Η ρωλσιανή κατσίκα του γείτονα

by

Είμαστι δυου σπίτια ούλα κι ούλα στου χουριού. Ιγού, ου Θανάης, κι ου γείτουνάς μ’, ου Θύμιους. Σπίρνουμι τα χουράφια μ’ς κι ζούμι ήσυχα. Κακού διεν μπαίνει στου κεφάλ’ μας. Τηράμι τουν ουρανού κι κάνουμι του σταυρού μας. Ισότης.

Μέχρι που μια μέρα ου Θύμιους ιέπιασε στου λόγγου ιένα αγριοκάτσ’κου. Του τάισε, τ’ ανάθρεψε, του μιγάλουσι κι τούρα αρμέγει την λιάρα τ’. Ιγού ιέμεινα μ’ τα χουράφια μ’ μόνου. Βέβαια, ιεπειδή του Θύμιου δεν τ’ φτάνουν πια τα γιεννήματά τ’, αγουράζει κι απ’ τα δικά μ’ για να θρέψ’ τη Λιάρα. Έτσι ιέχου κι γου του κατιτίς μ’. Πάει καλά.

Αγάλι’ αγάλι’ μάζιψα κι γου λίγους παράδ’ς. Ου Θύμιους ιέχι’ τούρα τη Λιάρα, τ’ν Ασπρούλα, την Γκόλφω και τ’ν Μαυρούλα τ’· τουν παρικάλεσα και μώδοκε τη Λιάρα. Πάλι πιο πολλές μαρτίνες ιέχι’, αλλά χαλάλι τ’, κι για μένα ιέχι’ ου Θεούς. Αρχή της διαφουράς π’ λέμ’.

Όμως ου Θύμιους διεν καταλαβαίνι’ απού φιλουσουφίες κι κουραφέξαλα. Σ’ λέει, άμα ου Θανάης είνι ανιπρούκουπους, τ’ παίρνου ιγού τα χτήματά τ’ κι του βιους τ’ κι τα κάνου καλά. Κι μι τα πήρ’ ου αθεούφουβους ούλα κι τα αβγάτισ’ κι πήρ’ κι μ’λάρ’, του Ρούσου, κι ένα πουλόσκυλου, τουν Ασίκ’, και κάνι’ του σταυρού τ’ σαν καλούς χριστιανούς κι λέει: «Προύτη φουρά του χουριού μας είνι τόσου πλούσιου!». Ουφελιμισμούς ένα πράμ’.

Ε μα, να ψουφήσ’ η κατσίκα του γείτουνα!

Advertisements

Ετικέτες: , , ,

4 Σχόλια to “Η ρωλσιανή κατσίκα του γείτονα”

  1. S G Says:

    ρε δεν σου πα να μην γραφεις πατρινά? δεν καταλαβα λεξη! 🙂

  2. Roark Says:

    Έχω μια μικρή απορία στον συλλογισμό.

    Ο Θαναής είχε τα λεφτά να πληρώσει σε τιμές της αγοράς την αξία μιας κατσίκας, και ο Θύμιους αρνήθηκε;

    Γιατί δεν αγόρασε από αλλού (από κει που ο Θύμιους αγόρασε σκύλο και μουλάρι);

  3. ο δείμος του πολίτη Says:

    Φιλολογικά ήταν τέλεια η αποκρυπτογράφιση της υπαίθριας ελληνικής γλώσσας. Δεν μπορώ να καταλάβω πόσο παιδεύτηκες για να τα μεταφέρεις σε γραπτό λόγο. Συγχαρητήρια.
    Πάντους ιμίς στου βορά μιλάμ’ διαφορετικ’ απ’ ότου κατάλαβα, φιλε μ’.

  4. Anonymous Says:

    Για όποιον δεν καταλαβαίνει την «υπαίθρια» ελληνική γλώσσα, χρήσιμη είναι η (προς αποστήθισην εδώ!) παράθεση πασίγνωστου ποιήματος του Ζαχαρία Παπαντωνίου…Για να επικαλεστώ και μια γνωστή έκφραση-motto του συνιστολόγου Αθανασίου: «Δημοτικό δεν πήγατε ρε παιδιά;»…Άγνοια της υπαίθριας ελληνικής γλώσσας δεν επιτρέπεται (είναι σαν το αξιόποινο ένα πράγμα: nocet, nocet!)

    Η γριά η βαβά μ’

    Η γρηά η βαβά μ’, καλά ύστιρ’ να, / ταϊρνά ταϊρνά
    σβούρα τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνά, / η βάβου η γρηούλα η αφιντιά τ’ ς
    πήγι μι τ’ ρόκα στ’ ν αγκαλιά τ’ ς / κι έκατσι ’κειά κουντά στ’ φουτιά τ’ ς.

