Αρχείο Συγγραφέων

Μετακόμιση ΙΙ

1 Μαΐου 2008

Το Συνιστολόγιο ξαναματα-μετακομίζει εδώ.

Advertisements

Κατά του άρ. 4 παρ. 4 Συντ.

26 Απριλίου 2008

Μία από τις ωραίες εκείνες διατάξεις του όχι και τόσο πολυχρονεμένου ελληνικού Συντάγματος είναι το άρ. 4 παρ. 4 Συντ., το οποίο επιφυλάσσει την είσοδο στην ακριβή δημόσια υπηρεσία μόνο στους ημεδαπούς. Βέβαια, μετά την τσουναμοειδή επέλαση του ευρωπαϊκού δικαίου, η διάταξη αυτή έχει καταστή γράμμα κενό για τις περιπτώσεις των Ευρωπαίων πολιτών. Παραμένει όμως απολύτως ισχυρή για τους λεγόμενους πολίτες τρίτων χωρών. Η πρότασή μου είναι η αναθεώρηση της διάταξης ως εξής: «Mόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όποιες δημόσιες λειτουργίες εισάγεται σχετική εξαίρεση με ειδικούς νόμους».

Οι τριτοχωρικοί λοιπόν πολίτες, οι τριτοκοσμικοί του 21ου αιώνα, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα υψηλά καθήκοντα του Έλληνος δημοσίου υπαλλήλου. Ο γονότυπός τους δεν τους βοηθεί στην πρωτοκόλληση, σφράγιση, προώθηση, καταλογογράφηση, έγκριση, φωτοτύπηση, αρχειοθέτηση εγγράφων. Δεν διαθέτουν επαρκή πίστη στην πατρίδα για να αποκομίσουν τα απορρίμματά μας. Οι πρόγονοί τους δεν παρέχουν εχέγγυα για να διδάξουν αριθμητική στα παιδιά μας. Η ιστορία τους δεν είναι αρκετά ένδοξη για να μπορούν να παραλαμβάνουν τις φορολογικές μας δηλώσεις, μόνο και μόνο για να βρουν λάθη και παραλείψεις σε αυτές.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί φυσικά μια πολύ μεγάλη στρέβλωση στην αγορά εργασίας: το σύνολο των ημιμαθών και ημικαλλιέργητων Ελλήνων αποφοίτων Λυκείου και Πανεπιστημίου αναζητεί εναγωνίως, με την Απογευματινή, το Έθνος και άλλες τέτοιες φυλλάδες στο χέρι, «θέσεις», «διαγωνισμούς», «προκηρύξεις», «συμβάσεις».

Οι συνομήλικοί τους τριτοχωρίτες, παιδιά ενός κατώτερου Συντάγματος, απλώς δουλεύουν.

Για πολλά χρόνια η διαφορά εργαζομένων στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα ήταν διαφορά κομματική: ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ. Πλέον, βοηθούσης και της απλοχεριάς των κυβερνώντων, με ξένα κόλυβα πάντα, η διαφορά ολοένα γίνεται και εθνική:

Ελλάς Ελλήνων Δημοσίων Υπαλλήλων.

Συμπλήρωση 06Ιουν08: Μου είχε διαφύγει ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει συν τοις άλλοις και μη αναθεωρήσιμη κατ’ άρ. 110 παρ. 1 Συντάγματος. Ενώ δηλαδή το άσυλο της κατοικίας, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, η απαγόρευση των βασανιστηρίων ή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν έτυχαν αυτής της ακριβής τιμής, το ρουσφέτι υπέρ των ιθαγενών έχει κατοχυρωθή, πολύ προνοητικά, στο Σύνταγμα…

Πού είναι η ευρωπαϊκή πατρίδα μας;

16 Απριλίου 2008

Τι είναι η ευρωπαϊκή πατρίδα μας; Μην είναι η βαθυκύανος αστερόεσσα; Μην είναι ο ποπ ύμνος An die Freude; Μην είναι το Εράσμους της ακαδημαϊκής ανεμελιάς; Μην είναι οι ευρωκράτες των κανονισμών και των οδηγιών;

Δύσκολα ερωτήματα όλα αυτά και ερεθιστικά. Ας περιμένουν όμως∙ σήμερα θα προσπαθήσω να απαντήσω σε ένα άλλο, ίσως πιο πρακτικό ερώτημα. Πού είναι η ευρωπαϊκή πατρίδα μας;

Γενικά, θα μπροούσα να σκεφτώ τρεις πιθανές και εύλογες οροθετήσεις του ημιφαντασιώδους πολιτικού και πολιτισμικού χώρου που καλείται «Ευρώπη»: την λύση της Κανταβρίας – Καλαβρίας (μικρή λύση), την λύση των δύο Γαλικιών (μέση λύση) και την λύση των δύο Ιβηριών (μεγάλη λύση).

α) Η λύση Κανταβρίας – Καλαβρίας αφορά πλέον το ιστορικό μας παρελθόν. Θα ήταν μια λύση μικρή γεωγραφικώς, από την Κανταβρία της Ισπανίας ως την Καλαβρία της Ιταλίας, μια λύση μικρή όμως και πολιτικώς: θα ταίριαζε σε μια Ευρώπη στενά δυτική, καθολική και ευαγγελική, γερμανόφωνη και ρωμανόφωνη. Μια Ευρώπη, για να είμαστε δίκαιοι, δίχως άλλο συνεκτικώτερη, πλουσιώτερη, ομογενέστερη, αλλά ομοίως ψευδώνυμη: όχι Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μάλλον Εσπερική Ένωση. Εκπλήσσομαι σε κάποιο βαθμό που η λύση αυτή δεν επεκράτησε, περισσότερο όμως επιχαίρω που ο λάτρης των αφρικανικών αδαμάντων Βαλέριος Γισκάρδος Δεσταίγγος, ο αγωνιστής της Γαλλικής Αντίστασης Φραγκίσκος Μιττεράνδος, ο Ελμούτος Λάχανος (μεταφράζω το επώνυμό του για να μην το μεταγλωττίσω∙ μας διαβάζουν και μικρά παιδιά) και οι λοιποί παλαιοί ευρωκράτορες επέδειξαν θάρρος. Ας το έχουμε αυτό υπόψιν.

β) Η λύση των δύο Γαλικιών παίρνει ως σημεία αναφοράς την Γαλικία της Ισπανίας και την Γαλικία των πολωνοουκρανικών συνόρων. Την ονομάζω μέση λύση όχι μόνο γιατί δίνει την μέση λύση στο γεωγραφικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής επέκτασης, αλλά και επειδή αμφιταλαντεύεται και ως προς το όχι καινοφανές ζήτημα της γεωπολιτισμικής ένταξης των σλαβικών ορθόδοξων λαών. Είναι το σημείο στο οποίο στέκεται αυτήν την στιγμή η ευρωπαϊκή πορεία, για να ξανασάνη ή για να ριζώση: οι νότιοι (και οι δυτικοί φυσικά) Σλάβοι μέσα, οι ανατολικοί έξω. Ποιο είναι το πρακτέον;

γ) Η λύση των δύο Ιβηριών αναφέρεται στον γεωπολιτισμικό χώρο που ορίζει η Ιβηρική χερσόνησος στην Δύση και η Γεωργία στην Ανατολή. Αποτελεί το αναγκαστικό επόμενο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα βήμα όμως τόσο μεγάλο και τόσο επικίνδυνο, ώστε τρομάζει. Κινούμαστε ήδη προς τις γεωγραφικές και πολιτισμικές παρυφές της Ευρώπης και κατά πάσα πιθανότητα πλησιάζουμε στην έξοδο από την εννοιολογική άλω της πολιτικής έννοιας της Ευρώπης. Η λύση των δύο Ιβηριών, ο κοινός ευρωπαϊκός Οίκος από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, θα συμπεριελάμβανε στην Ηνωμένη, στην πραγματικότητα πλέον και όχι μόνο κατ’ επίφασιν, Ευρώπη την Ουκρανία, την Λευκορρωσσία, την Γεωργία, την Αρμενία, την Ρωσσία.

Την Ρωσσία; Κάπου εδώ συνοφρυώνεται το πράγμα.

Ανακάθαρσις ΙΙ

11 Απριλίου 2008

Μετά το μικρό αναψυκτικό διάλειμμα, συνεχίζω με αμείωτο τον ανακαθαρτήριο οίστρο μου. Στην δημοσίευση αυτή κινούμαι σχετικά εκτός του σημείου εστίασής μου και γιαυτό δεν έχω πλήρως αποσαφηνίσει τις ιδέες μου σε κάποια ζητήματα. Αλλά έστω, με το θάρρος της παρησσίας και με το θράσος της καινοτομίας σκέφτομαι ότι το ποινολογικό μας σύστημα πρέπει να κινηθή προς την κατεύθυνση της απλοποίησης, του εκσυγχρονισμού, της προβλεψιμότητας και της αξιοπιστίας (: όσα ακούς, τόσα εκτίεις). Η στροφή από το προνοιακό πρότυπο στο δικαϊκό πρότυπο πρέπει να ολοκληρωθή∙ η φιλελευθεροποίηση εκφράζεται εδώ με την αυστηρή τήρηση της αρχής της επικουρικότητας, με την αναλογικότητα κυρίων και παρεπόμενων ποινών, με την απομάκρυνση κάθε αχρηστευτικής ποινής, με την κατάργηση κάθε υπολείμματος φρονηματικού ποινικού δικαίου.

Αναλυτικά:

Ποινολογία

– Εισαγωγή του θεσμού της αποχής από την ποινή.

– Εισαγωγή ενιαίου τύπου στερητικής της ελευθερίας ποινής με κατάργηση της κάθειρξης.

– Δραστική μείωση των επιμέρους πλαισίων ποινής.

– Κατάργηση των ιδιαζουσών ποινών του περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα και της σχετικώς αόριστης κάθειρξης των καθ’ έξιν υποτρόπων εγκληματιών.

– Κατάργηση της ισόβιας κάθειρξης.

– Κατάργηση της κράτησης στο πλαίσιο απεγκληματοποίησης των πταισμάτων.

– Εισαγωγή ενιαίας χρηματικής ποινής με κατάργηση του προστίμου.

– Ρητή πρόβλεψη της αναλογικότητας στις παρεπόμενς ποινές.

– Εισαγωγή του θεσμού της απαγόρευσης προσέγγισης και επικοινωνίας με το θύμα και της απαγόρευσης οδηγήσεως ως παρεπόμενων ποινών.

– Μετατροπή σε παρεπόμενες ποινές από μέτρα ασφαλείας της απαγόρευσης διαμονής, της απέλασης και της δήμευσης (κατά το ήμισυ).

– Απαγόρευση της απέλασης ανηλίκων αλλοδαπών.

– Κατάργηση των μέτρων ασφαλείας της εισαγωγής αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα και της παραπομπής σε κατάστημα εργασίας.

– Κατάργηση του εγκλήματος από φιλοκέρδεια.

– Κατάργηση της μετατροπής της ποινής κατά της ελευθερίας σε χρηματική ποινή.

– Κατάργηση της επίτασης της ποινής λόγω υποτροπής.

– Κατάργηση της υποτροπής εξ αμελείας.

– Κατάργηση του καθ’ έξιν εγκληματία.

− Περιορισμός της δυνατότητας αναστολής της ποινής σε καταδίκες έως δύο ετών.

– Κατάργηση του ευεργετικού υπολογισμού της ποινής λόγω εργασίας του καταδικασθέντος.

– Κατάργηση της υφ’ όρον απολύσεως.

– Κατάργηση της μη παροχής υφ’ όρον απολύσεως σε καταδικασθέντες επί εσχάτη προδοσία.

− Αύξηση των χρόνων παραγραφής.

Υπέρ της ελευθερίας φαρμακεύσεως

6 Απριλίου 2008

Ονομάζω «φαρμάκευση» το ντόπινγκ, μια δραστηριότητα που δεν περιλαμβάνει μόνο φάρμακα διεγερτικά, ψυχοτρόπα, αναβολικά, διουρητικά, καλυπτικούς παράγοντες και λοιπά, αλλά τείνει να επεκταθή και σε έννοιες όπως το βιολογικό και ήδη το γενετικό ντόπινγκ και έχει ο Θεός. Επιχειρηματολογώ υπέρ της πλήρους νομιμοποίησης της φαρμάκευσης ως εξής:

Σύμφωνα με τον πρωτεύοντα κανόνα που θέτει το άρ. 128Α Ν. 2725/1999 «Το ντόπινγκ αλλοιώνει τη γνησιότητα του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών, θέτει σε κίνδυνο την υγεία των αθλητών και ιδίως των ανηλίκων, είναι αντίθετο με τις θεμελιώδεις αρχές του Ολυμπισμού, του ευ αγωνίζεσθαι και της ιατρικής ηθικής και απαγορεύεται». Η απαγόρευση αυτή συνιστά και διεθνή υποχρέωση του κράτους, σύμφωνα με το άρ. 5 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων κατά του Ντόπινγκ (κυρωτικός Ν. 3516/2006).

Σπάνια συναντά κανείς την αιτιολογική έκθεση ενσωματωμένη στον νόμο ως δήθεν διάταξή του, δείγμα χαμηλής νομοτεχνικής στάθμης. Ας δούμε λίγο αυτά τα επιχειρήματα.

α) Το ντόπινγκ αλλοιώνει την γνησιότητα του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών.

Λήψη του ζητουμένου: προϋπόθεση της «αλλοίωσης της γνησιότητας του αποτελέσματος και της προσπάθειας των αθλητών» είναι η απαγόρευση της φαρμακεύσεως, διότι αν η φαρμάκευση είναι επιτρεπτή και γνωστή σε όλους εκ των προτέρων ουδείς αλλοιώνει, ουδείς εξαπατά, ουδείς νοθεύει. Και ας μην βιαστή κανείς πη ότι αυτό δεν γίνεται και δεν έχει δοκιμαστή πουθενά. Η ίδια λοιπόν «αλλοίωση», της οποίας λογικό προαπαιτούμενο αποτελεί η απαγόρευση, γίνεται αντικείμενο επίκλησης, προκειμένου να δικαιολογηθή το πρώτον η απαγόρευση! Έτσι, η απαγόρευση καταλήγει να αυτοαιτιολογήται, με τον ίδιο τρόπο σημειωτέον με τον οποίο οι υπέρμαχοι της απαγόρευσης των ψυχοτρόπων συνηθίζουν να «αιτιολογούν» εκείνη την απαγόρευση.

β) Το ντόπινγκ θέτει σε κίνδυνο την υγεία των αθλητών και ιδίως των ανηλίκων.

Κηδεμονισμός: οι (ενήλικες) αθλητές μπορούν μόνοι τους, σαν μεγάλα παιδιά που είναι, να αποφασίσουν αν τους συμφέρει να αναλάβουν τον κίνδυνο του καπνίσματος, της γρήγορης οδήγησης, της χοιρινής μπριζόλας ή της φαρμάκευσης. Είναι αξιολογικά αντιφατικό να θεωρήται ο πυγμάχος αρκετά ώριμος να αναλάβη τον κίνδυνο να του σφυροκοπήσουν το κεφάλι, με κίνδυνο να πάθη αιμάτωμα, αλλά ανώριμος να πιη ένα χάπι στανοζολόλη.

γ) Το ντόπινγκ είναι αντίθετο με τις θεμελιώδεις αρχές του Ολυμπισμού, του ευ αγωνίζεσθαι και της ιατρικής ηθικής.

Ηθικισμός: το ολυμπιακό κίνημα και οι ιατροί, αν θεωρούν ότι προσβάλλεται η ηθική τους, ας λάβουν τα μέτρα τους. Κανείς δεν απαγορεύει στους μεν ή στους δε να προσφέρουν πρόσβαση στις υπηρεσίες τους μόνο σε όσους αθλητές δεν φαρμακεύονται, να καθορίζουν σχετικώς κανόνες, να προβαίνουν σε ελέγχους κ.λπ. Ομοίως όμως δεν μπορεί να απαγορεύεται σε όποιον δεν θέλει να ακολουθήση αυτήν την αθλητική ηθική να φέρεται στο σώμα του όσο άσχημα θέλει και να συμμετέχη σε αγώνες όπου θα είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι επιτρέπεται ο χημικός ανταγωνισμός. Αν και μου είναι κάπως θολό γιατί τα συμπληρώματα διατροφής ή οι τελευταίας τεχνολογίας πανάκριβες κολυμβητικές στολές είναι φυσικά και ηθικά και δεν «αλλοιώνουν τις επιδόσεις», η τεστοστερόνη όμως, ένα ενδογενές αναβολικό στεροειδές, είναι αφύσικη και ανήθικη.

Σύμφωνα με το άρ. 128Θ παρ. 2 Ν. 2725/1999 «Αθλητής που χρησιμοποιεί φυσική ή χημική ουσία ή βιολογικό ή βιοτεχνολογικό υλικό ή επιτρέπει την εφαρμογή σε αυτόν μεθόδου που απαγορεύονται από την κοινή απόφαση του άρθρου 128Γ του παρόντος, με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής του διάθεσης, ικανότητας και απόδοσής του, κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων ή εν όψει της συμμετοχής του σε αυτούς, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη».

Η απαγόρευση και η απειλή τιμωρίας είναι αδικαιολόγητη και άδικη. Περισσότερη ελευθερία θα ωδηγούσε ασφαλώς σε λιγώτερη ντροπή.

Ανακάθαρσις Ι

30 Μαρτίου 2008

poinikos-kodikas.jpg

Στην ανάρτηση αυτή θα ήθελα να πιάσω πάλι τον παλιό μίτο της Ανακαθάρσεως. Θέλω συγκεκριμένα να αναφέρω απλώς, δίκην καταλόγου, τις αλλαγές που θεωρώ ότι πρέπει να γίνουν στην ποινική μας νομοθεσία, πρώτα στον Ποινικό Κώδικα και ακολούθως και σε κάποιους ειδικούς ποινικούς νόμους, για να γίνουν περισσότερο σύμφωνοι με το Σύνταγμα, ηπιώτεροι, αποτελεσματικώτεροι και, γιατί όχι, πιο φιλελεύθεροι. Θα είμαι κάπως συνθηματολογικός, όχι μόνο επειδή κάποιες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τις έχω αναπτύξει εκτενέστερα εδώ ούτε μόνο επειδή δεν σκοπεύω να κάνω την ανακαθαρτική μου δημοσίευση πολύ τεχνική και λεπτομερειακή, αλλά επειδή ενδιαφέρομαι κυρίως να καταλογογραφήσω την πτερόεσσα και ασυμμάζευτη σκέψη μου σε ένα κατάλογο πρακτέων, ένα του ντου λιστ βρε παιδί μου. Κάθε απορία φυσικά ευπρόσδεκτη.

Ο αναγνώστης του Συνιστολογίου που ίσως απορήσῃ και εξαναστῄ με κάποιες (ή με όλες!) από τις προτάσεις ας αρκεστῄ για την ώρα στην διαβεβαίωση ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή σκέψης που τις ενώνει όλες και ότι δεν γράφω άκοπα και εκ των ενόντων, αλλά αφού στίψω το μυαλό μου καμπόσο. Το μυαλοζούμι μου καταθέτω εδώ.

Και μια τελευταία εισαγωγική παρατήρηση: συχνά στην συνέχεια θα αναφέρωμαι σε απεγκληματοποίηση και κατάργηση ποινικών διατάξεων. Ας μην σκανδαλίζωνται οι αναγνώστες: πολλές φορές (όχι πάντα όμως!) δεν εννοώ την απεγκληματοποίηση ως νομιμοποίηση, καθώς κάτι μη εγκληματικό μπορεί κάλλιστα να είναι αστικά ή διοικητικά άδικο. Απλώς θέλω, στις περιπτώσεις αυτές, να θέσω εκποδών, να πετάξω από τα πόδια μας την άχρηστη και αχρείαστη ποινική ύλη, για να μπορέσουμε καμιά φορά να πετάξουμε.

Αρχίζω λοιπόν:

Γενικό Μέρος Ποινικού Κώδικα

− Κατάργηση του άρ. 4 ΠΚ περί μη εφαρμογής της αρχής nulla poena sine lege praevia στα μέτρα ασφαλείας.

– Κατάργηση του άρ. 8 περ. (ι) ΠΚ περί εφαρμογής της αρχής της παγκόσμιας δικαιοσύνης επί παράνομης κυκλοφορίας και εμπορίου άσεμνων δημοσιευμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 13 περ. στ΄ ΠΚ περί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης.

– Κατάργηση των άρ. 18 εδ. γ΄, 26 παρ. 2 και 47 παρ. 3 ΠΚ περί πταισμάτων.

– Κατάργηση του άρ. 19 εδ. β΄ ΠΚ.

– Κατάργηση του άρ. 21 ΠΚ περί προσταγής.

– Κατάργηση του άρ. 24 ΠΚ περί υπαίτιας πρόκλησης άμυνας.

– Πρόβλεψη μειωμένης ποινής για την μη συγγνωστή νομική πλάνη (άρ. 31 παρ. 2 ΠΚ).

– Κατάργηση του άρ. 33 ΠΚ περί κωφαλάλων εγκληματιών.

– Κατάργηση των άρ. 37-41 ΠΚ περί εγκληματιών ηλαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμόν κ.λπ.

– Μετατροπή του άρ. 42 ΠΚ περί αποπείρας: γενική τιμώρηση της απόπειρας στα κακουργήματα, όπου προβλέπεται στα πλημμελήματα.

– Κατάργηση του άρ. 43 ΠΚ περί απρόσφορης απόπειρας.

– Μετονομασία του ηθικού αυτουργού σε υποκινητή (άρ. 46 παρ. 1 περ. α΄).

– Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ περί άμεσου συνεργού.

− Πρόβλεψη κατ’ αρχήν μειωμένης ποινής για τον υποκινητή και τον συνεργό, η οποία δύναται να εξομοιωθῄ με την ποινή του αυτουργού.

− Κατάργηση του άρ. 46 παρ. 2 ΠΚ περί προσχηματία υποκινητή (agent provocateur).

– Κατάργηση του άρ. 48 ΠΚ περί γενικής διάταξης επί των συμετόχων.

Μικρό εκτρωτικό

23 Μαρτίου 2008

Η πιο καθαρή περίπτωση ηθικού δικαίωματος σε έκτρωση είναι ίσως εκείνη της εγκύου που εξαναγκάστηκε να μείνῃ έγκυος, ας πούμε με βιασμό. Συμφωνώ λοιπόν και εγώ ότι η συγκεκριμένη έγκυος έχει κάθε ηθικό δικαίωμα να προβῄ στην έκτρωση του κυήματος.

Ας υποθέσουμε όμως ότι η εν λόγῳ έγκυος αποφασίζει να κυοφορήσῃ και να γεννήσῃ το έμβρυο, επειδή ας πούμε θεωρεί ότι ό,τι έγινε, έγινε και το αθώο έμβρυο δεν φταίει σε τίποτε. Πώς θα χαρακτηρίζαμε ηθικά την στάση της αυτή;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η δεύτερη έγκυος πράττει κατά τρόπο σύμφωνο με τις ηθικές αξίες, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να πούμε ότι πράττει σε εκτέλεση κάποιου καθήκοντος. Αντιθέτως, το κοινό και εκ του προχείρου αίσθημα θα έλεγε ότι η πράξη της ενεργείται πέραν του καθήκοντος. Αν όμως η πρώτη έγκυος είχε το ηθικό δικαίωμα να προβῄ στην έκτρωση και η δεύτερη έγκυος έπραξε πέραν του ηθικού καθήκοντος αποδεχόμενη την εγκυμοσύνη της, πώς κρίνονται συγκρινόμενες οι δύο πράξεις; Και ποια είναι η ορθοπραξία εν προκειμένῳ; Με άλλο λόγια, ποια είναι η ηθικώτερη ανάμεσα στις δύο κατ’ αρχάς ηθικές επιλογές;

Σε μια ανάλογη περίπτωση, δεν νομίζω ότι θα δυσκολευόμασταν πολύ. Αν η επιλογή ήταν μεταξύ του να πέσουμε στην παγωμένη θάλασσα για να σώσουμε κάποιον που πνίγεται ή να τηλεφωνήσουμε σε κάποια αρχή, δεν υπάρχει κανείς που δεν θα μας συνιστούσε το πρώτο, αν τυχόν ήμασταν σωματικώς ικανοί, ως ηθικά ανώτερη. Καλή η κλήση βοήθειας, αλλά καλύτερη η προσωπική προσπάθεια.

Εδώ δεν βλέπω κάτι διαφορετικό. Καλή και άγια η έγκυος που προβαίνει στην έκτρωση, καλύτερη και αγιώτερη όμως εκείνη που κρατάει το μωρό που φτερουγίζει μέσα της. Εκείνη που μεταβάλλει την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη σε επιθυμητή μητρότητα. Εκείνη που μεταμορφώνει την ανάγκη σε προαίρεση. Όπως λέει και η Ιφιγένεια στον στ. 1375-1376 της εν Αυλίδι: «τούτο δ’ αυτό βούλομαι ευκλεώς πράξαι». Φρικτή η καταναγκαστική εγκυμοσύνη, ειδικά ως προϊόν βιασμού, αλλά όλα τα φρικτά πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε ευκλεώς.

Κάθε γυναίκα που μένει παρά την θέλησή της έγκυος πρέπει να γεννᾴ το παιδί της∙ τοὐλάχιστον αυτό πρέπει να την συμβουλεύουμε ως ηθικά ανώτερο. Δεν πρέπει να φοβώμαστε να το λέμε από φόβο μήπως μας θεωρήσουν αντιδραστικούς, σεξιστές ή ό,τι άλλο.

Περί απεργίας και ψευδαπεργίας

19 Μαρτίου 2008

Κάποτε υπήρχε η απεργία. Ένα ατομικό δικαίωμα κάπως ιδιόμορφο, γιατί ασκείτο μόνο συλλογικά (όπως και δυο τρία άλλα βέβαια), το οποίο στην βάση του ήταν κάτι σαν εκβίαση, στρεφόμενη κατά του ατομικού δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας άλλων συμπολιτών. Βασάνισε τους νομικούς για κάμποσο καιρό, αλλά τελικά μπόρεσαν να την τιθασεύσουν: ο απεργός εργαζόμενος εκβιάζει τον εργοδότη για να επιτύχῃ κάποια αναπροσαρμογή των όρων της μεταξύ τους σύμβασης. Απλό, μια δυαδική σχέση είναι. Κάποια ερωτήματα, όπως γιατί το ελληνικό Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα της (αντ)απεργίας και στους εργοδότες ή πόσο μπορεί να περιορίσῃ ο νόμος την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας σε ωρισμένες κατηγορίες δημοσίων ή άλλων υπαλλήλων, ας μείνουν εδώ αναπάντητα.

Μετά χρόνια και καιρούς γεννήθηκε η ψευδαπεργία. Είχε το ίδιο όνομα με την απεργία, αλλά τελείως διαφορετική δομή, στόχευση και λειτουργία. Πλέον δεν απεργούσαν οι εργαζόμενοι, αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι ή και οι μικροεργοδότες. Η απεργία των εργαζομένων δεν στρεφόταν πλέον κατά του εργοδότη, απειλώντας την οικονομική ελευθερία του και τα πολύτιμα κέρδη του, αλλά κατά του κοινωνικού συνόλου. Η απεργία μεταλλάχθηκε από εκβίαση σε αρπαγή: οι απεργοί έπιαναν ομήρους όλους τους άλλους συμπολίτες τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι είχαν στα χέρια τους μονοπώλια με θεμελιώδη σημασία για το κοινωνικό σύνολο. Και φυσικά ποιο θεμελιωδέστερο μονοπώλιο και ποιο πιο μονοπωλιακό θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης από τον κρατικό μηχανισμό; Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: άλλαξε ο αποδέκτης των αιτημάτων της απεργίας, που δεν ήταν πλέον ο εργοδότης, αλλά το παντοδύναμο, πολυέλεο, πολυεύσπλαγχνο, πολυπλόκαμο Κράτος. Η ψευδαπεργία έγινε πλέον τριγωνική σχέση.

Μία ακόμη αναπάντεχη συνέπεια της γέννησης της ψευδαπεργίας ήταν μια κάπως απρόσμενη εφαρμογή του νόμου του Γρεσχάμου: η κακή απεργία εξαφάνισε πλήρως την καλή. Η απεργία που είχε νόημα, σκοπό, κοινωνικό περιεχόμενο υποχώρησε προτροπάδην στην ψευδαπεργία των δημοσίων υπαλλήλων κατοχής, του τσαμπουκά χαβαλέ και των προνομίων που βαφτίζονται «κεκτημένα».

Εγώ δεν απεργώ σήμερα. Δεν μου φταίνε σε τίποτε οι εντολείς μου. Δεν θέλω τίποτε από το κράτος, εκτός από την ησυχία μου. Ας βγούνε άλλοι στους δρόμους με όπλα στους ώμους.

Laissez baiser!

17 Μαρτίου 2008

Το παρόν είχε δημοσιευθεί αρχικά στην Αναμόρφωση· ευχαριστώ όσους έκαναν τον κόπο να σχολιάσουν εκεί, ιδίως τον Ασμοδαίο, που διώρθωσε τα ανύπαρκτα γαλλικά μου. Στο αρχικό κείμενο προσέθεσα κάποια σημεία από την εμπειρία των τελευταίων μηνών.

Το αρχαιότερο επάγγελμα, η πορνεία, η επ’ αμοιβῄ έκδοση ή όπως αλλιώς το αποκαλέσουμε κατά πολιτικήν ευπρέπειαν λαθροβιοί στην σημερινή Ελλάδα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς μεταξύ νομιμοφανούς παρανομίας και ημιπαράνομης νομιμότητας. Η πορνεία είναι μεν νόμιμη, οι προϋποθέσεις όμως που της επιβάλλονται αρμόζουν περισσότερο σε μια κοινωνικώς επιβλαβή συμπεριφορά που κατ’ ανοχήν επιτρέπεται και καλύτερα θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου παρά σε αυτό που πράγματι είναι, προσφορά ερωτικών υπηρεσιών μεταξύ συναινούντων υποκειμένων, όπου κάθε ηθική αξιολόγηση εκ μέρους του κράτους περιττεύει. Επιχειρηματολογώ συνεπώς ότι η ισχύουσα κρατική ρύθμιση είναι υποκριτική, διότι, ενῴ ισχυρίζεται ότι εκλαμβάνει την πορνεία ως μια οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, στην πραγματικότητα, αφορμώμενη όχι λίγο από παλαιού τύπου ηθικισμό, επιχειρεί να την περιορίσῃ με κάθε είδους περιττούς διοικητικούς περιορισμούς και να θέσῃ τον πληθυσμό των συγκεκριμένων επαγγελματιών υπό ασφυκτικό έλεγχο, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το δικαίωμά τους να εργάζωνται και για την διαφθορά των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων. Στα επόμενα σχολιάζω κάποιους από αυτούς τους περιορισμούς και επιχειρώ να εξαγάγω τα σχετικά συμπεράσματα.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι ο Ν. 2734/1999 (ΦΕΚ Α-161) περί εκδιδόμενων επ’ αμοιβῄ προσώπων. Μερικά από τα περιεχόμενα του νόμου αυτού που με προβληματίζουν είναι τα ακόλουθα:

Στο κατά τ’ άλλα λογικό άρ. 1 προβλέπεται ότι για να μπορέσῃ κάποιο πρόσωπο, συνήθως γυναίκα, να ασκήσῃ το συγκεκριμένο επάγγελμα πρέπει να είναι άγαμη, χήρα ή διαζευγμένη. Δεν πρόκειται για κανένα πολύ σημαντικό προαπαιτούμενο από πρακτική άποψη, αλλά νομίζω το διέπει ένας αδικαιολόγητος ηθικισμός: αν κάποια δεν ενδιαφέρεται για τον γάμο της αρκετά, ώστε να προτιμᾴ να είναι πόρνη ή, πολύ περισσότερο, συναινεί ο άντρας της, δεν είναι δουλειά του κράτους να προμαχῄ υπέρ ενός γάμου ήδη νεκρού ή, εν πάσῃ περιπτώσει, ανορθόδοξου. Όποιου το δικαίωμα σε αποκλειστική γενετήσια συνάφεια προσβάλλεται, ας υποβάλῃ αγωγή διαζυγίου.

Εκείνο βέβαια που δεν προκύπτει ευθέως από το άρ. 1, αλλά από την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4, είναι ότι, προκειμένου να εκδοθῄ το πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, η εκδιδόμενη δακτυλοσκοπείται στην Αστυνομία. Ποιος ο λόγος να υποβληθῄ σε μία διαδικασία που εκλαμβάνεται ως ταπεινωτική και προσβλητική; Διανοήθηκε κανείς να δακτυλοσκοπήσῃ τους κομμωτές ή τους ιχθυοπώλες;

Στο άρ. 2 του νόμου προβλέπεται ότι «Πρόσωπα, που κατέχουν πιστοποιητικό που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, υποχρεούνται, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες, να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, με μέριμνα των υγειονομικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Και πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθῄ ο κάθε αναγνώστης. Πρόκειται για στοιχειώδες μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας, σωστά; Όσο και αν ακουστῄ παράξενο όμως, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η υποχρεωτική δεκαπενθήμερη ιατρική εξέταση έχει κάποιο νόημα. Δεν αμφισβητώ το γεγονός φυσικά όχι μόνο της ύπαρξης και μακροημέρευσης του AIDS, αλλά περισσότερο ίσως της έξαρσης των μεταδιδόμενων νοσημάτων, από τα κονδυλώματα ως την ηπατίτιδα. Απλώς μου γεννάται η εντύπωση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κατάλοιπο της εποχής της σύφιλης και ότι η ιατρική εξέταση, το βιβλιάριο και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ακόμα μέσο ελέγχου και εξουσίασης του συγκεκριμένου πληθυσμού. Αν δηλαδή η αιτία είναι ότι οι συγκεκριμένες επαγγελματίες έρχονται σε ερωτική επαφή με πολλούς άνδρες, για να είμαστε ειλικρινείς ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με όσες (και όσους!) μη επαγγελματίες κάνουν το ίδιο. Κανείς δεν σκέφτηκε βέβαια να επιβάλῃ κάτι τέτοιο στον μπήχτη ή στην παρτόλα της γειτονιάς. Στο κάτω κάτω οι παράνομες πόρνες έχουν την νοημοσύνη να ελέγχωνται μόνες τους και η διάδοση ασθενειών δεν οφείλεται τόσο σε αυτές όσο στους πιεστικούς, μερακλήδες πλην αμβλύνοες πελάτες τους…

Στο άρ. 3 παρ. 1 του νόμου προβλέπεται μια σύγχρονη μορφή δουλοπαροικίας: η εκδιδόμενη είναι υποχρεωμένη να εκδίδεται σε συγκεκριμένο οίκο ανοχής, ένα και μοναδικό, εφοδιάζεται δε με ειδική άδεια εγκατάστασης, που την προσδένει αμετάκλητα με τον συγκεκριμένο οίκο. Με τον τρόπο αυτό τίθεται στην παρανομία χωρίς λόγο η πορνεία των ροζ αγγελιών, του κολ γκερλ, της συνοδού και γενικώς της βίζιτας: η πορνεία πολυτελείας, εκείνη που αποφέρει τα περισσότερα έσοδα, δωρίζεται χωρίς πολλά πολλά στην παρανομία και στα κυκλώματα του υποκόσμου. Λαμπρή ιδέα.

Στο άρ. 3 παρ. 3 και 4 εξάλλου προβλέπονται τα εξής: «3. Οι δήμοι και οι κοινότητες καθορίζουν, με απόφασή τους, τον αριθμό των εν λόγω αδειών που επιτρέπεται να χορηγούνται στην περιφέρειά τους, με βάση τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ανάγκες, που σχετίζονται κυρίως με τον πληθυσμό τους και τη σύνθεση αυτού, την ύπαρξη στρατοπέδων, λιμανιών και βιομηχανικών μονάδων, καθώς και με την ανάπτυξη εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων που επιβάλλουν απασχόληση ή διέλευση ατόμων από άλλες περιοχές. […] 4. Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια, καθώς και σε χώρους που δεν είναι κύριας χρήσεως και δεν πληρούν τους όρους του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Επίσης, Δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση σε κτίρια που απέχουν, σε ακτίνα λιγότερο από 200 μέτρα, από ναούς, σχολεία, νηπιαγωγεία, φροντιστήρια, παιδικούς σταθμούς, νοσηλευτικά ιδρύματα, κέντρα νεότητας, αθλητικά κέντρα, οικοτροφεία, βιβλιοθήκες και ευαγή ιδρύματα, καθώς και από πλατείες και παιδικές χαρές».

Συνέπεια αυτών των διατάξεων, σε συνδυασμό και με το άρ. 3 παρ. 2, είναι ότι σχεδόν όλοι οι οίκοι ανοχής στεγάζονται σε κοτέτσια. Από την στιγμή που ο νόμος απαγορεύει την στέγαση σε πολυκατοικίες, αν δεν συναινέσουν όλοι, δηλαδή ποτέ, απαγορεύει όμως και την στέγαση σε διατηρητέα, τι απομένει; Μπορεί να το διαπιστώσῃ με τα μάτια του ο καθένας στην Λιοσίων.

Επιπλέον, ο περιορισμός της απόστασης από πλατείες, σχολεία, ναούς κ.λπ. δεν νομίζω ότι ωφελεί. Εντάξει, έχει κάποιο νόημα, αλλά όχι σήμερα, που η πορνογραφία π.χ. είναι μέσα σε κάθε σπίτι μέσῳ του Διαδικτύου∙ αν υπάρχῃ κάποιος κίνδυνος, ας τον αναζητήσουν εκεί οι ηθικολογούντες.

Επιπλέον, οι περιορισμοί δεν είναι νομίζω και συνταγματικώς ανεκτοί. Δεν είναι δυνατόν να τίθενται τέτοιοι που να απαγορεύουν στην πράξη την άσκηση μιας νόμιμης δραστηριότητας σε σχεδόν ολόκληρη την έκταση του Δήμου Αθηναίων! Υπάρχουν και λειτουργούν περί τους 250 οίκους ανοχής∙ από αυτούς είναι ευρέως γνωστό ότι άδεια έχει ένας (1) και μοναδικός…

Όσο για τον περιορισμό στην έκδοση των αδειών, είναι προφανές ότι είναι δώρο ουρανόσταλτο στα κάθε λογής ανεξέλεγκτα μασατζίδικα: αφού υπάρχει η ζήτηση για αγοραίο έρωτα, θα καλυφθῄ ούτως ή άλλως. Ο νόμος (και τα δημοτικά συμβούλια που καλούνται να τον εφαρμόσουν) απλώς προτιμᾴ να στρουθοκαμηλίζῃ και να ευνοῄ κατ’ αποτέλεσμα τους σκοτεινούς καναπέδες κάποιων μπαρ από τα νόμιμα πορνεία. Η NIMBY νοοτροπία των δημοτικών μας αρχόντων τέτοια αποτελέσματα έχει.

Στο άρ. 5 προβλέπεται ότι «Η χρήση οικημάτων για άσκηση επαγγελματικού ομαδικού εταιρισμού με οποιοδήποτε μορφή, όνομα ή τίτλο απαγορεύεται». Και αυτή η διάταξη δεν προσφέρει τίποτα και μου είναι ακατανόητη. Η περιβόητη απαγόρευση του ομαδικού εταιρισμού, εκτός του ότι αφήνει τις μεμονωμένες πόρνες έκθετες στους κάθε λογής «προστάτες», έχει οδηγήσει και στην εξής παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία: υπάρχουν νόμιμες και παράνομες παρτούζες! Ναι, όπως το διαβάσατε, το ελληνικό κράτος έχει γνώμη για το σε ποιους συνδυασμούς επιτρέπται να κάνουν έρωτα επί πληρωμῄ τρία άτομα. Έτσι, για να χρησιμοποιήσω την πορνογραφική συμβολολογία, ο συνδυασμός MFΜ ή ΜΜF επιτρέπεται, ο συνδυασμός όμως FΜF ή FFM συνιστᾴ «ομαδικό εταιρισμό», απαγορεύεται και συνεπάγεται αυτόφωρο!

Τέλος πάντων, το χειρότερο έρχεται στο άρ. 6: «1. Η άδεια εγκατάστασης και χρήσης οικήματος αφαιρείται για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως τρεις (3) μήνες και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι έξι (6) μήνες, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 3, στις εξής περιπτώσεις: […] β. Όταν μέσα στο οίκημα ή εξαιτίας της χρήσης αυτού τελούνται στην περιοχή εγγύς του οικήματος αξιόποινες πράξεις ή εκδηλώνονται αταξίες αντικοινωνικού χαρακτήρα, που προκαλούν το κοινό αίσθημα ή δημιουργούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία ή τη νεολαία ή τα ήθη». Ξέχασαν το δημοκρατικό πολίτευμα…

Στο ίδιο πνεύμα πνεύμα εντάσσεται και η ποινική διάταξη του άρ. 5: «4. Με φυλάκιση μέχρι τριών (3) μηνών τιμωρείται όποιος δημοσία παρενοχλεί το κοινό, προκαλώντας αυτό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις ή κινήσεις». Ως προς το τι προστατεύει ακριβώς αυτή η διάταξη, ο ευρών αμειφθήσεται… Πρόκειται για την διάταξη που εφαρμόζεται κυρίως εις βάρος των παρενδυσιών που κάνουν πεζοδρόμιο, για να αντιμετωπιστῄ αυτός ο μείζων κίνδυνος για την κοινωνία μας…

Για να μην παρεξηγηθώ, κανείς δεν υποστηρίζει ότι η πορνεία δεν πρέπει να υπόκηται σε απολύτως κανενός είδους περιορισμό. Υποστηρίζω όμως ότι οι περιορισμοί αυτοί αφενός δεν πρέπει να είναι ασφυκτικοί, ώστε εν τοις πράγμασιν να καταπνίγουν μια καθ’ όλα νόμιμη δραστηριότητα, αφετέρου να είναι πρακτικοί, να υπηρετούν δηλαδή κάποια σκοπιμότητα του 21ου αιώνα και των προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει.

Από οικονομικής άποψης, το αποτέλεσμα όλων αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να περιγραφῄ ως εξής: ο νόμος ανεβάζει το κόστος εισόδου στην αγορά της πορνείας σε επίπεδο ανώτερο του σημείου ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης χωρίς αποχρώντα λόγο. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργήται αναπόφευκτα μαύρη αγορά. Γυναίκες ανατολικοευρωπαϊκής κυρίως και αφρικανικής προέλευσης εξαναγκάζονται να μπουν στο κύκλωμα της παρανομίας και να αναζητήσουν προστάτη από τους αστυνομικούς ελέγχους και την απειλή της απέλασης. Δεν οφείλεται μόνο εδώ βέβαια φυσικά το φρικτό φαινόμενο του λεγόμενου trafficking, η σημερινή υποκριτική κατάσταση όμως οπωσδήποτε δεν βοηθάει: σε ποιον να αποταθῄ η παράνομη πόρνη, η πόρνη που εξαναγκάζεται από την πληθώρα των διοικητικών περιορισμών να γίνῃ παράνομη;

Δεν νομίζω λοιπόν ότι κάνω λάθος υποστηρίζοντας ότι το πιο ελεύθερο σεξ είναι δίχως αμφιβολία καλό για όλους μας και πρώτα μάλιστα για τις ιέρειες του έρωτα…

Ορθογραφικά

12 Μαρτίου 2008

Όποιος με έχει διαβάσει έστω και μία φορά, υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να θυμάται όχι τις ιδέες και τις απόψεις μου, όσο την, ας πούμε ιδιόρρυθμη, ορθογραφία μου. Ο λόγος για αυτήν την υπεροχή της μορφής έναντι του περιεχομένου είναι όχι μόνο τα ελαττώματα του περιεχομένου, αλλά και ότι ακολουθώ μια αυστηρή ιστορική ορθογραφία, κατά βάσιν ίδια με αυτήν την απλής καθαρεύουσας που ίσχυε μέχρι την ράλλεια ορθογραφική μεταρρύθμιση, την οποία προφανώς δεν αποδέχομαι.

Στο άρθρο αυτό όμως δεν θέλω να αυτοδιαφημιστώ ούτε να προπαγανδίσω τα κάλλη των υπογεγραμμένων, αλλά να εκθέσω κάποιες ορθογραφικές απορίες μου, με την ελπίδα ότι κάποιος εγκρατέστερος χριστιανός θα βρεθῄ για να τις λύσῃ.

– Πώς ορθογραφείται το απαρέμφατο του αορίστου, με το οποίο σχηματίζονται οι συντελεσμένοι χρόνοι; Η κρατική δημοτική τα ορθογραφεί όλα ισοπεδωτικά σε -ει, αλλά ετυμολογικά δεν δικαιολογείται αυτό. Κάποια προέρχονται όντως από απαρέμφατα μελλοντικά σε -σειν, άλλα όμως προήλθαν από απαρέμφατα παθητικού αορίστου, γιαυτό νομίζω ότι πρέπει να ορθογραφούνται ανάλογα. Άρα: έχω αγαπήσει, έχω φιλήσει, αλλά έχω αγαπηθή, έχω φιληθή. Η διαφοροποίηση αυτή αντικατοπτρίζει, αν δεν κάνω λάθος, ακριβέστερα το ιστορικό έτυμο. Μέχρι τώρα δεν ακολουθούσα αυτόν τον κανόνα, αλλά θα αλλάξω μάλλον στο εξής γραμμή πλεύσης.

– Πώς ορθογραφείται ο μέλλοντας; Η λύση που έχω επιλέξει εγώ είναι η πιο αυστηρή και ιστορικά συνεπής. Συγκεκριμένα, γράφω π.χ. θα γράψῃ, γιατί η συνεκφορά προέρχεται ιστορικώς από μια συντετμημένη τελική πρόταση, του τύπου ήθελε ίνα γράψῃ – ήθελε γράψῃ. Η λύση αυτή ξενίζει όμως οπτικά και, το κυριώτερο, παραπέμπει σε άλλη έγκλιση, την υποτακτική αντί της οριστικής. Εξάλλου, έχει ως αποτέλεσμα ότι γράφονται διαφορετικά ομόηχοι (για τον Νεοέλληνα ομιλητή) μελλοντικοί τύποι της αρχαίας και της νέας, πράγμα που είναι και αυτό κάπως απρόσμενο. Ίσως η αναλογία θα δικαιολογούσε εδώ την απόκλιση από την ιστορική ορθογραφική ορθοδοξία. Προβληματίζομαι.

– Πώς ορθογραφούνται οι αναφορικοϋποθετικές προτάσεις; Εξαρτάται κατ’ εμέ από την έγκλισή τους, άρα από τον υποθετικό λόγο στον οποίο αντιστοιχούν. Λαμπρά, άρα: «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται» = «Αν κάποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», γιατί δεν εκφράζει το προσδοκώμενο, αλλά το πραγματικό, ενῴ το «Όποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» = «Αν κάποιος έχῃ την μύγα, να την φέρῃ πίσω» εκφράζει το προσδοκώμενο και ορθογραφείται αναλόγως. Διακρίνω λοιπόν διαφορά στο νόημα ανάμεσα στο «Όποιος έχει την μύγα, μυγιάζεται», που μας λέει ότι κάποιος όντως μυγιάζεται από την στιγμή που πράγματι έχει την μύγα, και στο «Όποιος έχῃ την μύγα, μυγιάζεται», που ισοδυναμεί με το «Κάθε φορά που κάποιος έχῃ τυχόν την μύγα, μυγιάζεται».

– Πώς ορθογραφούνται οι δευτερεύουσες προτάσεις με αν/όταν/αν και/και αν, δηλαδή οι υποθετικές προτάσεις και συναφώς οι εναντιωματικές και παραχωρητικές; Το πρόβλημα εδώ είναι ότι στην νεοελληνική υπάρχει μόνο το αν ως εισαγωγικός σύνδεσμος, ενῴ έχει χαθεί το ει, οπότε μπορώ είτε να ορθογραφήσω τα πάντα με υποτακτική, επειδή το αν συντάσσεται πάντα με υποτακτική, είτε να διακρίνω την ουσία του νοήματος και να ορθογραφώ ανάλογα με τον υποθετικό λόγο, ανάλογα με το περιεχόμενο δηλαδή και όχι την μορφή. Αυτό μου φαίνεται πιο σωστό, αν και δεν το έχω ακολουθήσει ως τώρα.

– Συναφής απορία: πώς θα ορθογραφηθούν οι πλάγιες ερωτήσεις που εισάγονται με αν; Ως τώρα τις έγραφα όλες ανεξαιρέτως με υποτακτική, αλλά μάλλον δεν είναι σωστό αυτό: το νόημά τους εκφράζει πιο συχνά το πραγματικό, αντιστοιχούν δηλαδή σε ευθείες ερωτήσεις κρίσεως, οπότε η οριστική ενδείκνυται.

Αυτά τα ολίγα. Ισοσ βεβεα θα επρεπε να ακολυθισο τιν πιο δραστικι λισι κε να ξεbερδεβο με τισ πολεσ πολεσ πολιτελιεσ!