τεχνολογίας, τότε αποτρέπεται μια πιθανή σύγκρισή μου με τον Μαν (που θα με συνέτριβε!). Επιτυγχάνεται αντίθετα, μια επαλήθευση του «ειδυλλίου» μεταξύ σκύλου και αφέντη στο πέρασμα του χρόνου, ενόσω αλλάζουν τα πρόσωπα, τα είδη των σκύλων και τα λογοτεχνικά διαμετρήματα! Και μαζί, καταφέρνω να αποτίσω -μέσω Συνιστολογίου- τον προσωπικό μου φόρο αγάπης σ’έναν πιστό σύντροφο…

Μυρτώ

 «Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι σάντσοι ακολουθάνε»

Κ.Ουράνης

Ο σκύλος μου ο Δον Κιχώτης
ψηλά σηκώνει το κεφάλι
τη σκούπα βλέποντας και πάλι
να τρέχει, την ηλεκτρική
στο πάτωμα και το χαλί
ουρλιάζοντας απ΄το θυμό της

Στο σιδερένιο της το σώμα
βλέπει τον άσπονδο εχθρό του
πάνοπλο, στο άρμα το κλειστό του
φωτιά να σπέρνει και καπνούς
μες στης φυσούνας τους αρμούς
σκόνη στριμώχνοντας και χώμα

Τ’αυτιά τεντώνοντας ο ιππότης
γαβγίζει άγρια γι’αρχή
στυλώνοντας το ωραίο κορμί
και θέση παίρνοντας για μάχη
που θα κερδίσει όπως και να ‘χει
η ασύγκριτή του γενναιότης

Και σαν η σκούπα υποχωρήσει
και μπει ξανά στην αποθήκη
γιορτάζει ο ήρωας τη νίκη
τρώγοντας μέσα στο λεπτό
το γεύμα που του έχω εγώ
ο Σάντσο-Πάντσα εξασφαλίσει

Ο σκύλος μου ο Δον Κιχώτης
κοιμάται τώρα στο πλευρό μου
κι αναρωτιέμαι για καλό μου
αν όντως ζει μια φαντασία
ή αν έχει πιάσει την ουσία
που έχει χάσει η Ανθρωπότης

Αν φέρει στην ψυχή τους νόμους
που τους αναζητούν οι πάντες
δίχως να ξέρει τον Θερβάντες
δίχως να έχει λογική
αν υπακούει στην Αρχή
την άγνωστη στους ιπποκόμους

Ο Επιμενίδης, η Ντόρα και ο Αντώναρος

10 Ιανουαρίου 2008

Το αυτί μου έπιασε σήμερα στην TV δύο δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών. Θέλω να τις σχολιάσω εγκαινιάζοντας έτσι τη νέα χρονιά στο Συνιστολόγιο με πολιτική κριτική.
Είπε ο κ. Αντώναρος: «Όπως γνωρίζετε εγώ δεν σχολιάζω τοποθετήσεις τις οποίες κάνουν οι υπουργοί. Είναι γνωστό ότι αυτή η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κ.Καραμανλή, και όλα τα μέλη της κυβέρνησης μιλάνε πάντα τη γλώσσα της αλήθειας». [δήλωση 1]

Είπε η κ. Ντόρα Μπακογιάννη: «Οι πολιτικοί δεν τολμούν να μιλήσουν καθαρά. Η κοινή γνώμη υποστηρίζει ότι δεν αξίζει να ακούς έναν πολιτικό γιατί όλοι λένε ψέματα». [δήλωση 2]

Οι παραπάνω δηλώσεις παρουσιάζουν πολυδιάστατο ενδιαφέρον. Θα αναφερθώ μόνο σε ορισμένες λογικές και πολιτικές πτυχές αυτού του ενδιαφέροντος.

Δήλωση 1:
Στη δήλωση 1 υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση: Από τη μια ο κ. Αντώναρος λέει ότι δεν σχολιάζει δηλώσεις υπουργών και από την άλλη σχολιάζει ακριβώς αυτές τις δηλώσεις, λέγοντας ότι οι τελευταίες δεν είναι ποτέ ψευδείς. Εκτός τούτου, ο κ. Αντώναρος φαίνεται να ξεχνά ότι και ο ίδιος ανήκει υπό εύλογη έννοια στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου η δήλωση 1 αποτελεί δήλωση κυβερνητική. Έτσι, η περί αληθείας των κυβερνητικών δηλώσεων δήλωσή του, καταλαμβάνει και τον εαυτό της. Ο κ. Αντώναρος εγγυήθηκε την αλήθεια της προσωπικής του δηλώσεως περί της αλήθειας των κυβερνητικών δηλώσεων μέσω της τελευταίας. Ποιόν να έπεισε άραγε;

Δήλωση 2:
Η δήλωση αυτή, νομίζω ότι ισοδυναμεί -σε μια εύλογη ερμηνεία- με τη δήλωση «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς». Την ερμηνεία αυτή δέχτηκαν πράγματι και τα περισσότερα ΜΜΕ ως εύλογη. Το βασικό πρόβλημα της 2 αν διαβαστεί έτσι (και δεν βλέπω άλλον τρόπο να διαβαστεί), είναι ότι αποτελεί και αυτή μια πολιτική δήλωση. Το ερώτημα λοιπόν, είναι γιατί να μην δεχθεί κανείς ότι η δήλωση 2 ανήκει στις ψευδείς πολιτικές δηλώσεις την ύπαρξη των οποίων η ίδια ισχυρίζεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κ. Μπακογιάννη ψεύδεται ότι «Μερικές πολιτικές δηλώσεις είναι ψευδείς» και επομένως αληθεύει ότι «Ουδεμία πολιτική δήλωση είναι ψευδής». Πώς μπορεί όμως τότε η κ. Μπακογιάννη να λέει ψέματα;

Στα παραπάνω νομίζω ότι από λογικής απόψεως λανθάνει το γνωστό από την αρχαιότητα παράδοξο του ψευδομένου (ή του Επιμενίδη). Πληρέστερη ανάλυση αυτού του παραδόξου δεν μπορεί εδώ να γίνει, αρκεί όμως να επισημανθεί ότι η λύση του στην επιστημολογία, επιχειρήθηκε κυρίως μέσω της διάκρισης δύο διαφορετικών επιπέδων γλώσσας (γλώσσα αντικείμενο-μεταγλώσσα: Μεταγλώσσα είναι η γλώσσα στην οποία γίνεται λόγος για τις προτάσεις μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας-αντικειμένου). Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία και για την πολιτική κριτική των δηλώσεων 1 και 2, στην οποία περνώ αμέσως.

Είναι οφθαλμοφανές, ότι στις δηλώσεις 1 και 2 των Αντώναρου και Μπακογιάννη, κρύβεται μια πολύ «κακή» συνήθεια των Ελλήνων πολιτικών, την οποία ο πολύς κόσμος δεν συνειδητοποιεί και ο τύπος δεν έχει στηλιτεύσει επαρκώς (γι’αυτό και η συνήθεια διατηρείται): Πρόκειται για τη συνήθειά τους να μιλούν για τους εαυτούς τους και τις δηλώσεις τους αντί να ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας γύρω τους. Να περιστρέφονται αμέριμνοι γύρω από τον προσωπικό τους άξονα, αγνοώντας όχι μόνο λογικά παράδοξα (αυτό είναι το λιγότερο!) αλλά και παράλογες καταστάσεις της καθημερινότητας, τις οποίες θα έπρεπε να εξαλείφουν ή να περιορίζουν. Να πουλάνε δήθεν ειλικρίνεια αναφερόμενοι στις δηλώσεις τους με νέες δηλώσεις, που όμως ουδένα αφορούν: Γιατί ουδείς ζήτησε από την κ.Μπακογιάννη να μας κάνει κοινωνιολογική ανάλυση σχετικά με το αν οι πολιτικοί λένε αλήθεια ή ψέματα (και θα ήταν βλακώδες να ζητήσει κανείς από έναν πολιτικό να το κάνει αυτό). Ουδείς ζήτησε επίσης από τον κ. Αντώναρο να διαβεβαιώνει την αλήθεια των δηλώσεων των κυβερνητικών στελεχών με πομπώδη τρόπο: Φαντάζομαι ότι του ετέθηκαν πολύ πιο συγκεκριμένα ερωτήματα από τους δημοσιογράφους (στα οποία όμως αμφιβάλλω αν απάντησε)…

Η λογικοπολιτική αστοχία των δηλώσεων υπό 1 και 2, έχει λοιπόν μια τραγελαφική κατάληξη: Ο μεν κ. Αντώναρος ενδέχεται με την 1 να διαβεβαίωσε την αλήθεια της δήλωσης της κ. Μπακογιάννη ότι μερικοί πολιτικοί ψεύδονται (ενώ ήθελε να μας πει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να διαψεύσει τη 2 ως προς τα κυβερνητιξά στελέχη). Η δε κυρία Μπακογιάννη ενδέχεται να μας είπε με την 2 ότι ουδείς πολιτικός ψεύδεται (ενώ ήθελε επίσης να μας πει το ακριβώς αντίθετο, αφήνοντας υπονοούμενα για κυβερνητικά στελέχη).

Και όλα αυτά, στην Ελλάδα του 2008, για έναν απλό λόγο: Διότι οι πολιτικοί της αποφάσισαν για άλλη μια φορά να μιλήσουν αυτάρεσκα για τον εαυτούλη τους ενώ θα έπρεπε να μας έχουν μιλήσει για την κοινωνία.

Η γκιουλιβεριανή αγελάδα του νομικού

21 Δεκεμβρίου 2007

Στον έξω από το Συνιστολόγιο κόσμο, στις καρδιές των ανθρώπων που δεν είναι νομικοί (ή -ορθότερα- που είναι μη-νομικοί) επικρατεί μια σταθερή καχυποψία απέναντι στους νομικούς. Επικρατεί η γνώμη και η πεποίθηση ότι οι νομικοί προβαίνουν σε τερτίπια με τη γλώσσα και το δίκαιο (ή καλύτερα με τη γλώσσα του δικαίου), κοροϊδεύοντας τον απλό κοσμάκη και κάνοντας τελικά το δικό τους, ενόσω η «πραγματική» Δικαιοσύνη κοιμάται τον γνωστό μακάριο ύπνο της…
Ο κόσμος δεν πιστεύει γρι από τις αναλύσεις των νομικών, όχι μόνο δεν τις καταλαβαίνει αλλά και είναι βαθιά προκατειλημμένος εναντίον τους ακόμη και όταν κάποτε είναι σε θέση να τις καταλάβει. Θεωρεί ότι το Δίκαιο μονοπωλείται από μια συντεχνία καπάτσων σοφιστών που με πονηριές και ρητορείες αθωώνουν τους ενόχους, ενοχοποιούν τους αθώους, καταδικάζουν τους δίκαιους και δικαιώνουν τους αδίκους…Για τον πολύ κόσμο η διαστροφή του δικαίου οφείλεται και μπορεί να αναχθεί σε μια διαστροφή των νομικών, ενώ και το άδικο -ως διεστραμμένο δίκαιο- δεν είναι παρά το προϊόν που παρήγαγε το στραβό κεφάλι ενός διεστραμμένου νομικού (δικαστή ή δικηγόρου)…

Υποψιάζομαι ότι οι ρίζες αυτής της αντίληψης είναι βαθιές. Υποψιάζομαι επίσης ότι στη σχετική προκατάληψη μετέχουν τόσο ένας πυρήνας αληθείας όσο και ένας περίβολος ανάμικτος από φθόνο για τους κλειδοκράτορες του δικαίου, δέος μπροστά στην πολύπλοκη (και δύσκολη!) νομική σκέψη, βαθιά απογοήτευση για πραγματικές αδικίες του παρελθόντος, κοινωνικά συμπλέγματα, ταξικούς ανταγωνισμούς και άλλα πολλά. Προχθές μάλιστα, σε μια από τις ιστορίες στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Jonathan Swift, βρήκα μια εξαιρετική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης με την οποία ο μη-νομικός μου εαυτός γέλασε από καρδιάς και το νομικό μου alter-ego ντράπηκε και κοκκίνισε μέχρι τ’αυτιά.

Νομίζω λοιπόν, ότι ενόψει εορτών και σχετικής περισυλλογής μπορώ να αποχαιρετήσω τη χρονιά που φεύγει με ένα αυτοκριτικό post: Παραθέτοντας αντί για δικές μου μπαρούφες, μια απολαυστική περιγραφή της σχετικής προκατάληψης κατά του είδους μου, του Homo-Juristus, σε πρόχειρη μετάφραση. Μιλάει ο Γκιούλιβερ του Swift και περιγράφει γλαφυρά στον συνομιλητή του την εικόνα των νομικών και την κατάσταση-λειτουργία της Δικαιοσύνης στη χώρα του, εκεί στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα…Πόσα έχουν άραγε αλλάξει μέχρι σήμερα; Ας μας απαντήσουν οι μη-νομικοί.

«…υπήρχε μια κοινότητα ανθρώπων μεταξύ μας, μεγαλωμένοι από τα μικράτα τους στην τέχνη της απόδειξης, με πολυλογίες γι’αυτό, ότι το άσπρο είναι μαύρο και το μαύρο άσπρο, ανάλογα με το πόσο πληρώνονταν. Σ’ αυτή την κοινότητα όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι σκλάβοι. Για παράδειγμα, αν ο γείτονάς μου εποφθαλμιά την αγελάδα μου βρίσκει και έναν δικηγόρο για να αποδείξει ότι επιβάλλεται να μου την πάρει. Πρέπει τότε κι εγώ να προσλάβω έναν άλλον για να υπερασπιστώ το δικαίωμά μου, καθώς αντίκειται στους ορισμούς του νόμου ένας άνθρωπος να μπορεί να εκπροσωπήσει τον εαυτό του. Τώρα, σ’αυτή την περίπτωση, εγώ που είμαι ο δικαιούχος (της αγελάδας) βρίσκομαι ενώπιον δύο σοβαρών μειονεκτημάτων: Πρώτα πρώτα ο δικηγόρος μου, καθώς έχει σχεδόν από την κούνια του εξασκηθεί στο να υπερασπίζεται το ψέμα, είναι αρκετά έξω από τα νερά του όταν καλείται να υπερασπιστεί το Δίκιο, πράγμα που είναι μια αφύσικη αποστολή που την επιχειρεί πάντα με μεγάλη αδεξιότητα, αν όχι με κακοτροπία. Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι ο δικηγόρος μου πρέπει να προχωρήσει με μεγάλη προσοχή αλλιώς θα τον επιπλήξουν οι δικαστές και θα τον αποδιώξουν οι συνάδελφοί του, σαν κάποιον που ευτελίζει την πράξη του δικαίου. Και κατά συνέπεια, δεν μένουν παρά δύο μέθοδοι για να διατηρήσω την αγελάδα μου. Η πρώτη είναι να εξαγοράσω με διπλάσια αμοιβή τον δικηγόρο του αντιδίκου μου που τότε θα προδώσει τον πελάτη του, υποβάλλοντας του ύπουλα την ιδέα ότι έχει το δίκιο με το μέρος του. Ο δεύτερος δρόμος είναι να κάνει ο δικηγόρος μου την υπόθεσή μου να φανεί όσο πιο άδικη γίνεται, επιτρέποντας έτσι η αγελάδα να ανήκει στον αντίδικό μου: και αυτό, αν γίνει με δεξιοτεχνία, σίγουρα θα κερδίσει προκαταβολικά την εύνοια της έδρας. Τώρα πρέπει η Υψηλότης σας να ξέρει ότι οι δικαστές της έδρας είναι πρόσωπα διορισμένα να κρίνουν όλες τις διαφορές περί κυριότητας καθώς επίσης και τη δίκη των εγκληματιών και επιλέγονται μεταξύ των πιο δεινών δικηγόρων που είτε έχουν πια γεράσει ή έχουν γίνει τεμπέληδες: και καθώς είναι σε όλη τους τη ζωή προκατειλημμένοι κατά της αλήθειας και της αμεροληψίας, βρίσκονται σε μια τόσο αναπόδραστη ανάγκη να υπερασπίζονται την απάτη, τη διαστροφή και την καταπίεση, ώστε γνωρίζω μερικούς από αυτούς που προτίμησαν να αρνηθούν ένα γερό λαδωμα από την πλευρά που είχε το δίκιο με το μέρος της, παρά να προδώσουν τον κλάδο τους κάνοντας κάτι που αντίκειται στη φύση ή τη δουλειά τους»…

υγ. Ο τίτλος μου παραπέμπει σε παλιότερο άρθρο του Συ-Συνιστολόγου μου ΑΑ. Τον διάλεξα γιατί θέλω η «ρωλσιανή κατσίκα» του γείτονα και η «γκιουλιβεριανή αγελάδα» του νομικού να κάνουν στο εξής παρέα στο Συνιστολόγιο και να ξυπνούν με τους μυκηθμούς τους τα νομικά και τα φιλοσοφικά μας αντανακλαστικά.

Το παράδοξο με τα blogs ή «συνιστολογία δωματίου»

4 Δεκεμβρίου 2007

Τριγυρνώντας στα blogs εδώ και καιρό, διαπίστωσα ότι υπάρχει ένας σωρός από δημοσιευμένα σκουπίδια. Σκουπίδια κάθε λογής και πάσης φύσεως, από σκουπιδογράφους λογοτέχνες, φιλοσόφους, νομικούς, ποιητές, καλλιτέχνες, πολιτικούς, δημοσιογράφους και δεν συμμαζεύεται…Αναρωτήθηκα, κατά πόσο και αυτά που γράφω εγώ και οι συν-συνιστολόγοι μου είναι σκουπίδια δημοσιευμένα από ένα εκρηκτικό μίγμα ματαιοδοξίας και δίψας για διάλογο. Γαρνιρισμένα με μιαν επίφαση νομικής φαντασίας, φιλοσοφικής επάρκειας, λογικής οξύνοιας, γλωσσικής πρωτοτυπίας (τρομάρα σου Αθανάσιε!), κριτικού πολιτικού πνεύματος ή επαρκούς ιστορικής γνώσης. Και δημοσιευμένα ελαφρά τη καρδία, ή (σπάνια!) κατόπιν σκέψεως…

Κατέληξα ότι δεν μπορώ να απαντήσω στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα και το απευθύνω στους συναδέλφους μου αναπάντητο (Γράφουμε άραγε σκουπίδια ΚΚ; Και αν ναι, πότε θα σταματήσεις επιτέλους να ταλαιπωρείς τους αναγνώστες και να ρυπαίνεις τη blogόσφαιρα ΑΑ;;). Μελαγχόλησα κάπως με αυτές τις σκέψεις. Κι έτσι, αντί να αυτοκτονήσω συγγραφικώς (πράγμα που δεν μπορώ να κάνω αν δεν προηγηθεί εμού τουλάχιστον ο συνιστολόγος ΚΚ) είπα να φανώ γενναίος και να συνεχίσω τη συνιστολογική μου σκουπιδοπαραγωγή, δημοσιεύοντας αυτή τη φορά ένα μετασκουπιδάκι: Δηλαδή ένα post-σκουπιδάκι που θα μιλάει για τα σκουπίδια και που θα εξηγεί με λογικό τρόπο γιατί ο Χ αναγνώστης που πιστεύει κάπως σε μας και τα άρθρα μας, δικαιούται και λογικώς να πιστεύει ότι στο Συνιστολόγιο δεν γράφονται σκουπίδια! Θα εξηγήσω σε όσα ακολουθούν, πώς μπορεί κανείς να επικυρώνει καθημερινά την πρόταση: «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» εφόσον βέβαια δεχθεί να την θέσει ως υπόθεση εργασίας

Όπλο μου θα είναι η τυπική λογική και ένα γνωστό παράδοξο της επιστημολογίας, το περίφημο «παράδοξο με τα κοράκια» του C.Hempel.

Αν το παράδοξο αυτό οδήγησε στο να κάνουν λόγο οι επιστημολόγοι ειρωνικά για «ορνιθολογία δωματίου» εγώ, προτείνω, εδώ κάτι αντίστοιχο: Μια «συνιστολογία δωματίου», που θα επιτρέψει να εκφέρουμε κρίσεις για τα συνιστολογικά άρθρα κάθε φορά που θα blogaρουμε οπουδήποτε -εκτός και εντός Συνιστολογίου- στο ίντερνετ, καθισμένοι αναπαυτικά μπροστά στον υπολογιστή μας. Σημειωτέον πάντως, ότι αν τρίξουν με το αρθράκι μου τα κόκκαλα του μεγάλου Hempel δεν φταίω εγώ… Φταίει η περί τα λογικά ημιμάθειά μου αλλά και, γενικότερα, η ρημάδα η μετανεωτερικότητα που τη νίκησε την ανάλυση: Σήμερα, ο ανίερος δανεισμός της αναλυτικής ορολογίας και σοφίας από κάθε αδαή σαν και μένα, και η τροπή τους σε μεταμοντέρνα εξυπνάδα και ανοησία αποτελούν, σχεδόν, φιλοσοφικό κεκτημένο.

Ξεκινώ λοιπόν με μιαν υπόθεση και τον τρόπο της επικύρωσής της:

«Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» (ονομάζω την πρόταση αυτή Η και δίνω παρεμφερείς και ισοδύναμες διατυπώσεις της: «Για κάθε άρθρο, αν αυτό γράφτηκε από Συνιστολόγο, τότε αυτό είναι σπουδαίο», «Ό,τι γράφουν οι συνιστολόγοι αξίζει να το διαβάσει κανείς» κ.λπ. κ.λπ.)

Ας πούμε τώρα ότι την υπόθεση Η τη διατυπώνει ένας τυχαίος αναγνώστης μας ο Χ, που μας συμπαθεί κάπως. Έχει διαβάσει ο Χ στο Συνιστολόγιο κάποιο άρθρο που του άρεσε, το βρήκε σπουδαίο και τώρα θέλει να επικυρώσει μέσω παρατήρησης, τη γενικότερη υπόθεσή του ότι «τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία». Για να την επικυρώσει, ακολουθεί τον συνηθισμένο δρόμο: Διαβάζει λ.χ. ένα ακόμη άρθρο του ΑΑ, τυχαίνει κι αυτό να είναι σπουδαίο, κι έτσι η Η επικυρώνεται. Διαβάζει έπειτα ο Χ κι άλλο ένα άρθρο (του ΚΚ αυτή τη φορά) και η Η ξανα-επικυρώνεται. Και ούτω καθεξής….Η συλλογιστική πορεία στο μυαλό του Χ, που τον οδηγεί στην επικύρωση της υπόθεσης Η, ότι «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» και ισχύει μέχρι να βρεθεί ενδεχομένως ένα μη-σπουδαίο άρθρο, μπορεί να περιγραφεί με τον εξής απλό τρόπο:

Το τάδε άρθρο του ΑΑ είναι σπουδαίο
Το δείνα άρθο του ΚΚ είναι σπουδαίο
(…)
Άρα, τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία.

Μέχρις εδώ έχει καλώς. Ο λογικός αναγνώστης μου θα κατάλαβε, ότι για την επικύρωση της υπόθεσης Η, ο Χ χρειάζεται απλώς να διαβάζει τακτικά Συνιστολόγιο… Εγώ όμως δεν ήθελα να του πω αυτό. Δεν θέλω γενικώς να πείσω κανέναν να διαβάζει Συνιστολόγιο…Θέλω να επιστήσω την προσοχή του λογικού αναγνώστη μου και του Χ σε κάτι πιο ενδιαφέρον αλλά και πιο παράδοξο. Να τους πω, ότι η αρχική υπόθεση Η, ότι «τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» δεν επικυρώνεται μόνο με την ανάγνωση αυτών των ίδιων των άρθρων του Συνιστολογίου αλλά και με έναν άλλο -prima facie εξωφρενικό- τρόπο: Με την ανάγνωση οποιουδήποτε μη-σπουδαίου άρθρου σε οποιοδήποτε άλλο Blog!!

Πάμε να δούμε πως γίνεται αυτό, με ολίγη λογική…Είπαμε ότι η πρόταση που θέλει ο Χ να επικυρώσει είναι η Η: «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία» και ότι η πρόταση Π1 του Χ «Το ψ άρθρο είναι του ΑΑ και είναι σπουδαίο» επικυρώνει ως ατομικό στιγμιότυπο την Η (ισχύει δηλ. H→ Π1). Η πρόταση Η όμως, είναι λογικώς ισοδύναμη με μιαν άλλη πρόταση, την Η΄ που έχει ως εξής: «Μη σπουδαία άρθρα γράφονται σε ιστολόγια άλλα από το Συνιστολόγιο». Η λογική ισοδυναμία των Η και Η΄ προκύπτει από τον νόμο της αντιθετοαναστροφής και θα πρέπει να συμφωνεί με τη λογική σας διαίσθηση…Απλά πράγματα: Ισχύει ότι p→q ↔ ~q→ ~p.

Ας δούμε, τώρα, πώς επικυρώνεται η Η΄: Η καθολική αυτή πρόταση επικυρώνεται κάθε φορά που ο Χ διαβάζει ένα άρθρο-σκουπίδι σε blog άλλο από το Συνιστολόγιο, οπότε και διατυπώνει μια αντίστοιχη ατομική πρόταση Π2: «Το τάδε άρθρο είναι σκουπίδι (= μη-σπουδαίο) και γράφτηκε στο δείνα blog» (ισχύει τώρα ότι H΄→Π2).

Λόγω της ισοδυναμίας των Η και Η΄, όμως, καταλήγουμε σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: Η υπόθεση Η δεν επικυρώνεται μόνο από την πρόταση Π1 αλλά και από την πρόταση Π2! Δηλαδή, η πρόταση «Το τάδε άρθρο είναι σκουπίδι και γράφτηκε στο δείνα blog» επικυρώνει την πρόταση «Τα συνιστολογικά άρθρα είναι σπουδαία». Ακριβώς όπως η πρόταση «Αυτό εδώ είναι μια κίτρινη γραβάτα» επικυρώνει την υπόθεση «Τα κοράκια είναι μαύρα»!

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που ο αναγνώστης Χ θα διαβάζει ένα άρθρο-σκουπίδι σε blogs διαφορετικά από το Συνιστολόγιο, θα επικυρώνει τη σπουδαιότητα των άρθρων των Συνιστολόγων! Κάθε φορά που κάποιος δεν θα κλικάρει το Συνιστολόγιο, αλλά θα προτιμά να διαβάσει άλλους αρθρογράφους που θα τον απογοητεύουν με την ποιότητα των γραπτών τους, θα ενισχύει ολοένα περισσότερο την υπόθεση ότι τα άρθρα των Συνιστολόγων αξίζει τον κόπο να τα διαβάσει κανείς!

Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό αγαπητοί αναγνώστες; Όταν ενίοτε δεν μας διαβάζετε και απογοητεύεστε από σκουπιδογράφους σε γειτονικά blogs, επικυρώνετε ουσιαστικά την υπόθεσή σας ότι στο Συνιστολόγιο γράφονται σπουδαία πράγματα (αρκεί, βεβαίως, να έχετε κάνει μια τέτοια υπόθεση!) Μαζί με την επικύρωση αυτή, ενισχύετε και την ορθοπρακτική επιλογή και απόφασή σας, να μας διαβάζετε στο μέλλον!

Υγ1. Και με όλα αυτά βεβαίως-βεβαίως, συμβάλλετε στο να τονώνεται η αυτοπεποίθηση και η πίστη των Συνιστολόγων στο (θεάρεστο) έργο τους…

Υγ2. Για τον λογικό αναγνώστη: Ενδέχεται το παρόν άρθρο να διαψεύδει ποππεριανώς την υπόθεση Η. Οπότε και θα αυτοκαταστραφεί μέσα σε 5 δεύτερα αφότου διαβάσετε το παρόν υστερόγραφο.

(Μπουμ!)

Ασκήσεις ψυχολογισμού (σημείο) Μηδέν: Τέλσον ψυχολογίας της νιότης

19 Οκτωβρίου 2007

Ο Συνιστολόγος ΑΑ μου δώρισε δύο πράγματα πολύ πρόσφατα (βλ. comments στην ανάρτησή του Ασκήσεις φιλελευθερισμού 1 και ½): Μια καλή αρχαιοελληνική λέξη (τέλσον) αλλά και μια ευγενική κλωτσιά από τον σχολιασμό του εν λόγω post, όπου παρασύρθηκα πράγματι, και άρχισα να κάνω πλάκα με τον ΚΚ για την απώλεια μαλλιών και το τέλος της νιότης…

Με πλήγωσε λοιπόν, ο Αθανάσιος και –το κυριότερο- με ανάγκασε σε μια νέα δημοσίευση. Σε αυτή, θα αφήσω να με αντιπροσωπεύσουν τα λόγια του αγαπημένου μου Λεοπάρδη, του οποίου τον Στοχασμό XLII δεν μελέτησε επαρκώς ο φίλος μου – μολονότι κι εγώ του είχα δωρίσει κάτι κάποτε: το σχετικό βιβλίο.

Προσοχή: Δεν θέλω με την ανάρτησή μου να απογοητευθούμε οι Συνιστολόγοι και οι φίλοι μας, αλλά να γελάσουμε και να ανασυγκροτηθούμε. Δεν παρωθώ εδώ σε ξεπερασμένο ρομαντικό καρυωτακισμό, αλλά σε συνειδητοποίηση και εγρήγορση ώστε να καταλάβουμε -υπό διπλήν έννοια- τον κόσμο!

Στοχασμός XLII:

«Λίγο μετά τα είκοσι πέντε, ο άνθρωπος δοκιμάζει ένα καινούριο συναίσθημα, όταν ξαφνικά διαπιστώνει ότι πολλοί από τους φίλους του τον αντιμετωπίζουν ως μεγαλύτερό τους και παρατηρεί ότι, πραγματικά, υπάρχουν στον κόσμο ένα σωρό νεότεροί του, ενώ ως εκείνη τη στιγμή θεωρούσε ότι κατείχε αδιαμφισβήτητα τον ανώτατο βαθμό νεότητας, για να το πούμε έτσι. Και αν ακόμα ένιωθε ότι υστερούσε από τους άλλους σε όλα τα άλλα, ήταν βέβαιος ότι κανένας δεν τον ξεπερνούσε σε νιάτα. Γιατί οι πιο νέοι από αυτόν, σχεδόν παιδιά ακόμα και σπάνια φίλοι του, ήταν σαν να μην ανήκαν στον κόσμο. Τώρα όμως αρχίζει να αισθάνεται ότι το χάρισμα της νιότης, που θεωρούσε αναπόσπαστο γνώρισμα της προσωπικότητάς του, του δόθηκε μόνο προσωρινά. Και ανησυχεί γι’αυτό το δώρο: Πόσο θα το έχει ακόμα, πότε θα του το αμφισβητήσουν οι άλλοι; Οπωσδήποτε, για κανέναν που έχει περάσει την ηλικία των είκοσι πέντε, μετά την οποία το άνθος της νιότης αρχίζει να μαραίνεται, δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ξέρει από ατυχίες, εκτός αν πρόκειται για κανέναν ηλίθιο. Γιατί ακόμα και αν η τύχη του χαμογελούσε πάντα, γνωρίζει τώρα μια ατυχία σοβαρή και πικρή όσο καμιά άλλη, και ίσως σοβαρότερη και πικρότερη για εκείνον που από άλλες απόψεις έχει ατυχήσει λιγότερο: το φυλλορρόημα ή το τέλος της αγαπημένης του νιότης».


Υγ. Κάποιοι είπαν ότι ο στοχασμός του Leopardi δεν έχει σήμερα ισχύ λόγω αύξησης του μέσου όρου ζωής σε σχέση με τον αιώνα που αυτός έζησε. Άλλοι, πάλι, είπαν ότι η κακή υγεία και η ασθενής κράση του ποιητή τον οδήγησαν σε υπερβολικές ή απαισιόδοξες σκέψεις, που δεν πρέπει να λαμβάνονται τοις μετρητοίς. Νομίζω, ότι ουδείς εκ των προηγουμένων κατάλαβε τον λεοπάρδειο στοχασμό…

The cat is under the tree (ή «Ο γάτος είναι στο χαλάκι»)

18 Οκτωβρίου 2007

 

 Σήμερα συνάντησα τον κύριο της φωτογραφίας.

 

Σας διαβεβαιώ ότι πρόκειται για κύριο, το έλεγξα αυτό, με όσο τακτ μου είχε απομείνει, καθώς ήμουν κατενθουσιασμένος με τη γνωριμία μας! Τον γνώρισα σε έναν περίπατο, και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μου συστηθεί. Με πλησίασε απλώς με το αρρενωπό του περπάτημα, μου γκρίνιαξε λίγο που είχα αργήσει στο ραντεβού μας και τρίφτηκε στο πόδι μου δήθεν τυχαία και από λάθος. Μετά, νιαούρισε, χασμουρήθηκε, τεντώθηκε κι έριξε μια γρήγορη ερευνητική ματιά στο γύρω χώρο. Στο τέλος άραξε κάτω από το δέντρο της φωτογραφίας για να λιαστεί στο μεσημεριανό ήλιο και με άφησε γουργουρίζοντας (δείτε την ουρά του!) να τον φωτογραφήσω για χάρη σας… Ο γάτος ήξερε πολύ καλά τί έκανε. Είχαμε, πράγματι, ραντεβού κι εγώ το είχα ξεχάσει. Να γιατί:

Μια από τις προτάσεις-ρητά της φιλοσοφίας που είχαν στοιχειώσει αρκετά βράδια μου όταν σπούδαζα και με την οποία έχω γελάσει αλλά και έχω προβληματιστεί ιδιαιτέρως, είναι η πρόταση «the cat is on the mat». Δεν θα ξεχάσω μάλιστα τη μέρα που ένας αγαπητός Καθηγητής μου εισήλθε καθυστερημένος στην αίθουσα διδασκαλίας και αντί να φέρει μαζί του βιβλία, κουβαλούσε το ειδώλιο μιας γάτας και μια κουρελού! Μας είπε ότι άργησε γιατί έψαχνε να τα βρει. Τα έστησε στην έδρα του με προσοχή, χαμογέλασε, και άρχισε τη διδασκαλία του.

Δυστυχώς, έχουν περάσει κάποια χρόνια και δεν μπορώ πια να θυμηθώ ποιά ήταν πρώτη εμφάνιση της περιώνυμης πρότασης σε φιλοσοφικά έργα. Θυμάμαι όμως καλά ότι τη συγκεκριμένη πρόταση τη μεταχειρίζεται ο John Austin, αυτός ο σημαντικός Βρετανός φιλόσοφος της κατεύθυνσης της «καθημερινής γλώσσας» στην αναλυτική αγγλοσαξονική φιλοσοφία. Σε πολλά σημεία των διαλέξεών του στο Χάρβαρντ που αποτέλεσαν αργότερα το έργο του «Πώς να κάνετε πράγματα με τις λέξεις», ο Ώστιν αξιοποιεί αυτή την απλή πρόταση για να εξηγήσει με γλαφυρό αλλά και αποτελεσματικό τρόπο μια καθημερινή έννοια της «συνεπαγωγής» που τον απασχολεί. Μας λέει λ.χ. ότι η πρόταση «the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «I believe that the cat is on the mat», καθώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται κανείς την πρώτη πρόταση, χωρίς να δεσμεύεται στον ισχυρισμό (άρα την αλήθεια) και της δεύτερης. Κοινώς, δεν μπορεί κανείς να λέει «the cat is on the mat» και ταυτόχρονα να λέει «but I don’t believe it». Το πρόβλημα που εδώ θίγεται, είναι το πρόβλημα των λεγόμενων ρημάτων «προτασιακής στάσης», όπως θυμάμαι ότι μετέφραζε κάποιον αγγλικό όρο -που έχω πια ξεχάσει- ένας άλλος Καθηγητής μου. Ωστόσο, εδώ ακριβώς είναι που ξεκινά το ενδιαφέρον μιας καλύτερης μελέτης του πράγματος: Γιατί, θα συμφωνήσουν νομίζω όλοι, ότι δεν ισχύει ότι η πρόταση «Ι do not believe that the cat is on the mat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat»!

Αλλά και πέρα από την κάπως σύνθετη προηγηθείσα περίπτωση, παραμένουν πολλές άλλες ενδιαφέρουσες συνεπαγωγές, στη μελέτη των οποίων η πρόταση «The cat is on the mat» δίνει αφορμή. Αν λ.χ. θεωρηθεί ότι η πρόταση αυτή συνεπάγεται την πρόταση «The mat is under the cat», τότε η πρόταση «The mat is not under the cat» συνεπάγεται την πρόταση «The cat is not on the mat». Λογικώς, εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε παρά με έναν ασφαλή modus tollens (άρνηση του επομένου): Αν ισχύει ότι p συνεπάγεται q και ισχύει και ~q, τότε ισχύει ασφαλώς και ~p. Και το κυριότερο: Ανεξάρτητα από το πού πράγματι βρίσκεται η γάτα!

Ας μην σας κουράσω όμως άλλο με λογικές αναλύσεις που δεν έχουν κανένα βάθος και καμία ουσία εδώ. Δεν μπορώ και δεν θέλω να πώ τίποτε καινούριο πάνω στο θέμα, και όταν αναμασώ τον Ώστιν, φοβάμαι ότι μπορεί και κάποια από τα αναπαυμένα πια στην Οξφόρδη κοκκαλάκια του να τρίζουν! Εδώ το θέμα μου δεν είναι η λογική, η φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας και άλλα τέτοια, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Εδώ το θέμα μου είναι μια προσωπική ανακάλυψη (και όχι εφεύρεση) την οποία θέλω να μοιραστώ με τους αναγνώστες και φίλους του Συνιστολογίου. Η ανακάλυψη αυτή είναι μάλλον η μόνη πρωτότυπη ανακάλυψη που θα μπορούσα ποτέ να κάνω στη φιλοσοφία (και αυτό, ασφαλώς, συνεπάγεται ότι πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη!). Έχει, τέλος, να κάνει με τη μόνιμη έγνοια του Ώστιν, την καθημερινή γλώσσα -όχι όμως στην αγγλική αλλά στην ελληνική εκδοχή της. Αν, τώρα, ο χρόνος γύριζε πίσω και είχα ξανά την ευκαιρία να σπουδάσω φιλοσοφία, τότε η νέα μου ανακάλυψη θα αποτελούσε και το περιεχόμενο της πρώτης (και μόνης, ίσως) ερώτησης που θα έθετα στον Καθηγητή μου, όταν ερχόταν χαρούμενος εκείνο το απόγευμα στην αίθουσα να μας κάνει μάθημα με την ψεύτικη γάτα και την κουρελού του… Πώς μεταφράζεται, αλήθεια, στα ελληνικά η πρόταση «The cat is on the mat?».

Σήμερα έμαθα την αλήθεια: «Ο γάτος είναι στο χαλάκι».

υγ.1 Στη φωτογραφία που σας στέλνω αληθεύει βεβαίως η πρόταση «the cat lies under the tree». Αλλά αυτό είναι μια απλή ενδεχομενικότητα που δεν θα έπρεπε να σας προβληματίζει…

υγ.2 Το κείμενο αφιερώνεται στον γατόφιλο Αλέξη.

Ο μαζέττας

12 Οκτωβρίου 2007

Οι σχέσεις μου με το σκάκι είναι μέτριες και καλλιεργούνται στη χάση και τη φέξη. Οι προθέσεις μου, όμως, κάθε φορά που αρχίζω μια παρτίδα είναι σταθερές και εκφράζονται σ΄εκείνο που έγραφε ο Στέφαν Τσβάιχ στη Schachnovelle του –εισάγοντας μάλιστα νέο ρήμα στη γερμανική γλώσσα: Θέλω να παίζω σκάκι και όχι να σοβαρεύομαι με το σκάκι!

Ωστόσο, τέτοιες προθέσεις δεν χαρακτηρίζουν τη σκακιστική μηχανή του pc μου ούτε τους περισσότερους ανθρώπους-αντιπάλους που έχω αντιμετωπίσει. Ο μεν υπολογιστής παίρνει εξ επαγγέλματος το σκάκι στα σοβαρά. Και η διαφορά της μηχανοτροπίας του με τη νοοτροπία μου διαφαίνεται σύντομα ως διαφορά μεταξύ νικηφόρων κινήσεων και ηττοπαθών τρεκλισμάτων στη σκακιέρα…

Αλλά και οι άνθρωποι που υπήρξαν στο παρελθόν αντίπαλοί μου, με είχαν απογοητεύσει καθώς διέπρατταν το σφάλμα: Ευφορούσαν υπερβολικά όταν κέρδιζαν πιστεύοντας ότι η νίκη είχε επιβεβαιώσει την ευφυία τους και δυσφορούσαν υπερβολικά όταν έχαναν πιστεύοντας ότι η ήττα είχε πιστοποιήσει την ανοησία τους. Έτειναν με άλλα λόγια να πιστεύουν, ότι κάτι πολύ «σοβαρό» είχε γίνει στη διάρκεια της παρτίδας μεταξύ μας. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο απλώς για παιχνίδι, για ένα σκότωμα της ώρας, για ένα -κάποτε πολύωρο- αστείο με το σοβαρό και ταχύτατο μαζί, λιγόστεμα του χρόνου μας.

Έτσι, η δυσκολία μου όταν έπαιζα σκάκι δεν ήταν μόνο η τεχνική δυσκολία του να οργανώσω και να δω σωστά μελλοντικές κινήσεις. Ήταν και η ουσιαστική δυσκολία του να μοιραστώ τη δυσάρεστη ψυχική ατμόσφαιρα ενός παιχνιδιού που τρεπόταν τελικά σε μια σοβαρότητα (ή και μια σοβαροφάνεια). Ήταν η αδυναμία μου να συμβιβαστώ με τον φόβο της ξαφνικής απόκτησης πιστοποιητικού ανοησίας, φόβο που έβλεπα ανάγλυφο στα μάτια και τις κινήσεις του αντιπάλου μου, φόβο που μετρούσα να μεταδίδεται και στους δικούς μου σφυγμούς. Το σκάκι -αυτός ο επιτραπέζιος πόλεμος- ίσως και να είναι, τελικά, ένας πραγματικός πόλεμος κι εκείνος που θέλει να το αντιμετωπίζει ως παιχνίδι ίσως να βρίσκεται εξ ορισμού εκτός κλίματος…

Έχω λοιπόν από καιρό καταλάβει ότι δεν μπορώ να αγαπήσω το σκάκι, αλλά μόνο να εξασκώ κάπου-κάπου την ικανότητά μου σ’ αυτό. Συνήθως παίζοντας μια παρτίδα με τον υπολογιστή -κατά προτίμηση όμως, παίζοντας μια παρτίδα με έναν συγκεκριμένο καλό μου φίλο… Μαζί του, καταφέρνω να τρέψω το σκάκι από έναν σοβαροφανή πόλεμο για ανθρώπους που δεν αστειεύονται σε μια παιγνιώδη ειρήνη για ανθρώπους που δεν λένε να λογικευτούν. Κι έτσι, απολαμβάνω τα τρεκλίσματά μου στη σκακιέρα χωρίς να νιώθω ανόητος.

υγ. «Μαζέττας= Ο παίκτης ατζαμής, που χρόνια παίζει σκάκι αλλά δεν μαθαίνει τίποτε. Παραμένει στάσιμος, παίζει βιαστικά, κάνει συχνά λάθη και αβλεψίες (…).» Ο ορισμός είναι από το έργο «Το σκάκι -Πλήρης ανάπτυξις της θεωρίας και η πρακτική της εφαρμογή» του Τ.Σιαπέρα.

Πλαίσιο Computers ή «Οι αναξιόπιστοι»

28 Σεπτεμβρίου 2007

Για πρώτη φορά λέω να χρησιμοποιήσω το Συνιστολόγιο ως όργανο διαμαρτυρίας. Έτσι, για να εκτονωθώ ρε παιδί μου…Και γιατί το δίκιο είναι με το μέρος μου, οπότε δεν έχω να φοβηθώ τίποτε. Άλλωστε, η περιγραφή της εμπειρίας μου μπορεί να αντιστοιχεί στις εμπειρίες άλλων πολλών. Και μπορεί –έστω ξώφαλτσα- να βοηθήσει κάπως στο ταρακούνημα διαδεδομένων ψευδών πεποιθήσεων για την εταιρεία Plaisio Computers

Παρήγγειλα τη Δευτέρα που μας πέρασε έναν εκτυπωτή μέσω Internet. H Plaisio Computers έχει μια εντυπωσιακή σελίδα στο διαδίκτυο, όπου σε πληροφορεί ότι για παραγγελίες άνω των 45 ευρώ, γίνεται δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα. Και δεν μένει εκεί…Σου εξηγεί με ακρίβεια ότι υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί τρόποι πληρωμής στη διάθεση του αγοραστή και ότι το maximum αναμονής του παραγγελθέντος προϊόντος για τους κατοίκους πρωτεύουσας νομού στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι δύο ημέρες. Μάλιστα στη σελίδα δίδεται και το ακόλουθο παράδειγμα:

 «Για παράδειγμα, εαν βρίσκεστε σε Πρωτεύουσα Νομού και παραγγείλετε έως τις 15:00 την Τρίτη θα παραλάβετε την Πέμπτη ενώ στις υπόλοιπες περιοχές θα παραλάβετε την Παρασκευή.»

Εδώ αρχίζει η προσωπική μου εμπειρία: Παρήγγειλα τη Δευτέρα στις 14:15 μέσω διαδικτύου. Το απόγευμα της Τρίτης μου στείλανε email, ενημερώνοντάς με ότι «υπάρχει κάποιο θέμα με την παραγγελία μου και να επικοινωνήσω τηλεφωνικά μαζί τους». Επικοινώνησα άμεσα μαζί τους. Με ανάγκασαν να αλλάξω τον τρόπο πληρωμής (από αντικαταβολή να τον κάνω πιστωτική κάρτα, γιατί –λέει- έπρεπε να γίνει προεξόφληση της μεταφορικής επειδή το αντικείμενο που παρήγγειλα δεν μπορούσε να σταλεί με το ταχυδρομείο). Δυσφόρησα, γιατί πουθενά δεν υπήρχε στη σελίδα τους σχετικός όρος, αλλά συμφώνησα και έδωσα τα στοιχεία της πιστωτικής κάρτας μου. Κατόπιν, με ενημέρωσαν ότι η παραγγελία θα δοθεί στη μεταφορική την Τετάρτη και θα έρθει σε εμένα την Παρασκευή. Ξαναδυσφόρησα, γιατί ενώ η παραγγελία μου είχε γίνει Δευτέρα και έπρεπε να περιμένω να είναι εδώ μέχρι την Τετάρτη –ή βαριά, άντε την Πέμπτη!- ξαφνικά πήγαινε πιο μακριά η βαλίτσα. Δεν είπα όμως και πάλι τίποτε και δέχτηκα να παραλάβω Παρασκευή. Και εκεί τέλειωσε η αρχική επικοινωνία μου με το Πλαίσιο…

Σήμερα, περίμενα απ΄το πρωί τον εκτυπωτή μου. Έχω να τυπώσω αρκετά πράγματα. Αυτός δεν ήρθε ποτέ. Επικοινώνησα πριν από πέντε λεπτά με την Plaisio Computers. Με στήσανε στο τηλέφωνο (χωρίς χρέωση ευτυχώς) για πέντε λεπτά. Ξανατηλεφώνησα και μου απάντησε η ευγενέστατη Ρ.Κ. Της εξήγησα την όλη κατάσταση και ρώτησα πού είναι η παραγγελία μου. Μου απάντησε μετά από σύντομη αναζήτηση, ότι τελικώς ο εκτυπωτής μου θα βρίσκεται στις αποθήκες της μεταφορικής στην πρωτεύουσα νομού όπου βρίσκομαι, αύριο στις 7.30 το πρωί (όχι νωρίτερα). Και ότι επειδή η εν λόγω μεταφορική δεν παραδίδει Σάββατο, θα παραλάβω τον εκτυπωτή μου τη Δευτέρα…Μου πρότεινε όμως, να συνεννοηθώ αν θέλω με τη μεταφορική ο ίδιος, για να πάω αύριο το πρωί να παραλάβω ο ίδιος τον εκτυπωτή από τις αποθήκες της μεταφορικής… Μου πρότεινε δηλαδή ενώ παρήγγειλα εκτυπωτή για να μου έρθει στο σπίτι την Τετάρτη ή Πέμπτη, να πάω τα χαράματα του Σαββάτου ο ίδιος να τον πάρω από κάποιες αποθήκες…Μολών Λαβέ δηλαδή, ένα πράγμα η Plaisio Computers!

Αύριο φεύγω ταξίδι στις 7 το πρωί. Οπότε, ο εκτυπωτής θα μου παραδοθεί τελικώς τη Δευτέρα. Θα έχουν γίνει όλα διαφορετικά απ’ ό,τι μου υποσχέθηκε η Plaisio Computers. Έχει αλλάξει ο τρόπος πληρωμής, που υποτίθεται, ήταν στη διάθεσή μου. Έχει αλλάξει και ο χρόνος παράδοσης και μάλιστα δύο φορές: Από Τετάρτη σε Παρασκευή και από Παρασκευή σε Δευτέρα. Έχει αλλάξει και ο τρόπος παράδοσης ουσιαστικά: «Αν τον θέλεις στην ώρα του ktsynistologe, πήγαινε πάρ’τον μόνος σου!» Εμείς, θα στον φέρουμε όποτε γουστάρουμε!

Υγ. Ο διευθυντής του τμήματος παραγγελιών της Plaisio Computers για την ηπειρωτική Ελλάδα, μπορεί να είναι ένας καλός άνθρωπος. Αλλά με καλούς ανθρώπους (μόνο) δεν πάει μπροστά μια εταιρεία. Πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να είναι και αξιόπιστοι…