    Κι’ οι τέσσερ’ π’ θα μας παν, αλλοί, / ταϊρνά ταϊρνά
    στουν άλλουν ύπνου, (ώρα καλή) / κι οι τέσσιρ’ π’ θα μας παν ουλ’ νους
    κι τ’ ς παραλήδις κι τ’ ς αλλ’ νους / φέρανι, τ’ ν κάσσα τ’ μακρυά
    κι ήρθαν κι τ’ς είπαν «Άϊτι, γρηά».

    — Πιδιά μ’, ναρθού μιτά χαράς, / ταϊρνά ταϊρνά
    σβούρα τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνά, / βουλήθη να μι παρ’ ου Θιός; Δόξα σοι Κύριϊ των Δυνά— / Πιδιά μ’, ναρθού να πάου καλιά μ’…
    Σταθήτι να τιλειώσου τ’ δ’ λιά μ’!

    — Ως που να γνέεις κυρά βαβά, / ταϊρνά ταϊρνά
    κι ούλου τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνά, / ως που να γνέεις θα μας νυχτόεις
    κι είμαστι λίγου βιαστικοί,
    Σι καρτερούμι αν θα μας δόεις / πεντι παγούρια μι ρακί.

    — Ρακλί δεν εχου στου κατώι… / ταϊρνάϊ ταϊρνάϊ
    κι ούλου τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνάει. / — Δο μας παρά κι αυτός κιρνάει!
    — Έχου σι κείνου του τσουράπ’… / Τουν πήραν τουν παρά κι χραπ! παν, κουρνιαχτός, στου μαγαζί / κι αφ’ καν τη γρηά τ’ βαβά μ’ να ζη.

    Μια ουκά, δυο ουκάδις, τρεις, χάι, χάι! / ταϊρνάι, ταϊρνάι,
    έρμου ρακί πώς γαργαλάει! / — Βίβα, ορέ, βίβα κι άλλη μια!
    Τάπα κι οι τέσσιρ’ στου μιθύσ’… / Τη βάβου μ’ τ’ ν έχ’ νι αλησνονήσ’.

    Κι η βάβου απ’ ώγνιθι πουλύ, / ταϊρνάι, ταϊρνάι,
    τ’ν ιπήρι ου ύπνους σαν του π’λί / ικειά στ’ φουτιά τ’ς απ’ γίν’κι στάχτ’
    κι μάτα τ’ν αφ’κι σαν του π’λί / κι μάτα γύρ’ σι η γρηά τ’ αδράχτ’.

    — Άϊντι κι νύχτουσι γρηά! (γύρ’ σαν κι οι τέσσιρ’ πω!, πω! πω!
    μ’ ένα χαρούμενο σκουπό / βαϊζουντας σα δω, σα κει,
    τύφλα και σκνίπα απ’ του ρακί) / αεί να σι πάμι – τράϊ – λα – λα!
    στα κυπαρίσσια απ’ κατ’ τα ψ’ λα.

    Κι μι κουτρώνια κι σφυριά / ταϊρνά γκα! γκοπ!
    ταϊρνά γκαπ! γκουπ! / κι μι σκιπάρνια κι σφυριά
    βάλανι στ’ ν κάσσα τα καρφιά / κι τ’ ν κάρφουσαν απ’ κατ’ απ’ παν’
    κι τ’ σήκουσαν, γιε μ’, κι παν.

    Κι απ’ του μιθύσ’ χάι, χάι, χάι, χάι! / ταϊρνά, ταϊρνά,
    κι όπως δε γλέπαν ούτι τ’ μύτ’ τ’ς / η κάσσα τ’ς φαίνουνταν βαρειά
    κι δεν κατάλαβαν τη γρηά / πως τ’ν αλησμόν’σανι στον σπίτ’ τ’ς!

    Κι η γρηά η βαβά μ’ / ταϊρνάι ταϊρνάι
    Στου χέρ’ τ’ς τ’ αδράχτ’ στριφουγυρνάει / Η γρηά μι τ’ άσσουστα υστιρ’να
    — Δόξα σοι, Κύριϊ των Δυνά— / Η γρηά η βαβά μ’ η αφιντιά τ’ς
    Γνέθ’ κι θα γνέθ’ κουντά στ’ φουτιά τ’ς.

    (Από τη συλλογή: Τα Θεία Δώρα, 1932)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: